Γραμμένο από τον Δάσκαλο Νικ. Χ. Κοντονή
Τα δύστυχα και φτωχά εκείνα χρόνια το Δημοτικό Σχολείο του Μπανάτου δεχόταν τα παιδιά του Μπανάτου, του Σαρακηνάδου, της Κουκουναρίας και του Χουρχουλιδιού. Το κτίριο του σχολείου ήταν ένα μακρόστενο οίκημα με κύρια είσοδο στον κεντρικό δρόμο του χωριού. Τα πολύ παλιά χρόνια ήταν το οίκημα, όπου έμεναν οι καλόγριες της Παναγούλας, μέχρι το 1510, οπότε η Παναγούλα έγινε ενοριακός ναός. Ήταν ακριβώς εκεί που τώρα είναι το καμπαναρίο κι έπιανε όλη τη γωνία των δρόμων Μπανάτου και Πόλης.Όταν λοιπόν έμπαινες στο Σχολείο, βρισκόσουν στο χωλ, μπροστά σου ήταν το γραφείο και νότια και βόρεια του χωλ και του γραφείου ήταν οι δυο αίθουσες διδασκαλίας, από τις οποίες συνήθως λειτουργούσε μόνο η νότια (απέναντι από το Τρίγωνο). Σ’ αυτή την αίθουσα μαθαίναμε τα πρώτα γράμματα 90-130 μαθητές των έξι (6) τάξεων και όλοι μας είχαμε μια Δασκάλα, την Τασία Κοντορράση, σύζυγο του Σκοπιώτη Κοντονή, Γραμματέα της Κοινότητας Μπανάτου.
Αυτή η ηρωίδα Δασκάλα έμαθε γράμματα σε χιλιάδες μαθητές, που πέρασαν απ’ τα χέρια της. Πάντα στην ώρα της, στη θέση της, πάντα να είναι έτοιμη να προσφέρει τη βοήθειά της στους μαθητές της. Θυμάμαι, ερχόταν από τον Κάμπο, που ήταν το σπίτι της και πάρα πολλές φορές το χειμώνα ο δρόμος από του Τσιλιάνη - Κολόμπου - Τρίγωνο - Σχολείο ήταν χειλισμένος. Ποτάμι έτρεχαν τα νερά της βροχής. Η Δασκάλα μας έβγαζε τα παπούτσια της, τα ’παιρνε στο χέρι και ερχόταν ξυπόλητη μέσα στα νερά, για να φτάσει στο σχολείο μας, χωρίς ποτέ να παραπονεθεί ούτε για τους πολλούς μαθητές που είχε, αλλά ούτε και για τις απάνθρωπες συνθήκες μέσα στις οποίες δίδασκε και η διδασκαλία της ήταν φως και ελπίδα στα σκοτάδια της ψυχής και της γνώσης, για όλους εμάς τους μαθητές της.
Πώς να ξεχάσει κανείς μια τέτοια Δασκάλα, που έδωσε όλη της τη ζωή για να μας μάθει τους μαθητές της γράμματα και να μας κάνει, όσο μπορούσε καλύτερους ανθρώπους.


































Ήταν παραμονή του Πάσχα. Εφημέριος στο Μπανάτο ήταν ο Πατέρας μου, ο παπα-Μπάμπης. Εμείς τα παιδιά ετοιμαζόμαστε με δέος και πίστη να κοινωνήσουμε την ημέρα του Πάσχα. Έπρεπε όμως να πάμε να εξομολογηθούμε. Περιμέναμε λοιπόν καμιά δεκαριά παιδοβόλια στο προαύλιο της Παναγούλας να βρεθεί κάποιο κενό, από εξομολογούμενους, για να μπούμε και μεις στην εκκλησία, για να εξομολογηθούμε. Κάποια στιγμή λοιπόν, που μπόρεσε ο παπάς, μας κάλεσε όλους μέσα στην εκκλησία. Μας έβαλε στη σειρά και άρχισε να μας ρωτά διάφορα έναν-έναν με σειρά.
Εξομολογήθηκε λοιπόν ο πρώτος, ο δεύτερος και ο τρίτος και ήλθε η σειρά του τέταρτου, που συν τοις άλλοις, ήταν και λίγο βλάστημος. Αφού του έγιναν οι παραπάνω ερωτήσεις, τού έγινε και η πιο σημαντική: 










