Πρωτοπρεσβύτερου π. Θωμᾶ Βαμβίνη
Δύο χαρακτηριστικές προτάσεις, μία ἀπό τό Εὐγγέλιο τοῦ Ἰωάννου καί μία ἀπό τήν Ἀποκάλυψη, εἶναι ἡ ἀφορμή ὅσων θά διατυπωθοῦν στήν συνέχεια.
Ἡ πρώτη ἀναφέρεται σέ δύο ἐπισκέψεις τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ, πρῶτα στούς δέκα μαθητές Του (ἀπουσίαζε ὁ Θωμᾶς), καί κατόπιν στούς ἕνδεκα (παρόντος τοῦ Θωμᾶ). Ἱστορεῖ ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης: «τῇ μιᾷ σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν»(20,19). Καί στήν συνέχεια, ἀφοῦ περιγράφει τήν δυσκολία τοῦ Θωμᾶ νά πιστέψη τήν πληροφορία τῶν συμμαθητῶν του, ὅτι «Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον», γράφει ὁ Εὐαγγελιστής: «Καὶ μεθ' ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ' αὐτῶν. Ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· Εἰρήνη ὑμῖν»(20,26). Καί στίς δύο περιπτώσεις οἱ μαθητές ἦταν κλεισμένοι σέ κάποιο σπίτι μέ τίς πόρτες καί τά παράθυρα κλειστά, γιά νά μήν τούς βλέπη κανείς, «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων». Καί στίς δύο περιπτώσεις ὁ Χριστός ἐπισκέπτεται τούς φοβισμένους μαθητές ξαφνικά, εἰσερχόμενος στόν χῶρο τους μέ τό ἀναστημένο πραγματικό σῶμα Του, πού διατηροῦσε ἐπάνω του τίς πληγές τῶν καρφιῶν «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων». Καί τό πρῶτο πού τούς λέει εἶναι τό «Εἰρήνη ὑμῖν». Ἀνατρέπει τόν φόβο τους μέ τήν μετάδοση τῆς δικῆς Του εἰρήνης, τῆς ὑπερέχουσας «πάντα νοῦν», ὥστε νά φρουρήση στίς καρδιές τους τά ὀρθά νοήματα τῶν λόγων Του.
Ἡ δεύτερη πρόταση παρουσιάζει τόν Χριστό νά χτυπᾶ κλειστή πόρτα καί νά περιμένη ἀπό αὐτούς πού εἶναι κλεισμένοι μέσα νά τοῦ τήν ἀνοίξουν. Δέν εἰσέρχεται «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», δέν ἐπισκέπτεται ξαφνικά καί ἀπρόσκλητος τούς ἐνοίκους. Διαβάζουμε στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου: «ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ᾿ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ᾿ ἐμοῦ»(3,20).
Στήν μιά περίπτωση «ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», στήν ἄλλη περίπτωση κρούει τήν θύρα καί περιμένει νά τήν ἀνοίξουν. Πάντως, καί στίς δύο περιπτώσεις ἔχουμε ἀνθρώπους πίσω ἀπό κλειστές πόρτες, πού ὁ Χριστός ἐπιθυμεῖ νά συναντηθῆ μαζί τους. Στήν πρώτη περίπτωση οἱ κλειστές πόρτες εἶναι ἕνα γεγονός. Οἱ μαθητές κρύβονταν ἀπό τούς Ἰουδαίους. Στήν δεύτερη περίπτωση εἶναι ἕνας λόγος τοῦ Χριστοῦ, πού περιγράφει τήν κατάσταση τοῦ λαοῦ μιᾶς συγκεκριμένης Ἐκκλησίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, μιᾶς Ἐκκλησίας τῆς Ἀποκαλύψεως, τῆς Λαοδικείας, στήν ὁποία μέσω τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου στέλνει ἐπιστολή πρός τόν Ἄγγελό της, δηλαδή τόν Ἐπίσκοπό της. Στήν περίπτωση αὐτή οἱ κλειστές πόρτες εἶναι ὅλα τά ἐμπόδια πού βάζουν οἱ Λαοδικεῖς στήν ἁπλή καί εἰλικρινῆ σχέση τους μέ τόν Θεό. Τόν κρατοῦν ἔξω ἀπό τήν ζωή τους.
Παρεκβατικά νά σημειώσουμε ὅτι πολλοί ἄνθρωποι ζοῦν πίσω ἀπό κλειστές πόρτες, ἀπομονωμένοι ἀπό τήν κοινωνία. Συνήθως ὡς τέτοιους ἀντιλαμβανόμαστε αὐτούς πού ἔχουν κάποια ψυχική ἀσθένεια, καί δέν ἔχουν κάποιον ἄνθρωπο νά φροντίση γι’ αὐτούς ἤ νά μεριμνήση γιά τήν φιλοξενία τους σέ κάποιο εἰδικό ἵδρυμα. Αὐτοί, ὅμως, δέν εἶναι πολλοί. Ἀναφερόμαστε σ’ αὐτούς πού κρατοῦν τήν ζωή τους πίσω ἀπό «κλειστές πόρτες», ἐνῶ μπορεῖ νά κυκλοφοροῦν ἀνάμεσά μας, μέ κοινωνικές ἐπαφές σέ πολυσύχναστους δρόμους, δραστήριοι στό ἐπάγγελμά τους, στίς ἐπιχειρήσεις τους, καί μέ δραστηριότητες μή ἐπαγγελματικές, πού ἀφήνουν, ὅπως λέγεται, κοινωνικό ἀποτύπωμα. Ὅμως ὅλα αὐτά, ἐπαγγελματικά καί κοινωνικά ἔργα, μπορεῖ νά εἶναι ὁ φραγμός, οἱ «κλειστές πόρτες», πού ἀφ’ ἑνός μέν κρύβουν ἀπό τά μάτια τῶν πολλῶν ἀλλότριους σκοπούς, σκοτεινούς καί ἰδιοτελεῖς, ἀφ’ ἑτέρου δέ κρατοῦν τήν ζωή τους κλειστή ἀπέναντι στόν Θεό, μακριά ἀπό τό Φῶς Του, «ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα».
Πίσω ἀπό «κλειστές πόρτες» εἶναι ὅλοι οἱ ὑποκείμενοι στήν πονηρία τῆς ὑποκρισίας, πού θέλουν νά δείχνουν ἄλλοι ἀπό αὐτό πού πραγματικά εἶναι. Αὐτή ἡ πονηρία εἶναι δύσκολο καί διεισδυτικότατο πάθος. Προσβάλλει τήν κοινωνία, ὑπηρέτες τῆς πολιτείας καί μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτό εἶναι ὑψηλό καί θαυμαστό κατόρθωμα νά ἔχη κανείς διάφανο βίο κι’ ὅλη του ἡ ζωή νά χαρακτηρίζεται ἀπό ἁπλότητα, ἀνοιχτοσύνη, ἀγαθότητα, ἀλλά καί δυναμικότητα, μέ φιλότιμο καί ἀνιδιοτέλεια. Εἶναι σαφές ἀπό τά προηγούμενα ὅτι οἱ «κλειστές πόρτες», στίς ὁποῖες ἀναφερόμαστε δέν εἶναι ἀπό ξύλο ἤ κάποιο ἄλλο ὑλικό. Γιά τόν προσδιορισμό τῆς ποιότητάς τους θά μᾶς βοηθήσουν τά ἁγιογραφικά χωρία μέ τά ὁποῖα ξεκινήσαμε. Θά μᾶς βοηθήσουν οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ καί οἱ Λαοδικεῖς.
Ὁ Χριστός ἐπισκέφθηκε τούς Μαθητές Του «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν» ἐπειδή ἐπιθυμοῦσαν τήν ἔλευσή Του. Εἶχαν ἀκούσει τό λόγο τοῦ Χριστοῦ. Ἤξεραν τήν διδασκαλία Του. Κι ὄχι ἁπλῶς τήν ἤξεραν, ἀλλά τήν ἀγάπησαν. Ἦταν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶχαν καταλάβει ποιό εἶναι τό νόημα τῆς ζωῆς, καί ὅτι ὅλο τό νόημα τῆς ζωῆς εἶναι στόν Χριστό. Κάποτε, ὅταν κάποιοι ἔφυγαν ἀπό κοντά Του, γιατί θεωροῦσαν σκληρό τόν λόγο Του, ὁ Χριστός στράφηκε στούς Δώδεκα Μαθητές καί τούς εἶπε: «μή καί ὑμεῖς θέλετε ὑπάγειν;». Τότε ὁ Ἀπόστολος Πέτρος τοῦ εἶπε: «Ποῦ νά πᾶμε, Κύριε, ἐσύ ρήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις». Δηλαδή, τόν λόγο Του τόν αἰσθάνονταν ὡς αἰώνια ζωή. Ὄχι θεωρητικά καί φανταστικά, ἀλλά ὡς πραγματική ζωή μέ τήν ὁποία ζοῦσε ἡ ψυχή τους. Ὁπότε, εἶχαν ἀγάπη στόν λόγο Του καί ἀγάπη στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί ἤξεραν ποιά εἶναι τά οὐσιώδη τῆς ζωῆς. Ἤξεραν τό ἀληθινό νόημα τῆς ζωῆς καί ἐπιθυμοῦσαν νά τό πραγματοποιήσουν ἐν Χριστῷ, μέ τή βοήθεια τοῦ Χριστοῦ, μέ τή ζωή τοῦ Χριστοῦ μέσα τους.
Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀρνήθηκε τόν Χριστό τρεῖς φορές, ἀλλά δέν ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό κύκλο τῶν Μαθητῶν, γιατί γνώριζε τόν Χριστό, τό ἔλεος καί τήν φιλανθρωπία Του. Καί ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς, παρόλο πού ἀπαιτοῦσε νά δῆ καί νά ψηλαφήση τίς πληγές προκειμένου νά πειστῆ γιά τήν Ἀνάσταση, εἶχε τήν ἐπιθυμία νά συναντήση τόν Χριστό καί ὁ Χριστός ἱκανοποίησε τήν ἐπιθυμία του. Στούς Μαθητές, πού ἦταν ἕτοιμοι νά δεχθοῦν τήν ἐπίσκεψη τοῦ Χριστοῦ, ὁ Χριστός δέν ἦταν ἀναγκαῖο νά «κρούση θύρα». Οἱ Λαοδικεῖς, ὅμως, δέν ἦταν ἕτοιμοι. Γι’ αὐτό σ’ αὐτούς ὁ Χριστός λέει: «Ἰδού ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω». Χτυπάω τήν πόρτα γιά νά μ' ἀνοίξουν. Γιατί ὁ Χριστός δέν μπαίνει στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων, χωρίς οἱ ἄνθρωποι νά Τόν θέλουν. Θέλει ἐμεῖς μέ τήν ἐλευθερία μας νά ἀποδεχτοῦμε τήν παρουσία Του.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Λαοδικείας προεικονίζει τόν σημερινό «χλιαρό» χριστιανικό κόσμο. Ἦταν μιά πόλη πού εἶχε μεγάλη ἀνάπτυξη. Εἶχε πολύ πλοῦτο καί ὑπερηφάνεια. Στηριζόταν στά πλούτη της καί αὐτά θεωροῦσε ὅτι ἦταν ἀρκετά γιά νά ἔχη δόξα καί τιμή καί νά ζήση μέ ἄνεση. Στήν ἐπιστολή πού στέλνει ὁ Χριστὀς στόν Ἐπίσκοπο τῶν Λαοδικέων τοῦ ἐπισημαίνει: «λέγεις ὅτι πλούσιός εἰμι καὶ πεπλούτηκα καὶ οὐδενὸς χρείαν ἔχω, - καὶ οὐκ οἶδας ὅτι σὺ εἶ ὁ ταλαίπωρος καὶ ὁ ἐλεεινὸς καὶ πτωχὸς καὶ τυφλὸς καὶ γυμνός»(3,17). Ἡ Λαοδίκεια «λόγω τῆς εὐφορίας τῆς περιοχῆς, τῆς παραγωγῆς μαύρου μαλλιοῦ καί τῆς κατασκευῆς χαλιῶν καί ὑφασμάτων, [ὡς] εὐημεροῦσα πόλη ἔγινε τραπεζιτικό κέντρο. Στήν πόλη λειτουργοῦσε ἰατρική σχολή, ὀφθαλμολογικό τμῆμα τουλάχιστον· ἔτσι προῆλθε ἡ “φρυγική πούδρα” πού χρησιμοποιόταν ὡς κολλύριον» (Σ. Ἀγουρίδη, Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη, σ.154). Ὁ Χριστός τούς συμβουλεύει, ἀντί νά καυχῶνται γιά τόν πλοῦτο τους, τά χρήματα, τά ὑφάσματα καί τά κολλύριά τους, νά ἀγοράσουν ἀπό Ἐκεῖνον «χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ πυρὸς» γιά νά πλουτήσουν, «καὶ ἱμάτια λευκὰ» γιά νά περιβάλουν τήν αἰσχύνη τῆς γυμνότητός τους καὶ κολλύριο γιά νά ἀλείψουν τά μάτια τους, ὥστε νά βλέπουν (πρβλ. 3,18).
«Χρυσίον πεπυρωμένον», κατά τούς ἑρμηνευτές Ἀρέθα καί Ἀνδρέα, Ἐπισκόπων Καισαρείας, εἶναι ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, ἡ διδασκαλία Του. «Ἱμάτια λευκά», εἶναι ἡ στολή τῶν ἀρετῶν, ἡ ὁποία λαμπρύνει τήν ζωή τῶν ἀνθρώπων. Καί κολλύριο πού ἀνοίγει τά μάτια γιά νά βλέπουμε, εἶναι «ἡ διά τῆς μετανοίας πρόοδος», πού ἑλκύει τήν φωτιστική χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. (πρβλ. Γ. Β. Μαυρομάτη, Ἡ Ἀποκάλυψις τοῦ Ἰωάννου μέ πατερική ἀνάλυση, σ.138).
Ὁ Χριστός «κρούει τήν θύρα» στούς ἀνέτοιμους, γιά νά ἐνεργοποιήση τό φιλότιμό τους, νά τούς βάλη σέ δημιουργική ἀνησυχία, νά ἀκούσουν τόν λόγο Του, νά ντυθοῦν τήν στολή τῶν ἀρετῶν, νά θεραπεύσουν μέ τήν μετάνοια τούς νοερούς ὀφθαλμούς τους. Ἐνῶ, σέ ὅποιον ἐπιθυμεῖ τήν παρουσία Του καί ἑτοιμάζει γι’ αὐτήν τόν ἑαυτό του, κανένας φραγμός δέν Τόν ἐμποδίζει νά τόν ἐπισκεφθῆ, ὅπου καί ἄν εἶναι, ἀκόμη καί «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν».
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου