e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Οι Ομιλίες του Μητροπολίτου Κερκύρας και του Οικουμενικού Πατριάρχου κατά την Πατριαρχική Λειτουργία στον Άγιο Σπυρίδωνα

Πρωί 12ης Δεκεμβρίου 2014, στον περικαλλή και πανηγυρίζοντα προσκυνηματικό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος Κερκύρας 


ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΗ 
ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΕΡΚΥΡΑΣ κ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ 
ΣΤΗΝ Α.Θ.Π. ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ κ. κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟ  ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΤΟ ΙΕΡΟ  ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ
(Κέρκυρα, 12 Δεκεμβρίου 2014)

Παναγιώτατε Πάτερ καί Δέσποτα, 

«Ἡ καρδία ἡμῶν πεπληρωμένη χαρᾶς ἐστί σήμερον». Ἑορτάζει ὁ τόπος μας, ἑορτάζει σύμπασα ἡ Ὀρθοδοξία τήν μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Σπυρίδωνος, ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος καί προστάτου καί πολιούχου Κερκύρας, τοῦ ἁπλοῦ καί ταπεινοῦ ποιμένος, τοῦ ἐν ἔργοις θεολόγου, ὁ ὁποῖος ὑπερασπίσθηκε τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος, συλλειτουργοῦσε μέ τούς Ἀγγέλους καί ἔκανε πράξη τό λόγιον τοῦ Κυρίου «ἐφόσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ. 25, 40). Ἑορτάζει «ὁ Ἅγιός μας». Καί μολονότι γνωρίζουμε ὅτι ἕνας Ἅγιος δέν ἀνήκει σέ ἕναν τόπο, ἀλλά τιμᾶται ἀπό ὅλη τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐμεῖς στήν νῆσο αὐτή αἰσθανόμαστε τόν Ἅγιο οἰκεῖο. Τόν αἰσθανόμαστε πατέρα, φίλο καί ἀδελφό καί, τήν ἴδια στιγμή, πρεσβευτή μας στόν οὐρανό. Ξεκινᾶ ἡ ἡμέρα τῶν περισσοτέρων Κερκυραίων μέ τό ἄναμμα ἑνός κεριοῦ στόν Ἄγιο καί τήν προσκύνηση τοῦ σκηνώματός του, γιά νά πάρουν δύναμι γιά τήν ζωή τους. Τελειώνει ἡ ἡμέρα πάλι μέ τό ἄναμμα ἑνός κεριοῦ καί τήν προσκύνηση τοῦ σκηνώματός του, ὡς ἐπιλύχνιος εὐχαριστία διότι «κέκλικεν ἡ ἡμέρα» (Λουκ. 24, 29) χάρις στίς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου καί ὁ καθένας περάτωσε τόν κόπο του «διότι ἔκαμε ὁ Ἅγιος». Γι’ αὐτό τόν νιώθουμε οἰκεῖο. Εἶναι γνήσια ἡ σύνδεση τοῦ Ἁγίου μέ τήν λαϊκή εὐσέβεια, τήν πίστη, τήν παράδοση, τόν νοῦ καί τήν καρδιά τοῦ τόπου καί τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι ὁ Ἅγιός μας. Καί τήν ἴδια στιγμή χαιρόμαστε μέ ὅσους αἰσθάνονται ὅτι μποροῦν νά τόν ἔχουν καί ἐκεῖνοι «Ἅγιό τους», νά συμμερίζονται καί νά βιώνουν τήν ἀγάπη πρός τό πρόσωπό του, ὡς γνήσιο φίλο Χριστοῦ. 

Ἡ φετινή ὅμως ἑορτή πληροῖ τήν καρδία ἡμῶν διττῶς. Εἶναι διότι τῆς πανηγύρεως προεξάρχετε Ἐσεῖς, Παναγιώτατε. Ὁ Πρῶτος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὁ ἐκφράζων καί ἐπιβλέπων τό ἦθος τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, τό ὁποῖο ἔγκειται στήν στόχευση τοῦ «καθ’ ὁμοίωσιν», δηλαδή τῆς ἁγιότητος ὡς δωρεᾶς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὁ προεστώς τῆς Εὐχαριστιακῆς Συνάξεως στήν ὁποία ἡ θυσία προσφέρεται «ὑπέρ τῆς οἰκουμένης, ὑπέρ τῆς ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί ὑπέρ τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Σπυρίδωνος, οὗ τήν μνήμην ἐπιτελοῦμεν» (Θεία Λειτουργία Ἁγίου Ἱωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Εὐχή τῆς Ἀναφορᾶς). Ὁ κηρύττων καί βιώνων τήν ἀγάπη, ἡ ὁποία δέν περιορίζεται μόνο στήν παροχή τοῦ ἄρτου, ἀλλά ἐκτείνεται στό ῥῆμα τό ἐκπορευόμενον διά στόματος Θεοῦ (Ματθ. 4, 4), τό εὐαγγελιζόμενον τήν χαρά εἰς πάντας ἀνθρώπους, ἀνεξαρτήτως καταγωγῆς, γλώσσας, δόγματος, κοινότητος. Εἶστε παρών ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν καί τήν ἴδια στιγμή ὡς ὁ σύνδεσμός μας μέ τήν Ἱστορία τῆς διαφυλάξεως τοῦ ἱεροῦ σκηνώματος τοῦ Ἁγίου, τό ὁποῖο ἐπί ἑπτακόσια καί πλέον ἔτη φιλοξενήθηκε στήν Βασιλίδα τῶν Πόλεων. Οἱ προκάτοχοί Σας τό λιτάνευαν, τό ἔθεταν εἰς προσκύνησιν, τό εἶχαν οἰκεῖο, καί σύμβολο, καί προτύπωσι τῆς κοινῆς Ἀναστάσεως. Καί σήμερα Ἐσεῖς γίνεστε συνεχιστής τῆς μακραιώνου παραδόσεως, συνδέοντας τό μακρινό παρελθόν μέ τό παρόν καί δείχνοντας στό Πρόσωπό Σας καί τόν θεσμό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὑπερβαίνει τά δεσμά τοῦ χρόνου στηριζόμενη στά Πρόσωπα τῶν Ἁγίων καί στούς Θεσμούς τῆς Διακονίας τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί «Πύλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσιν Αὐτῆς» (Ματθ. 16,18), διότι εἶναι ὁ Κύριός μας πού εὐλογεῖ μιά τέτοια πορεία συνδέσεως καί ὑπερβάσεως.

Ταπεινῶς Σᾶς εὐχαριστοῦμε, Παναγιώτατε! Ἐπίσκοπος, κλῆρος καί λαός χαίρει καί εὐφραίνεται, τέρπεται καί ἀγάλλεται μέ τήν παρουσία Σας! Καί ζητᾶ, ἀσπαζόμενος τήν Θεοπειθῆ δεξιά Σας, τήν εὐλογία Σας, τήν μνημόνευσή του στό Ἱερόν Θυσιαστήριον καί τήν παράκλησι: «Μέμνησθε τῶν Κερκυραίων». Καί ὡς ἐλάχιστο ἀντίδωρο διά τήν πολλήν Σας ἀγάπη, ζητᾶ ἀπό τόν Ἅγιό Του, μέ τίς πρεσβεῖες Του πρός τόν Δωρεοδότη Κύριό μας, νά μήν λησμονεῖ Ἐσᾶς στόν δύσκολο ἀγώνα Σας νά κρατήσετε τόν Θεσμό, τήν Ἱστορία, τήν Διακονία καί τήν Ἐλπίδα ὡς τήν παρακαταθήκη τῆς Ὀρθοδοξίας γιά τόν σύγχρονο κόσμο, γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος πολλά μπορεῖ νά ἔχει ἐπιτύχει, δέν φαίνεται ὅμως νά θυμᾶται ὅτι ὁ τελικός προορισμός του δέν μπορεῖ νά εἶναι ἄλλος ἀπό τήν ἁγιότητα. Δεχθεῖτε ἀκόμη, τούτη τήν στιγμή, ὡς ἕνα ἐλάχιστον δεῖγμα τῆς ἀγάπης μας, μία εἰκόνα τοῦ Ἁγίου καί Θαυματουργοῦ Σπυρίδωνος, καθώς καί τήν ἱεράν ἐμβάδα τοῦ Ἁγίου μας, ὡς φυλακτήρια καί ἐνθύμια! Ὡς εὖ παρέστητε, Παναγιώτατε! 


Ὁμιλία
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος 
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου 
κ. κ. Βαρθολομαίου
κατὰ τὴν Πατριαρχικὴν Θείαν Λειτουργίαν
εἰς τὸ Ἱερὸν Προσκύνημα τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος
(Κέρκυρα, 12 Δεκεμβρίου 2014)

Ἱερώτατε Ποιμενάρχα τῆς Θεοσώστου Ἱερᾶς ταύτης Μητροπόλεως, ἀδελφὲ ἅγιε Κερκύρας καὶ Παξῶν κύριε Νεκτάριε,
Ἱερώτατοι ἅγιοι Ἀδελφοί,
Ἐντιμότατοι ἐκπρόσωποι τῶν τοπικῶν ἀρχῶν,
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

«Ἐγώ εἰμι ἡ θύρα• δι᾿ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ, σωθήσεται, καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται καὶ νομὴν εὑρήσει [...] ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν» (Ἰωάν. ι΄ 9-11), λέγει ὁ Κύριος διὰ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Του Ἰωάννου, τοῦ μαθητοῦ τῆς ἀγάπης.

Εὑρισκόμενοι εἰς τὴν ἱστορικὴν νῆσον Κέρκυραν καὶ τιμῶντες τὸν προστάτην αὐτῆς Ἅγιον Σπυρίδωνα, διὰ τῆς προσφορᾶς τῶν τιμίων δώρων εἰς τὸν Κύριον, ἐκφράζομεν ἐν πρώτοις τὴν χαράν μας διότι ἀπολαμβάνομεν τὴν ἐπικοινωνίαν μαζί σας καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς προσκυνητὰς ἐκ τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἐκ πάσης τῆς Ἑλλάδος. Ἡ χαρὰ δὲ καὶ ἡ συγκίνησις τοῦ Πατριάρχου καθίσταται ἐντονωτέρα διότι ἔχει τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπικοινωνήσῃ καὶ μαζί σας, ὡς τμῆμα τῆς οἰκουμένης τοῦ Κυρίου καὶ νὰ προσφέρῃ μαζί σας «τὰ ἴδια ἐκ τῶν ἰδίων» εἰς τὸν Κύριον «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Διὰ τὴν ἀπόκτησιν τῆς ζωῆς, τῆς ἀφθάρτου ζωῆς, ἦλθεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν κόσμον καὶ ἔρχεται καὶ πάλιν ἐντὸς τῶν ἡμερῶν νὰ ἐπισκεφθῇ τὸν κόσμον μας, γεννώμενος ἐν σπηλαίῳ καὶ σπαργανούμενος ἐν φάτνῃ. Ἔρχεται δηλαδὴ ὄχι ὡς ἐπίσημος οἰκοδεσπότης ἀλλὰ ὡς ἄσημος καὶ περιφρονημένος, ὡς «βρέφος ὑπομάζιον», ὁ παντέλειος Θεός.  Ἔρχεται, λοιπόν, διὰ νὰ μᾶς σώσῃ καὶ διὰ νὰ μᾶς δώσῃ ζωήν• καὶ κάτι περισσότερον ἀπὸ τὴν ζωήν: αἰωνίαν σωτηρίαν.

Πατέρες καὶ ἀδελφοί,

«Διὰ τοῦ τιμίου σου Σταυροῦ Χριστὲ ὁ Θεός, μία ποίμνη γέγονεν, ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων καὶ μία Βασιλεία», ψάλλει  ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας. Τὴν μίαν ποίμνην καὶ τὴν μίαν βασιλείαν ἐβιώσαμεν καὶ βιοῦμεν καὶ σήμερον λίαν ἐμφαντικῶς δι᾿ ὅλων τῶν λειτουργικῶν ἐκδηλώσεων καὶ ἰδιαιτέρως διὰ τῆς πρὸ ὀλίγου προσφορᾶς τῆς ἀναιμάκτου Θυσίας, ἐπὶ τῇ ἐτησίᾳ μνήμῃ τοῦ ἐν Ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Σπυρίδωνος τοῦ θαυματουργοῦ, τοῦ οὐρανίου προστάτου τῆς Ἱερᾶς ταύτης Μητροπόλεως καὶ τοῦ εὐλογημένου λαοῦ της. 

Ἡ μεμαρτυρημένη ἀποστολικῶς καὶ πατερικῶς καθ᾿ ὅλην τὴν πορείαν τῆς στρατευομένης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησία, ἡ ὁποία, Ἐκκλησία, ὑπερβαίνει καὶ νικᾷ τὸν κόσμον καὶ τὰ τοῦ κόσμου, σωτηριώδης ὁδός, ἡ μόνη ἄγουσα εἰς τὴν Ζωήν, πολλάκις, ἀδελφοί, ἐλοιδορήθη ὑπὸ διαφόρων δοκησισόφων, ὅτι ἐν τῇ καθημερινῇ πράξει περιφρονεῖ καὶ ἀπορρίπτει τὴν ὕλην ὡς δῆθεν ἀντίθετον πρὸς τὸ πνεῦμα. Οὐδὲν τούτου ἀναληθέστερον! Ἀπόδειξις τρανωτάτη ἡ διὰ τῆς προσλήψεως τοῦ σώματος ἐνανθρώπησις τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, γεγονὸς τὸ ὁποῖον καὶ προετοιμαζόμεθα μετ᾿ ὀλίγας ἡμέρας πανηγυρικῶς νὰ ἑορτάσωμεν πρεπόντως, ἀλλὰ κυρίως νὰ τὸ βιώσωμεν «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ», οἱ ἀνὰ τὴν οἰκουμένην Χριστιανοί, ἀνευρίσκοντες ζωὴν καὶ εἰρήνην καὶ εὐδοκίαν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν μοναδικὴν ἐκείνην νύκτα τῶν Χριστουγέννων ἐδόξασαν οἱ ἄγγελοι, προσεκύνησαν οἱ ἐξ Ἀνατολῶν μάγοι θαυματουργικῶς ὑπὸ Ἀστέρος ὁδηγούμενοι, ἐψηλάφησαν οἱ ποιμένες, ἐδέχθη ὡς σωτηρίαν καὶ ὡς ἀπαλλαγὴν τῶν δεινῶν ἡ ἀνθρωπότης, ἡ οἰκουμένη.

Τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἡ Θύρα. Εἶναι ὁ ἐρχομὸς τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἐνσάρκωσίν Του καθηγίασε τὴν ὕλην, τὸ ἀνθρώπινον σῶμα, τὸ ὁποῖον προσέλαβεν ὁλόκληρον διὰ νὰ τὸ ἀνυψώσῃ ἀπὸ τὴν πτῶσιν, ἀπὸ τὴν φθορὰν καὶ ἀπὸ τὸν θάνατον. Τὰ Χριστούγεννα μᾶς ἔφεραν τὸν Θεὸν καὶ συγχρόνως τὸν ἄνθρωπον Ἰησοῦν. Ὁ Ὁποῖος Ἰησοῦς εἶναι ὁ Θεός καὶ ὁ Ἄνθρωπος. Καὶ εἶναι τὸ Πρόσωπον, τὸ Ὁποῖον ὅλοι διαισθανόμεθα ὅτι ὑπάρχει, ὅτι ἀπευθύνεται πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἐνδιαφέρεται δι᾿ ἡμᾶς καὶ ὅτι ὁπωσδήποτε ἔχομεν κάποιαν σχέσιν μαζί Του, εἴτε τὸ θέλομεν εἴτε ὄχι. Αὐτοῦ τοῦ μοναδικοῦ Προσώπου τὴν παρουσίαν εἰς τὴν ἱστορίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀγνοήσωμεν, διότι παρ᾿ ὅλας τὰς προσπαθείας ὡρισμένων νὰ ἀπομυθοποιήσουν αὐτήν, ἢ νὰ ἐξαφανίσουν τὸ Πρόσωπον αὐτὸ ἀπὸ τὴν ζωήν μας, αὐτὸ ἐμφανίζεται μετὰ ἱλαροῦ βλέμματος καὶ μετὰ προσδοκίας γεμάτης ἀπὸ ἀγάπην εἰς πολλὰς στιγμὰς τῆς ζωῆς μας καὶ μᾶς ἀπευθύνει σιωπηρῶς τὸν λόγον, μᾶς προτείνει τὴν ἀγάπην Του καὶ μᾶς ζητεῖ τὴν ἰδικήν μας. Μᾶς προσκαλεῖ.

Συνηθροίσθημεν, εἰς τὸν ἱερὸν αὐτὸν χῶρον, ὅλοι ἡμεῖς οἱ ἀναζητηταὶ τοῦ θεανδρικοῦ Προσώπου τούτου, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται καὶ ἀποχωρεῖ, παρεμβαίνει καὶ κρύπτεται, εἰσακούει χωρὶς νὰ ὑποτάσσῃ, ταπεινοῦται χωρὶς νὰ χάνῃ τὸ μεγαλεῖον Του, φανερώνει τὴν ἄπειρον δύναμίν Του ἐντὸς μιᾶς ἀπείρου κενώσεως καὶ ἀδυναμίας, ἰσχυρὸν καὶ ἀσθενές, εὔσπλαγχνον καὶ δίκαιον, σοφόν, φωτεινὸν καὶ κεκρυμμένον εἰς τὸν γνόφον τῆς ὑπὲρ τὴν γνῶσιν ἀγνοίας. Συνηθροίσθημεν, διὰ νὰ ἀνταλλάξωμεν ἐμπειρίας, νὰ βεβαιώσωμεν ἀλλήλους ὅτι δὲν μετέχομεν ὡς ἄνθρωποι τῆς διανθρωπίνης διαμάχης. Νὰ κηρύξωμεν εἰρήνην καὶ νὰ ζητήσωμεν εἰλικρινῶς καὶ ἀνιδιοτελῶς ἕκαστος ὅπως Αὐτὸ τὸ Πρόσωπον -τὸ μοναδικὸν εἰς τὴν Ἱστορίαν- μᾶς ἀποκαλύψῃ Ἑαυτό, ὄχι διὰ νὰ δικαιωθῇ καὶ τιμηθῇ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μέχρι τώρα ἰσχυρίζετο ὅτι Τὸ γνωρίζει, ἀλλὰ διὰ νὰ χαρῶμεν ὅλοι εἰς τὴν ἀνωτέραν πάσης ἐπιστημονικῆς γνώσεως ἀποκάλυψιν τοῦ Προσώπου Του.

Εὑρισκόμενοι ὅλοι ἐνώπιον τοῦ Ἁγίου Θυσιαστηρίου τοῦ Πανσέπτου τούτου Προσκυνήματος καὶ ἀναμένοντες ἐναγωνίως τὴν ἐμφάνισιν Αὐτοῦ, ἕκαστος εἰς τὴν καρδίαν του, καὶ πάντες εἰς τὰς καρδίας ὅλων (διότι γνωρίζομεν ὅτι ἡ ἀγάπη Του ἀγκαλιάζει ὅλους, φίλους καὶ ἐχθρούς, δικαίους καὶ ἁμαρτωλούς, μεγάλους καὶ μικρούς), δὲν ἔχομεν, δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν, διάθεσιν διαπληκτισμῶν καὶ ἐρίδων μεταξύ μας. Ὁ Μέγας Ἀναμενόμενος ἀγαπᾷ τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν εἰρήνην καὶ δὲν ἐμφανίζεται ἐκεῖ ὅπου γίνεται θόρυβος ψυχικός. Περιμένει νὰ γαληνεύσουν αἱ καρδίαι, νὰ ἡσυχάσουν τὰ πνεύματα, νὰ στραφοῦν τὰ βλέμματα πρὸς τὴν αὐλαίαν καὶ ὅταν τὰ κύματα τῶν ψυχῶν ἠρεμήσουν, θὰ ἐμφανισθῇ.

Ἡ αὐλαία εἶναι ἐντὸς τῶν καρδιῶν. Τὸ παραπέτασμα εἶναι πλέγμα διαλογισμῶν. Ὁ Μέγας Φίλος εἶναι παρὼν καὶ ἐὰν δὲν τὸν βλέπωμεν, αὐτὸ ὀφείλεται εἰς τὰ πολλὰ ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχομεν προσηλώσει τὴν προσοχήν μας. Ὁ ὀφθαλμὸς βλέπει ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἑστιάζεται καὶ τὴν ἑστίασιν αὐτοῦ προκαλεῖ ἡ καρδία καὶ ὁ νοῦς, διὸ καὶ οἱ ἀρχαῖοι ἔλεγον «νοῦς ὁρᾷ καὶ ἀκούει».

Οἱ ἄνθρωποι πολλάκις ἠμποδίσαμεν τὸ Πρόσωπον αὐτὸ νὰ ἐμφανισθῇ καὶ ὑπεδύθημεν τὸν ρόλον Αὐτοῦ, διὸ καὶ προέκυψαν αἱ συγκρούσεις μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διεξεδίκησαν ἕκαστος δι᾿ ἑαυτὸν τὸ προνόμιον νὰ εἶναι φορεῖς, ἐκπρόσωποι ἢ ἐκφρασταὶ τοῦ κεκρυμμένου εἰς τοὺς χοϊκοὺς ἀνθρωπίνους ὀφθαλμοὺς ἀλλὰ ἐμφανιζομένου Αὐτοῦ Προσώπου, τοῦ Ἰησοῦ, τοῦ Θεοῦ.

Ἤδη ὡριμάσαμεν ἐπαρκῶς, ὥστε νὰ σιωπήσωμεν, ἢ μᾶλλον νὰ ὁμιλήσωμεν ὄχι περὶ ἑαυτῶν, ἀλλὰ περὶ Ἐκείνου μόνου. Ἡ πίστις μας δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ δικαιώσῃ τὸν οἱονδήτινα ἐξ ἡμῶν ὡς ἀνακαλύψαντα τὸν ζητούμενον. Σκοπὸν ἔχει νὰ προετοιμάσῃ κάθε καρδίαν νὰ δεχθῇ καὶ φιλοξενήσῃ Αὐτὸν ἐντὸς καταλλήλου, εἰρηνικοῦ καὶ πρᾴου ψυχικοῦ περιβάλλοντος. Ὅταν τοῦτο γίνῃ δεκτὸν θὰ σιγήσῃ πᾶσα σὰρξ βροτεία καὶ θὰ σταθῇ μετὰ φόβου καὶ τρόμου, μηδὲν γήϊνον ἐν ἑαυτῇ λογιζομένη, ἀλλ᾿ ἀναμένουσα τὴν ἐμφάνισιν Ἐκείνου, τὸν Ὁποῖον ἀναζητοῦν οἱ αἰῶνες, τὸν Ὁποῖον ἀναζητεῖ πᾶσα ψυχὴ διὰ νὰ καταπαύσῃ ἀπὸ τῆς ἐναγωνίου ἀβεβαιότητος αὐτῆς.

Τιμῶντες πανηγυρικῶς καὶ ἐν ὕμνοις ἑορτίοις καταγεραίροντες τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα, τὸν προβάλλομεν πάντοτε ὡς εὐήκοον πρέσβυν πρὸς τὸν Πρόσωπον Αὐτό, τὸν Φιλάνθρωπον Θεόν, διὰ νὰ  παραβλέπῃ τὰς ἁμαρτίας καὶ τὰ πλημμελήματα ἡμῶν τὰ διὰ τὴν φυσικὴν ἀσθένειαν προκαλούμενα, εὐλογῇ πλουσιοδώρως τὴν καθ᾿ ἡμέραν ζωὴν ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν καὶ πάντων ὡς συνόλου. Προβάλλομεν τὸν Ἅγιον ὡς πρέσβυν παρὰ Θεῷ διὰ νὰ ὁδηγῇ ὅλους μας ἐν ἁγιασμῷ διηνεκεῖ, ὥστε καὶ ἡμεῖς νὰ χαίρωμεν ἀτελευτήτως τὴν χαρὰν τῶν καθορώντων τὴν δόξαν Αὐτοῦ τὴν ὑπέρλαμπρον, ἵνα «γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν», ὡς κατακλείει τὸ σημερινὸν μήνυμά του ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. (ι΄ 16-17).

Ἱερώτατε ἀδελφὲ ἅγιε Κερκύρας κύριε Νεκτάριε,

Σήμερον ὁ ἑστιάτωρ ὁ πνευματικός, ὁ Ἅγιος Σπυρίδων, μᾶς συνεκάλεσεν εἰς τὸν ἐν Κερκύρᾳ Ἱερὸν αὐτοῦ Ναὸν τοῦτον, τοῦ ὁποίου «ἡ τράπεζα θεία, ἡδέα τὰ θαύματα, αἱ πράξεις ἀθάνατοι». Σεῖς ὁ πνευματικὸς πατὴρ καὶ προστάτης τῆς ἱερᾶς ταύτης ὁλκάδος καὶ ποίμνης, ὁ γνωστὸς διὰ τὸ φρόνημα, τὴν πίστιν, τὴν προσφοράν, τὴν λειτουργικὴν καὶ κοινωνικὴν μαρτυρίαν, κατέστητε ἤδη γνωστὸς διὰ τὴν ἀγάπην καὶ τὴν προσοχήν σας πρὸς πάντας. Σᾶς συγχαίρομεν ἀδελφικῶς καὶ ἐκφράζομεν πρὸς ὑμᾶς τὴν εὐαρέσκειαν καὶ τὸν ἔπαινον καὶ τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κλῆμα τῆς ὁποίας μέχρι τὸ ἔτος 1866 ἀπετέλεσε καὶ ἡ Ἐπαρχία σας, ὅπως καὶ ὁλόκληρος ἡ εὐλογημένη Ἑπτάνησος, ὅτε καὶ παρεχωρήθη τῇ Ἁγιωτάτῃ Αὐτοκεφάλῳ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ συνεχίσῃ τὴν στρατείαν πρὸς τὴν σωτηρίαν. Μαζὶ μὲ τὰ ἀδελφικά μας συγχαρητήρια, δεχθῆτε καὶ τὴν εὐχὴν νὰ συνεχίσετε, Ἱερώτατε ἀδελφέ, ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ, μιμούμενος «τὸ πρᾷον, τὸ ἄκακον, τὸ ἁπλοῦν, τὸ φιλάνθρωπον, τὸ περὶ πάντας σοφόν» καὶ νὰ λάμπετε εἰς τὸν λαόν σας ὡς φῶς, ὡς οἱ προστάται σας Ἅγιοι Σπυρίδων Ἐπίσκοπος Τριμυθοῦντος, καὶ Νεκτάριος ὁ Πενταπόλεως.

Πρὸς σᾶς δέ, ἀδελφοὶ Κερκυραῖοι, ποὺ θησαυρίζετε εἰς τὸν Ναὸν αὐτὸν καὶ εἰς τὰς καρδίας καὶ εἰς τὰ σπίτια σας τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα, εὐχόμεθα νὰ τὸν ἀπολαμβάνετε καθημερινῶς ὡς «θαυμάτων πηγήν, ὡς ρεῖθρον ἀγάπης μὴ κενούμενον, ὡς ὄργανον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς ἐπουράνιον ἄνθρωπον, ὡς ἐπίγειον ἄγγελον, ὡς φίλον γνήσιον τοῦ Χριστοῦ καὶ ὡς ἐργάτην τοῦ ἀμπελῶνός Του». 

Ὁ Πατριάρχης σας καὶ σήμερον δέεται καὶ πάντοτε ἐκεῖ εἰς τὴν ἀκρώρειαν τοῦ Φαναρίου θὰ δέεται: «Ἅγιε καὶ θαυματουργὲ Σπυρίδων, ὕψωσον τὰς σεπτὰς χεῖράς σου, διὰ τῶν ὁποίων τοσαῦτα θαυμαστὰ καὶ ἐξαίσια εἰργάσθης ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ ζῶν καὶ πολιτευόμενος καὶ ἔμπλησον τοὺς προσκυνοῦντας τὴν θαυματόρρυτον καὶ τιμίαν σορόν σου διὰ τῶν καρπῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, φυλάττων ἐνταῦθα τὴν φιλοξενοῦσάν σε Νῆσον καὶ τοὺς ἐν αὐτῇ κατοικοῦντας καὶ τῷ ἱερῷ σου Ναῷ προστρέχοντας πιστούς, ἀπὸ παντὸς ψυχικοῦ καὶ σωματικοῦ κινδύνου, καταξιῶν ἐν τῷ μέλλοντι τοῦ ποθητοῦ Παραδείσου, ἔνθα καὶ ἡ ἰδική σου θεόφλεκτος ψυχὴ εὐφραίνεται σὺν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις». Ἀμήν.

Για την ονομαστική εορτή του Μητροπολίτου Ζακύνθου κ. Διονυσίου Δ΄

Την προσεχή  Tετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014, ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία τιμά την μνήμη του Προστάτη και Πολιούχου του νησιού μας Αγίου Διονυσίου, Αρχιεπισκόπου Αιγίνης, άγει τα ονομαστήριά του ο Σεβ. Μητροπολίτης Ζακύνθου κ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ  Δ΄, ο οποίος θα δεχθεί τις ευχές του Κλήρου και του Λαού το απόγευμα της 17ης Δεκεμβρίου από ώρα 5 έως 8 μ.μ. στο Αρχονταρίκι της Ιεράς Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου.

Παράκληση θερμή, αντί δώρων, γλυκισμάτων και ανθέων να κατατεθούν χρήματα στο  Ευαγές Ταμείο Απόρων Φοιτητών, επειδή εκεί υπάρχει μεγάλη ανάγκη λόγω της οικονομικής κρίσης.
Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Λαμπρές στιγμές Πατριαρχικού Εσπερινού για τον Άγιο Σπυρίδωνα στην Κέρκυρα

 Εσπέρας 11ης Δεκεμβρίου 2014
Φωτο-ανταπόκριση: π. Δημήτριος Κοσκινάς 








































Ὁμιλία
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος 
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου
μετὰ τὸ πέρας τοῦ Ἑσπερινοῦ
εἰς τὸ Ἱερὸν Προσκύνημα
τοῦ Ἁγίου καὶ Θαυματουργοῦ Σπυρίδωνος
ἐπί τῇ Ἐτησίᾳ Μνήμῃ Αὐτοῦ
(11 Δεκεμβρίου 2014)

Ἱερώτατε ἀδελφὲ Μητροπολῖτα Κερκύρας καὶ Παξῶν κύριε Νεκτάριε,
Ἱερώτατοι ἅγιοι Ἀδελφοί,
Ἐντιμότατοι ἐκπρόσωποι τῶν ἀρχῶν,
Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Πατριάρχου σας ἠγαπημένα,

«Εἰρήνη ὑμῖν πᾶσι τοῖς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Α΄ Πέτρ. ε΄ 14), ἐπαναλαμβάνομεν μετὰ Πέτρου τοῦ Πρωτοκορυφαίου Ἀποστόλου καὶ ἡμεῖς, πρὸς ἐσᾶς, εὐλογημένοι Ὀρθόδοξοι Κερκυραῖοι, πανηγυρίζοντες τὴν μνήμην τοῦ ἀγαπήσαντος τὸν Χριστὸν καὶ κατοχυρώσαντος μετὰ καὶ τῶν λοιπῶν Θεοφόρων Πατέρων τῆς Α΄ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τὴν Ὀρθόδοξον Πίστιν μας καὶ τὸ δόγμα της. Ἡ μνήμη τοῦ πολιούχου καὶ προστάτου σας Ἁγίου Σπυρίδωνος τοῦ θαυματουργοῦ μᾶς προσεκάλεσεν εἰς πνευματικὴν συνάθροισιν εἰς τὸν Ἱερόν του Ναόν, ὅπου οἱ πατέρες σας τὸν ὕμνησαν καὶ τὸν ὑμνοῦμε σήμερον καὶ ἡμεῖς, ἐπικαλούμενοι τὴν βοήθειαν καὶ προστασίαν του καὶ προσδοκῶντες τὸ θαῦμα.

Εἶναι μεγάλη ἡ συγκίνησίς μας προσωπικῶς, διότι ἔχομεν τὴν εὐλογίαν νὰ ἱστάμεθα ἐνώπιον τοῦ ἀφθάρτου ἱεροῦ σκηνώματος τοῦ Ἁγίου, τὸ ὁποῖον, θείᾳ Προνοίᾳ, μετεφέρθη εἰς τὴν νῆσον σας ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ἐκ τῆς ἕδρας δηλαδὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀφοῦ εἶχε παραμείνει εἰς αὐτὴν ἐπὶ ὀκτὼ περίπου αἰῶνας, ὅπου κατὰ τὰ τέλη τοῦ 7ου αἰῶνος εἶχε μετακομισθῆ ἐκ τῆς πατρίδος τοῦ Ἁγίου, τῆς ἁγιοτόκου Κύπρου, διὰ νὰ σωθῇ ἐκ τῶν κινδύνων τῶν πειρασμικῶν καὶ τότε ἀραβικῶν ἐπιδρομῶν.

Τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔσβυναν αἱ κανδῆλαι καὶ αἱ λαμπάδες τοῦ περικλύτου καὶ περιπύστου ἀγλαΐσματος τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας καὶ ἐκαλύπτοντο –καὶ μένουν κεκαλυμμέναι- αἱ τοιχογραφίαι καὶ αἱ εἰκόνες αὐτῆς -πλὴν τῆς περιφήμου Δεήσεως τῆς Ὑπεραγίας ἡμῶν Θεοτόκου καὶ τοῦ Τιμίου Προδρόμου πρὸς τὸν Κύριον, συνεχιζόντων τρόπον τινὰ καὶ ἁπτῶς ὑπὸ τὰς ἐσβεσμένας λυχνίας τὴν δέησιν ὑπὲρ τοῦ κόσμου παντός- ἡ Κέρκυρα ἐκέρδισεν ἕνα ἀκοίμητον λύχνον, ἢ ὀρθότερον εἰπεῖν, στήλην φωτός, τὸν θαυματουργὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα.

Ὁ Ἅγιός σας, ὁ Ἐπίσκοπος Τριμυθοῦντος Σπυρίδων, εἶναι ὁ λύχνος, τὸ φῶς, τὸ ὁποῖον ὁδηγεῖ ἀνὰ τοὺς αἰῶνας τὸν λαὸν τῆς Κερκύρας. Ὁ λύχνος αὐτὸς οὐδέποτε ἔπαυσε νὰ φωτίζῃ τὴν ἱστορίαν της. Τὸ φῶς ἐνυπάρχει ἀκόμη καὶ εἰς τὴν ἁγιοπρεπῆ ἡσυχίαν τοῦ τιμίου λειψάνου. Ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν δέχεται τὰ πλήθη τῶν προσκυνητῶν, ἐκχέεται καὶ ἀκτινοβολεῖ πρὸς τὰ ἔξω. Αὐτὸ τὸ φῶς, τὸ ὁποῖον περιβάλλει τὸ ἄφθαρτον σκήνωμα τοῦ Ἁγίου, εἶναι τὸ ἀπάγαυσμα τῆς Θεότητος, τὸ αἰώνιον καὶ ἀΐδιον φῶς, τὸ ὁποῖον εἶδον οἱ Ἀπόστολοι εἰς τὸ Θαβὼρ καὶ ἔλαβον οἱ ἅγιοι ἔτι ζῶντες ὡς ἀραββῶνα τῆς μελλούσης ζωῆς, ἡνώθησαν δὲ μετ᾿ αὐτοῦ ἀδιαστάτως εἰς τοὺς αἰῶνας, μετὰ τὴν κοίμησίν των. Αὐτὸ τὸ θεῖον φῶς τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος σᾶς ἐκληροδότησεν, ἀδελφοὶ Κερκυραῖοι, ἡ Μήτηρ σας Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τὶ περισσὸν τούτου;

Ἡ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία ἔπεσεν, ἡ λειτουργία ἐν τῷ Πανσέπτῳ Ναῷ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας ἔμεινεν ἡμιτελής, ἀναμένουσα τὸν καθαγιασμὸν τῶν ἁγίων, τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου, αἱ ἅγιαι εἰκόνες ἐβεβηλώθησαν καὶ ἐκαλύφθησαν μὲ ἄσβεστον, ἀλλὰ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον δὲν ἔπαυσε νὰ ἀποστέλλῃ εἰς ἅπασαν τὴν οἰκουμένην τὸ μήνυμα τῆς ἐν Χριστῷ τελείας ζωῆς καὶ ἀπαθείας, ἡ ὁποία εἶναι φῶς καὶ ζωή. Δὲν ἔπαυσε νὰ στέλλῃ εἰς τὴν οἰκουμένην τὸ μήνυμα τῶν ἁγίων του, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἔμψυχοι εἰκόνες τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἔλαβε τὸ φῶς ἀπὸ τὸν Πατέρα: «Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ Πατρός μου» (Λουκ. ι΄ 22). Μὲ τοῦτο τὸ φῶς καταυγάζει καὶ τοὺς ἁγίους Του, καὶ δι᾿ αὐτῶν καὶ ἡμᾶς τοὺς ἀναξίους, ἀνὰ τοὺς αἰῶνας. 
Αὐτὸ τὸ φῶς δὲν ἔπαυσε νὰ ἐκπέμπῃ ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία ζῇ τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερίαν της καὶ κηρύττει καὶ διδάσκει καὶ μαρτυρεῖ τῇ ἀληθείᾳ. 

Ἔχει, λοιπόν, ἡ μεταφορὰ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου εἰς τὴν νῆσόν σας, τὸ ἔτος 1456, τρία ἔτη μετὰ τὴν Ἅλωσιν τῆς Πόλεως, τὸ συμβολικὸν μυστικὸν νόημα: ὅτι τὸ φῶς τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐξακολουθεῖ νὰ λάμπῃ εἰς τὴν οἰκουμένην καὶ εἶναι τὸ φῶς τὸ ἀναστάσιμον, τὸ ὁποῖον ἐξακτινοῦται εἰς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου καὶ θὰ λάμπῃ εἰς τοὺς αἰῶνας. Διότι εἶναι τὸ φῶς τῆς ἄλλης βιοτῆς, εἶναι τὸ φῶς τῆς βασιλείας, «ἥτις οὒκ ἐστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» (Ἰωάν. ιη΄ 36), αὐτῆς τῆς βασιλείας, τὴν ὁποίαν ἐνσαρκώνει ἐπὶ τῆς γῆς ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Τὸ τίμιον λείψανον, τὸ ὁποῖον προσκυνοῦμεν, μᾶς ἑνώνει μὲ τὸν Θεὸν καὶ μὲ τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα, διὰ τῆς ἀκτίστου θείας ἐνεργείας, τῆς ὁποίας γινόμεθα μέτοχοι. Ὁ Ἅγιος Σπυρίδων εἶναι ὁ κορυφαῖος μυσταγωγὸς τοῦ θαύματος καὶ τῆς ζωῆς τῆς Κερκύρας. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ «ἀεὶ ζῶν», ὁ ὁποῖος ἐστήριξε τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν της, τὴν ἔσωσεν ἐκ τῆς πανώλης τὸ 1673 καὶ ἐκ τῆς πολιορκίας τῶν ἀσεβῶν τὸ 1716, τὴν ὁποίαν σωτηρίαν καὶ ἐλευθερίαν πανηγυρικῶς ἑορτάζετε κατ᾿ ἔτος, ἐδῶ εἰς τὸ νησί σας, τὴν 11ην Αὐγούστου, διὰ τῆς λιτανεύσεως τοῦ τιμίου λειψάνου καὶ τοῦ τριημέρου προσκυνήματος, ἀποδιδόντες ἀνὰ τοὺς αἰῶνας εὐγνώμονα εὐχαριστίαν εἰς τὸν θαυμαστὸν ἐν τῷ Ἁγίῳ Του Σπυρίδωνι Θεὸν τῶν Πατέρων ἡμῶν.

Ὁ Ἅγιός σας, διὰ τοῦ σκηνώματός του, ἑνώνει σήμερον περισσότερον ἁπτῶς τὴν Κέρκυραν, τὴν Ἐπισκοπὴν Τριμυθοῦντος Κύπρου καὶ τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὴν δευτέραν μόνιμον πατρίδα του ἐν τῷ περικλύτῳ Ναῷ τούτῳ, ἐνῷ ἡ Ἁγία ψυχή του εὑρίσκεται εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, τῆς ὁποίας τὰ τείχη ἐν χερσὶ τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ.

Ὁ Ἅγιος Σπυρίδων ἀκόμη ἑνώνει τοὺς ἁπανταχοῦ τῆς οἰκουμένης διεσπαρμένους πιστοὺς τοῦ Σωτῆρος, καθὼς προσκυνηταὶ τῆς Χάριτός Του προσέρχονται ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς. 

Γενόμενος ὁ ἴδιος ἀγγέλων συλλειτουργός, ἀποστόλων σύνθρονος, ὁμολογητῶν σύναθλος, πατριαρχῶν σύσκηνος, δικαίων ἁπάντων κοινωνός, νῦν εὐφραίνεται καὶ ἀγάλλεται παριστάμενος τῷ θρόνῳ τοῦ Χριστοῦ καὶ πρεσβεύει καὶ δέεται ὑπὲρ ἡμῶν τῶν περιλειπομένων τέκνων του, προσφέρων τὴν ὑπὲρ τοῦ κόσμου παντὸς παράκλησιν. 

Σᾶς εὐχαριστοῦμεν, ἅγιε ἀδελφέ, Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Κερκύρας καὶ Παξῶν κύριε Νεκτάριε, διότι διὰ τῆς εὐγενοῦς προσκλήσεώς σας μᾶς ἐδώσατε τὴν εὐλογίαν τῆς προσκυνήσεως τοῦ τιμίου λειψάνου καὶ ἐνισχύσεως τῶν πνευματικῶν δεσμῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς σας μετὰ τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, τῆς ὁποίας κλῆμα εὔκαρπον ὑπῆρξε καὶ αὐτὴ μέχρι πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος αἰῶνος καὶ ἀπογαλακτισθεῖσα συνεχίζει τὸν ἀγῶνα τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς διακονίας τοῦ εὐλογημένου τούτου λαοῦ. 

Εὐχόμεθα ὁ ἅγιος νὰ σᾶς φωτίζῃ, νὰ σᾶς στηρίζῃ καὶ νὰ σᾶς ἐνθαρρύνῃ εἰς τὴν πολύμοχθον καὶ πολύπτυχον ἀρχιερατικὴν διακονίαν σας.

Εὐχαριστοῦμεν ὅλους σας, ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ καὶ τέκνα, κλῆρον καὶ λαόν, διὰ τὰς ἐκδηλώσεις τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ σεβασμοῦ σας πρὸς τὸ ταπεινὸν ἡμῶν πρόσωπον, ἀντανακλώσας εἰς τὸ ἐκθρέψαν καὶ σᾶς πνευματικῶς καὶ ἐκκλησιαστικῶς Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον.

Ὅλως ἰδιαιτέρως εὐχαριστοῦμεν τοὺς παρισταμένους καὶ συμπροσευχομένους ἀδελφοὺς ἐν Χριστῷ Ἱεράρχας, διότι, «ἀφέντες πλοῖα καὶ δίκτυα», τὰς πολλαπλᾶς ἕκαστος ὑποχρεώσεις καὶ εὐθύνας του εἰς τὴν διακονίαν τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, προσῆλθον προφρόνως εἰς τὴν νῆσον τῶν Φαιάκων καὶ συνεορτάζουν μετὰ τοῦ λαοῦ αὐτῆς καὶ τῆς ἡμετέρας Μετριότητος καὶ τῆς Πατριαρχικῆς ἡμῶν συνοδείας τὸν ἅγιον Ἐπίσκοπον Σπυρίδωνα, τοῦ ὁποίου ἡ χάρις εἴθε νὰ συνοδεύῃ αὐτοὺς εἰς τὸ διηνεκές, ὁμοῦ μετὰ τῆς ἀδελφικῆς ἡμῶν στοργῆς καὶ τιμῆς, μεθ᾿ ὧν καὶ ἀσπαζόμεθα περιπαθῶς ἕνα ἕκαστον ἐξ αὐτῶν. Ὁ Χριστὸς ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν!

Ἀδελφοί,

Προερχόμενοι ἐκ τῶν χώρων τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, τοῦ ἀχωρήτου χώρου τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, ἐκ τῆς Κωνσταντινουπόλεως «οὐκ ἐντολὴν καινὴν μεταφέρομεν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ἐντολὴν παλαιάν, ἦν εἴχετε ἀπ᾿ ἀρχῆς», δηλαδὴ τὴν ἐντολὴν τῆς ἀγάπης, ποὺ σᾶς ἐδίδαξεν ἀνὰ τοὺς αἰῶνας ἡ Μήτηρ σας Ἐκκλησία, καὶ ἡ ὁποία εἶναι τὸ θαῦμα, τὸ ὁποῖον ζοῦμε καὶ ἀπόψε ὅλοι μας μὲ τὴν ἀόρατον παρουσίαν τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος. «Ἡ ἐντολὴ ἡ παλαιά ἐστιν ὁ λόγος ὃν ἠκούσατε ἀπ᾿ ἀρχῆς• πάλιν ἐντολὴν καινὴν γράφω ὑμῖν, ὅ ἐστιν ἀληθὲς ἐν αὐτῷ καὶ ἐν ὑμῖν, ὅτι ἡ σκοτία παράγεται καὶ τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν ἤδη φαίνει» (Α΄ Ἰω. β΄ 7-9), δηλαδὴ ὅτι τὸ θαῦμα, τὸ ὁποῖον κατεργάζεται ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἐν ὑμῖν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας διὰ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, εἶναι συνεχές. Εἴμεθα βέβαιοι δι᾿ αὐτό. Τὸ προσδοκῶμεν δι᾿ ὅλους σας, διὰ τὴν Κέρκυραν, διὰ τὴν Ἑπτάνησον, διὰ τὴν Ὀρθόδοξον Ἑλλάδα καὶ τὸν εὐλογημένον λαόν της.

Εὐχόμεθα πατρικῶς ὁ Ἅγιος νὰ σᾶς σκέπῃ, νὰ σᾶς φρουρῇ, νὰ σᾶς ἁγιάζῃ καὶ νὰ σᾶς ἀξιώσῃ νὰ διέλθετε τὴν ἐγγίζουσαν μεγάλην ἑορτὴν τῶν Χριστουγέννων, μετὰ συναισθήσεως τοῦ βαθυτέρου νοήματός της, ποὺ εἶναι, ἡ ἐρχομένη Ἀγάπη, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς ὁδηγεῖ τὸ ἀνέσπερον φῶς τοῦ ἀστέρος τῆς Βηθλεέμ, τὰ δῶρα τῶν μάγων, ἡ δοξολογία ὑπὸ ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων τοῦ ἀρρήτου μυστηρίου τῆς ἐν ἀνθρώποις ἐρχομένης εὐδοκίας καὶ τῆς προσδοκωμένης καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνης.


Ἀμήν.

Εικόνες Εσπερινού για τον Άγιο Σπυρίδωνα στον Ναό Θείας Αναλήψεως Ζακύνθου

Εσπέρας 11ης Δεκεμβρίου 2014 




















Ο Οικουμενικός Πατριάρχης με τη Νεολαία της Κέρκυρας

 Πρωί της 11ης Δεκεμβρίου 2014, στο Πνευματικό Κέντρο της Μητροπόλεως Κερκύρας 




























Ο Οικουμενικός Πατριάρχης συνάντησε περί τους 300 μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου, μαζί με στελέχη της εκπαίδευσης, διευθυντές σχολείων και θεολόγους καθηγητές στο Πνευματικό Κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων. 

Οι μαθητές και οι μαθήτριες είχαν λάβει μέρος σε σχετικό διαγωνισμό που διοργάνωσαν από κοινού η Ιερά Μητρόπολις και η Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Ιονίων Νήσων και κατόπιν αδείας του Υπουργείου Παιδείας. Ο Πατριάρχης ξεναγήθηκε σε εδική έκθεση από τα προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης που διοργανώνονται στην Κέρκυρα, ενώ προβλήθηκε προς τιμήν του ειδικό βίντεο, παραγωγή του Κέντρου Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης του νησιού. Προς τιμήν του έψαλε η Χορωδία του Μουσικού Σχολείου Κέρκυρας, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή κ. Γεωργίου Άνθη. 

Τον Παναγιώτατο προσφώνησε ο Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης Ιονίων Νήσων κ. Ιωάννης Καραβασίλης, ο οποίος μεταξύ άλλων τόνισε: 

«Πέρα από το αξίωμα και το θεσμό, λόγο συγκίνησης για μας αποτελεί και το ότι το πρόσωπό Σας Παναγιώτατε εκφράζει με συνέπεια και με ευρύτητα πνεύματος όχι μόνο την Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά και τη διαχρονική και οικουμενική διάσταση της Ορθοδοξίας και προωθεί με ταπεινοφροσύνη και σεμνότητα μεν, αλλά σθεναρά, τις διορθόδοξες, διαχριστιανικές και διαθρησκευτικές σχέσεις που αντικατοπτρίζουν την πιο σύγχρονη κατανόηση των σχέσεων της Εκκλησίας με τον κόσμο. Αυτήν την οδό υπηρετεί και η Παιδεία. 

Αγωνιζόμαστε να κρατήσουμε τις πνευματικές μας ρίζες, αλλά και να διαλεχθούμε με την σύγχρονη εποχή, ώστε η νεολαία μας να γνωρίζει από πού έρχεται και ποια είναι η ταυτότητά της και την ίδια στιγμή να μπορεί να είναι σύγχρονη, ανοιχτή στα δεδομένα του σήμερα, με κριτικό πνεύμα και με γερές βάσεις. Οι νέοι θέλουν γέφυρες με την ορθόδοξη παράδοση. Θέλουν την Εκκλησία δυναμική και την ίδια στιγμή να τους αγκαλιάζει με αγάπη. Και αυτό το μήνυμα, το οποίο η Ιερά Μητρόπολη Κερκύρας και ο Σεβασμιώτατος κ. Νεκτάριος, με ιδιαίτερη αγωνία και φροντίδα προσπαθούν να υιοθετήσουν, είναι και δική μας μέριμνα. Να συνεργαζόμαστε οι θεσμοί και μάλιστα η Εκπαίδευση με την Εκκλησία χωρίς προκαταλήψεις». 

Κατόπιν διαβάστηκαν τα τέσσερα καλύτερα κείμενα από τους μαθητές που συμμετείχαν στον διαγωνισμό. Με γλώσσα νεανική και ειλικρινή, τα παιδιά ζήτησαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία και ιδιαιτέρως τους κληρικούς να έρθουν πιο κοντά στην νεολαία, να μην δίνουν τόση σημασία στην εξωτερική εμφάνιση ή στη στάση ζωής των νέων, αλλά με αγάπη, υπομονή και την ίδια στιγμή αποδοχή της νεότητας να τείνουν το χέρι προς τους νέους. Χρειαζόμαστε υποδείγματα πίστης, ταπείνωσης και αγάπης και αυτό ζητούμε από την Εκκλησία, είπαν μεταξύ άλλων τα παιδιά. 

Κατόπιν, στα παιδιά μίλησε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ως ακολούθως: 


Ὁμιλία 
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος 
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου 
κ. κ. Βαρθολομαίου 
κατὰ τὴν Συνάντησιν Αὐτοῦ μετὰ τῶν Μαθητῶν 
τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν Λυκείων τῆς Κερκύρας 
(11 Δεκεμβρίου 2014) 

Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Κερκύρας καὶ Παξῶν κύριε Νεκτάριε, 
Ἱερώτατοι ἅγιοι Ἀδελφοί, 
Ἐλλόγιμοι ἐκπαιδευτικοί, 
Ἀγαπητοὶ μαθηταὶ καὶ μαθήτριαι, 
τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, 

Μὲ πολλὴν χαρὰν ἀρχίζομεν τὴν δευτέραν ἡμέραν τῆς ἐπισήμου ἐπισκέψεώς μας εἰς τὴν ὡραίαν νῆσον σας μὲ αὐτὴν τὴν συνάντησιν, τὴν συνάντησιν μὲ τοὺς μαθητὰς τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν Λυκείων τῆς Κερκύρας. Χαιρόμεθα βλέποντες τὰ χαρούμενα πρόσωπά σας, τὰ ὁποῖα προσφέρουν εἰς ἡμᾶς τοὺς μεγαλυτέρους ἐλπίδα καὶ αἰσιοδοξίαν διὰ τὸ μέλλον. Χαιρόμεθα βλέποντες τὸ ἐνδιαφέρον σας καὶ τὰς ἀνησυχίας διὰ τὸ περιβάλλον καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς προστασίας του, ὅπως τὴν παρουσιάζετε μέσῳ τῆς ἐκθέσεως τῶν περιβαλλοντικῶν δράσεων, εἰς τὴν ὁποίαν εἴχομεν πρὸ ὀλίγου τὴν εὐκαιρίαν νὰ ξεναγηθῶμεν. Χαιρόμεθα ὅμως ἀκούοντες καὶ τοὺς προβληματισμούς σας τοὺς ὁποίους διατυπώσατε διὰ τῆς συμμετοχῆς σας εἰς τὸν διαγωνισμὸν μὲ θέμα «Τί ζητοῦν οἱ νέοι ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξίαν σήμερα». Διότι αἱ σκέψεις σας καὶ οἱ προβληματισμοί σας ἀποδεικνύουν ὅτι κατανοεῖτε τὴν θέσιν καὶ τὴν σημασίαν τῆς ᾽Ορθοδοξίας τόσον εἰς τὸν σύγχρονον κόσμον ὅσον καὶ εἰς τὴν ζωὴν τοῦ κάθε ἀνθρώπου ξεχωριστά. Διότι, ὅπως γνωρίζετε, ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι μία νεκρὰ θρησκεία, ἡ ὁποία δὲν συμβαδίζει μὲ τὴν ἐποχήν μας, οὔτε μία θρησκεία τῆς ὁποίας τὰ διδάγματα καὶ τὰ πιστεύματα εὑρίσκονται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἐποχήν μας. 

Σεῖς, ὡς νέοι, εἶναι φυσικὸν νὰ ζητῆτε ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξίαν αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔχει ἀνάγκη ἡ ψυχὴ τοῦ κάθε νέου. Ζητεῖτε ἀπαντήσεις εἰς τὰ βασικὰ ἐρωτήματα τῆς ψυχῆς ἑκάστου ἀνθρώπου, ἀπαντήσεις διὰ τὸν Θεὸν καὶ τὴν ὕπαρξίν του, ἀπαντήσεις διὰ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον, ἀπαντήσεις διὰ τὴν ζωήν, διὰ τὰς σχέσεις μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, διὰ τὴν κατάστασιν ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τὸν κόσμον, τὴν κοινωνικὴν ἀδικίαν, τὴν σύγκρουσιν τῶν πολιτισμῶν καὶ τῶν θρησκειῶν, τὸν φανατισμὸν καὶ τὸν φονταμενταλισμόν. 

Ἡ νεότης εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς διερευνήσεως τοῦ κόσμου, τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Εἶναι ἡ περίοδος τῶν ἀποριῶν καὶ τῶν ἐρωτήσεων. Εἶναι ἀκόμη καὶ ἡ περίοδος τῆς κριτικῆς ἢ καὶ τῆς ἀρνήσεως τῶν μεγαλυτέρων, τοῦ «κατεστημένου», ἀκόμη καὶ τῶν θεσμῶν. Δι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, βαδίζοντας εἰς τὰ ἴχνη τῶν πατέρων καὶ μεγάλων διδασκάλων της, στέκεται μὲ ἀγάπην ἔναντι τῶν ἐρωτημάτων τῶν νέων καὶ αὐτῆς ἀκόμη τῆς κριτικῆς τους. Συνομιλεῖ μὲ τοὺς νέους, πολλοὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἐπισκέπτονται συχνὰ καὶ τὸ Οἰκουμενικόν μας Πατριαρχεῖον εἰς τὸ πλαίσιον σχολικῶν ἐκδρομῶν, καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ δίδῃ ἀπαντήσεις εἰς ὅλα τὰ ἐρωτήματά τους. Ἐπιθυμεῖ δὲ μὲ κάθε τρόπον νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ αἰτήματά σας. 

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ζῇ καὶ κινεῖται ἐν τῷ κόσμῳ, δι᾽ αὐτὸ καὶ ἔχει πάντοτε ἀπαντήσεις διὰ τὰ συμβαίνοντα εἰς τὸν κόσμον καὶ ἀπασχολοῦντα τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ ἐξελίξεις τοῦ κόσμου δὲν ἐπηρεάζουν ἀσφαλῶς τὴν πίστιν της εἰς τὸν Χριστὸν ὁ ὁποῖος εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας», καὶ ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ διὰ τοὺς ἀνθρώπους κάθε ἐποχῆς «τὴν ὁδὸν καὶ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ζωήν». 

Ἡ σχέσις τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τοὺς ἀνθρώπους, καὶ βεβαίως καὶ μὲ σᾶς τοὺς νέους, δὲν εἶναι σχέσις θεωρητικὴ ἀλλὰ βιωματική, ἐμπειρική. Διὰ τὴν Ὀρθοδοξίαν δὲν ὑφίσταται ἡ θέσις, ἡ ὁποία κακῶς πολλάκις τῆς ἀποδίδεται, «πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα», ἀλλὰ ἡ θέσις τοῦ ἀποστόλου Φιλίππου, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν ἀμφισβήτησιν τοῦ φίλου του Ναθαναήλ, ἐὰν δύναται νὰ προέλθῃ κάτι καλὸν ἐκ τῆς Ναζαρέτ, ἀπήντησε τὸ «ἔρχου καὶ ἴδε». 

Αὐτὴν τὴν πρόσκλησιν ἀπευθύνει μέχρι σήμερον καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία πρὸς πάντα ἄνθρωπον καλῆς θελήσεως καὶ ἰδίως πρὸς τοὺς νέους. Διότι ἡ γνωριμία μὲ τὸν Χριστὸν δὲν εἶναι γνωριμία θεωρητική, δὲν εἶναι γνῶσις προερχομένη ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν βιβλίων καὶ πραγματειῶν, εἶναι ἐπαφή, εἶναι βίωμα, εἶναι κοινωνία μετ᾽ Αὐτοῦ, εἶναι ἕνωσις μετὰ τοῦ Θεοῦ. Πάντα ταῦτα ἐπιτυγχάνονται μὲ τὴν προσωπικὴν συνάντησιν τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεόν, τοῦ πλάσματος μὲ τὸν δημιουργόν του, ἡ ὁποία πραγματώνεται μέσα εἰς τὴν ἀγάπην. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι δεδομένη ἐκ τῆς φύσεώς του. Τό ζητούμενον εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος ἀναζητεῖ τὴν ἀγάπην, δὲν γνωρίζει ὅμως πάντοτε νὰ τὴν προσφέρῃ μὲ τὸν κατάλληλον τρόπον καὶ δὲν συνειδητοποιεῖ ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον λύονται ὅλαι αἱ ἀπορίαι καὶ προσεγγίζεται ἡ γνῶσις. 

Δι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν βασίζει τὴν πίστιν της μόνον εἰς τὰς γραπτὰς πηγάς της ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐμπειρίαν τῶν ἁγίων της, καλοῦσα ὅλους τοὺς ἀνθρώπους νὰ βιώσουν τὴν πίστιν καὶ νὰ ζήσουν μὲ τὸν Χριστόν. 

Ὑπάρχει μία φράσις ἡ ὁποία ἀποδίδεται εἰς τὸν ἱερὸν Αὐγουστῖνον καὶ ἡ ὁποία, ἄν καὶ πολλὲς φορὲς παρερμηνεύεται ἢ παρανοεῖται, περιγράφει τὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ δίδει ἀπάντησιν εἰς πολλὰ ἐρωτήματα ἀπὸ ὅσα ἀνακύπτουν εἰς τὴν ζωὴν καὶ τὴν πορείαν τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἰδιαιτέρως ἑνὸς νέου. Ἡ φράσις εἶναι «Ἀγάπα τὸν Θεὸν καὶ κάνε ὅ,τι θέλεις». 
Ὁ Θεὸς δὲν θέτει εἰς τὸν ἄνθρωπον ὅρια, παρὰ μόνον ἕνα, τό ὅριον τῆς ἀγάπης. Ἀπὸ τὴν ἐντολήν, ἄλλωστε, τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν ἄνθρωπον, ὅπως βεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, «ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται κρέμανται». Ὁ Θεὸς δὲν ἀπαγορεύει τίποτε εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸν ἀφήνει ἐλεύθερον νὰ ἐπιλέξῃ καὶ νὰ πράξῃ ὅ,τι ἐκεῖνος κρίνει. Ὑπὸ μίαν προϋπόθεσιν: νὰ μὴν προσκρούῃ εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μὴν τὸν λυπῇ. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾷ τὸν Θεόν, τότε ἡ ἀγάπη αὐτὴ τοῦ δείχνει τί ἠμπορεῖ νὰ κάνῃ καὶ τί ὄχι. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ τὸν Θεόν, τότε δὲν θέλει νὰ κάνῃ κάτι τὸ ὁποῖον θὰ τὸν λυπήσῃ, ὅπως δὲν θέλει νὰ κάνῃ καὶ κάτι τὸ ὁποῖον θὰ λυπήσῃ ἕνα προσφιλές του πρόσωπον. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὁ ἄνθρωπος δὲν αἰσθάνεται ἀπαγόρευσιν, δὲν αἰσθάνεται στέρησιν τῆς ἐλευθερίας του, διότι ἡ ἀγάπη καλύπτει τὴν ψυχήν του καὶ τὴν πληροῖ διὰ τῆς ἀνεκλαλήτου χαρᾶς καὶ γλυκύτητος, τὴν ὁποία προσφέρει ὁ Θεός. Αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾷ τὸν Θεόν, ἀγαπᾷ καὶ τὸν συνάνθρωπόν του. Διότι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν διαβαίνει διὰ τοῦ συνανθρώπου μας, διὰ τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ὁ συνάνθρωπος, ὁ πλησίον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγαποῦμε τὸν Θεὸν καὶ νὰ μισοῦμε τὸν συνάνθρωπόν μας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγαποῦμε τὸν Θεὸν καὶ νὰ ἀδικοῦμε τὸν συνάνθρωπόν μας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγαποῦμε τὸν Θεὸν καὶ νὰ ἀδιαφοροῦμε διὰ τὴν δυστυχίαν τοῦ συνανθρώπου ἤ, πολύ περισσότερον, νὰ συμβάλλωμεν εἰς αὐτήν. Τί διαφορετικὸς θὰ ἦταν ὁ κόσμος ἐὰν ἐφαρμόζαμε ὅλοι τὴν ἀρετὴν τῆς ἀληθοῦς ἀγάπης, τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης. 

Τὸ κριτήριον αὐτὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ καὶ τὴν λυδίαν λίθον διὰ τὴν ἐπίλυσιν ὅλων τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τὸν σύγχρονον κόσμον καὶ τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον καὶ τὰ ὁποῖα θεωρητικῶς δὲν θίγονται εἰς τὸ Εὐαγγέλιον. Δι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν διστάζει νὰ τοποθετηθῇ ἔναντι τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα προβληματίζουν τὸν ἄνθρωπον τοῦ 21ου αἰῶνος, εἴτε πρόκειται διὰ θέματα περιβαλλοντολογικά, εἴτε διὰ τὰ θέματα τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, εἴτε διὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν περισσότερον τοὺς νέους ἀνθρώπους (ναρκωτικά, σχέσεις τῶν δύο φύλων, aids κλπ.), εἴτε διὰ θέματα κρίσεων καὶ συγκρούσεων μεταξὺ τῶν κοινωνικῶν τάξεων, τῶν λαῶν, τῶν θρησκειῶν καὶ τῶν πολιτισμῶν. 

Περιβάλλει τοὺς πάντας μὲ τὴν ἀγάπην της καὶ τοὺς καλεῖ νὰ οἰκειωθοῦν αὐτὴν τὴν ἀγάπην, ἡ ὁποία προσφέρει τὴν καλλιτέραν λύσιν ὅλων τῶν προβλημάτων, καὶ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸν ἄλλον ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ καὶ αὐτὸς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Τοιουτοτρόπως θεωρεῖ ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀποστολὴν αὐτῆς ἐν τῷ κόσμῳ καὶ καθοδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἀκούουν τὴν φωνήν της εἰς τὴν ἀληθῆ εὐτυχίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλη παρὰ ἡ συνάντησις μὲ τὸν Θεὸν καὶ ἡ ἕνωσις τοῦ ἀνθρώπου μετ᾽ Αὐτοῦ. 

Μὲ αὐτὰς τὰς σκέψεις, εὐχόμεθα κάθε καλὸν εἰς τὴν ζωήν σας, ἀγαπητά μας παιδιά, κάθε ἐπιτυχίαν καὶ εὐτυχίαν καὶ προτρεπόμεθα ὅλους ἐσᾶς νὰ μετατρέψετε τὴν καρδιάν σας εἰς μίαν ζεστὴν ἀπὸ ἀγάπην Φάτνην, ζεστὴν ἀπὸ τὴν ἀγάπην πρὸς τὸν πλησίον, διὰ νὰ γεννηθῇ πραγματικὰ ἐκεῖ μέσα ὁ Χριστός. Ἐλπίζομεν καὶ εὐχόμεθα ὅτι τὰ ἐφετεινὰ Χριστούγεννα δὲν θὰ εἶναι δι᾿ ἐσᾶς μόνον ἀφορμὴ ψυχαγωγίας ἀλλὰ καὶ ἀνανεώσεως πνευματικῆς. Καλὰ Χριστούγεννα, πολὺ ἀγαπητοί μας νέοι, ἐλπίδα μας καὶ καύχημά μας!

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης εγκαινίασε το αποκατεστημένο Επισκοπείο της Κέρκυρας

Λίγο μετά το μεσημέρι της 11ης Δεκεμβρίου 2014 
Φωτο-ανταπόκριση: π. Δημήτριος Κοσκινάς 


































ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΙΣ  ΠΡΟΣ ΤΗΝ  Α.Θ.Π. ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΝ κ. κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΝ ΚΑΤΑ ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΜΕΝΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ 
(Κέρκυρα, 11 Δεκεμβρίου 2014)

Παναγιώτατε Πάτερ καί Δέσποτα,  

            «Τῷ οἴκῳ σου πρέπει ἁγίασμα, Κύριε, εἰς μακρότητα ἡμερῶν» (Ψαλμ. 92,5).
            «Χαράν μεγάλην γηθοσύνως φέρει» ἡ τοπική Ἐκκλησία τῆς Κερκύρας, τῶν Παξῶν καί τῶν Διαποντίων Νήσων διά τό πρό ὀλίγου ἐπισυμβάν γεγονός. Τό Ἐπισκοπεῖον, ἡ ἐπί περισσότερον ἀπό διακόσια ἔτη ἱστορική ἕδρα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως καί κατοικία τοῦ ἑκάστοτε Ἐπισκόπου, ἀνοίγει καί πάλι τάς θύρας του. Ἔργον ἀπαραίτητον ἡ ἀνακαίνισίς του. Ἡ φθορά τοῦ χρόνου εἶχε ἀφήσει τά σημάδια της ἀνεξίτηλα ἐπάνω του. Καί χάρις εἰς τήν ἐξ ὁλοκλήρου εὐγενικήν συνδρομή τοῦ μεγάλου εὐεργέτου τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας, τοῦ κ. Σπυρίδωνος Μπέλλου, ὁ ὁποῖος, ἐκ τῶν χρόνων ἀκόμη τοῦ μακαριστοῦ προκατόχου μας ἀοιδίμου Μητροπολίτου Τιμοθέου Τριβυζᾶ, συνέδραμε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν καί συνεχίζει νά συμβάλλει ἔκτοτε ἀδιαλείπτως, αὐτή ἡ ἀνακαίνισι κατέστη ἐφικτή. Προηγήθηκε τό Ἵδρυμα Χρονίως Πασχόντων «Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ». Ἀκολούθησαν τό Πνευματικό Κέντρο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ὁ Βρεφονηπιακός Σταθμός ὁ ὁποῖος φέρει τό ὄνομα τῆς ἀειμνήστου συζύγου του ΕΛΕΝΗ ΜΠΕΛΛΟΥ, τά Γραφεῖα, τό Ἀρχεῖον καί ὁ Ἐκκλησιαστικός Ξενώνας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως. Ὄλα αὐτά τά ἔργα ὑλοποιήθηκαν χάρις στήν εὐγενική χορηγία καί τήν ἀγάπη τοῦ εὐεργέτου μας, εἴτε ἐξ ὁλοκλήρου εἴτε κατά τό μεγαλύτερο  μέρος. Ἡ εὐγνωμοσύνη μας διαρκής καί τό «εὐχαριστῶ», καίτοι ἐκ βάθους καρδίας, δέν ἀρκεῖ γιά τό μέγεθος τῆς δωρεᾶς. Κύριος ὁ Θεός νά ἀνταποδώσει σέ ἐκεῖνον ἀντί τῆς κτιτορικῆς καί ἀνακαινιστικῆς πνοῆς τήν χαρά εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν καί εὐάρεστον καί νά δίδει κατά τήν καρδίαν του, ἐκπληρῶν πᾶσαν βουλήν αὐτοῦ (Ψαλμ. 19,4). Ἡ μνημόνευσί του στό ἱερόν θυσιαστήριο τοῦ ναϋδρίου τοῦ Ἁγίου Ἁρσενίου, Μητροπολίτου Κερκύρας, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τό πνευματικό κέντρο τοῦ χώρου αὐτοῦ, ἀλλά καί σέ κάθε θεία λειτουργία τήν ὁποῖα τελεῖ ὁ ἐπίσκοπος εἶναι τό ἐλάχιστον πού μποροῦμε νά κάνουμε.
            Τό Ἐπισκοπεῖον δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνα κτήριο πρός χρῆσιν παρά τῶν κατοικούντων ἐν αὐτῷ. Εἶναι σημεῖον τῆς ἱστορίας τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Ἐντός του οἱ Ἐπίσκοποι δέν κατοίκησαν μόνο, ἀλλά ἐργάστηκαν τό ἔργο τοῦ ἀνακαινισμοῦ τῶν ἀνθρώπων. Δέν ἐξυπηρέτησαν ἁπλῶς τίς θρησκευτικές ἀνάγκες τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἀπαραίτητες ἐφόσον ἡ Ἐκκλησία ἔχει σχέση μέ τήν ἀνθρώπινη καθημερινότητα, ἡ ὁποία λειτουργεῖ καί ἐν τῷ κόσμῳ, ἀλλά ἔγιναν τά πνευματικά ἐκεῖνα στρατηγεῖα, ὅπου ἀκούστηκαν ὁ πόνος καί ἡ λύπη, ἐλύθησαν προβλήματα καί δυσκολίες, κατέστη γνωστή καί μοιράστηκε ἡ χαρά, εἰσῆλθαν οἱ ποιμένες καί οἱ διάκονοι τῶν πιστῶν καί ἔλαβαν τίς κατευθυντήριες γραμμές γιά τήν ἐργασία τοῦ ἐπανευαγγελισμοῦ. Τά δωμάτιά του ἀντιφεγγίζουν τήν ἀνύστακτον μέριμνα τῶν πνευματικῶν πατέρων τοῦ τόπου αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι «ἠγρύπνησαν ὡς στρουθία μονάζοντα» (Ψαλμ. 101,8), προσευχήθηκαν καί ἔκλαυσαν στόν Θεό «ὑπέρ τῶν σφετέρων ἁμαρτημάτων καί τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων», ἐτέλεσαν τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί τίς ἱερές ἀκολουθίες, ἐβίωσαν τήν μοναξιά τοῦ Ἐπισκόπου καί τήν ἴδια στιγμή παρηγορήθησαν ἐκ τῆς δρόσου τοῦ Πνεύματος καί τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ χρέους τους.
            Τό Ἐπισκοπεῖον ὅμως εἶναι καί ἕνα ἀρχιτεκτόνημα τό ὁποῖο ἀντανακλᾶ τήν πολιτιστική παράδοσι τοῦ τόπου. Φέρει στοιχεῖα τῆς ἀρχοντιᾶς καί τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τῶν δωρητῶν του. Διότι αὐτοί οἱ ὁποῖοι τό κληροδότησαν στήν Ἱερά Μητρόπολι τό ἄφησαν ὡς διαρκῆ ὑπόμνησι τῆς ἐπιθυμίας τους ἡ Ἐκκλησία νά φανερώνει αὐτή τήν ἀρχοντιά στούς ἀνθρώπους. Δέν εἶναι μόνον ὁ τυχόν πλοῦτος ἤ ἡ καλαισθησία τοῦ ἐξοπλισμοῦ ἡ κυρίως μαρτυρία τῆς ἀρχοντιᾶς. Εἶναι ἡ εὐγένεια τῆς καρδίας. Ἡ μεγαλοδωρία. Ἡ μακροθυμία. Ἡ ἐλεημοσύνη στούς ἐμπεριστάτους. Ἡ αἴσθηση τῆς λαμπρότητος. Καί ὅλα αὐτά πηγάζουν καί ἀπό τήν ἀρχιτεκτονική καί ἀπό τά ἀντικείμενα τά ὁποῖα κοσμοῦνε τόν χῶρο, πρωτίστως ὅμως ἀπό τήν ποιότητα τῆς ψυχῆς τῶν ἀνθρώπων.
Καί αὐτή εἶναι ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κερκύρας. Μεγαλοπρέπεια καί ἀρχοντιά, λιτότητα καί ἐκζήτηση τοῦ οὐσιώδους, στοιχεῖα τῆς Δύσεως καί τῆς Ἀνατολῆς συναντιοῦνται τόσο στά κτήρια ὅσο καί στήν εὑρύτερη παράδοσή μας. Κυρίως ὅμως ἡ ἐκζήτηση τῆς ἁγιαστικῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ σέ κάθε ἔργο μας, ἡ κοινωνία μετά τῶν Ἁγίων τοῦ τόπου μας, ἡ ὁποία ἀνεβάζει τόν πῆχυ τῶν προσδοκιῶν ἐπί τό ὑψηλότερον. Αὐτός ἦταν καί ὁ προσανατολισμός μας στόν ἀγώνα τῆς ἀνακαινίσεως αὐτοῦ τοῦ κτηρίου. Νά διατηρηθεῖ καί νά προβληθεῖ ἡ ἱστορία τῆς Ἑκκλησίας τῆς Κερκύρας, μέ τά κειμήλιά της τά ὁποῖα τεθησαυρίστηκαν ἐν αὐτῷ καί καθίστανται πλέον προσιτά στόν κάθε ἐπισκέπτη, καί τήν ἴδια στιγμή νά ἀποτυπώνεται ἡ ἀρχοντιά τῶν δωρητῶν, ἀλλά καί ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἐπισκόπου τά πάντα νά γίνονται «ἐν πᾶσι» (Α’ Κορ. 9,20).
 Πρός τήν κατεύθυνσι αὐτή βοήθησαν οἱ ἀρχιτέκτονες καί μηχανικοί, οἱ ὁποῖοι ἐργάστηκαν στόν χῶρο αὐτό. Τό ζεῦγος Τριανταφυλλίδη, οἱ ὁποῖοι σχεδίασαν καί ἐπιμελήθηκαν τόν κτηριακό ἐκσυγχρονισμό, μέ γνώμονα τήν διατήρηση τῆς ἀρχιτεκτονικῆς παραδόσεως. Τό πνευματικό μας τέκνο καί συνεργάτη μας κ. Νικόλαο Μακρόπουλο, ὁ ὁποῖος εἶχε τήν ἐπιμέλεια  καί τήν ὅλη εὐθύνη γιά τίς ἐργασίες. Τήν προϊσταμένη τῆς Ἐφορίας Ἀρχαιοτήτων Κέρκυρας κ. Ρηγάκου, γιά τήν κατανόηση, τήν συνεργασία καί τήν βοήθεια. Ὅσους ἐργάστηκαν φανερῶς καί ἀφανῶς. 
Ἡ ἡμέρα αὐτή τῆς ἐπισήμου ἐπαναλειτουργίας τοῦ κτηρίου αὐτοῦ λαμπρύνεται ἀπό τήν δική Σας παρουσία, Παναγιώτατε. Γνωρίζετε τί σημαίνει τό Ἐπισκοπεῖον, τό ὁποῖο εἶναι ταυτόχρονα καί οἶκος, νά ἀνακαινίζεται. Τό ζήσατε στό Φανάρι καί ἀκόμη τό ζῆτε. Μπορεῖτε νά κατανοήσετε ἐκ τῆς πείρας καί τῆς σοφίας Σας τήν χαρά τήν ὁποία αἰσθανόμεθα. Αὐτήν τήν χαρά τήν πολλαπλασιάζει ἡ δική Σας ἀγάπη. Τό ὅτι προστήκατε τῶν Ἐγκαινίων. Τό ὅτι τό ὄνομά Σας θά μείνει «εἰς μακρότητα ἡμερῶν» ὡς Ἐκείνου ὁ Ὁποῖος προσέφερε τόν ἁγιασμό στόν οἶκο τοῦτο. Μᾶς τιμᾶτε μέ τήν ἐπίσκεψί Σας. Καί σᾶς ὑποδεχόμεθα καί ἐδῶ ὡς τά τέκνα τά ὁποῖα θέλουν νά μοιρασθοῦν μετά τοῦ πατρός των τήν χαρά τῆς προόδου καί τῆς δημιουργίας. Εὐγνωμόνως Σᾶς εὐχαριστοῦμε. Ταπεινῶς παρακαλοῦμε νά εὔχεσθε τοῦτος ὁ χῶρος νά ἀναδεικνύει τήν ἀρχοντιά τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἴδια στιγμή νά γίνεται σχεδιαστήριον διακονίας πρός ἁγιασμόν τῶν ἀνθρώπων. Καί νά αἰσθάνεσθε καί τόν χῶρο αὐτό καί τήν Κέρκυρά μας σπίτι Σας. Πρωτίστως ὅμως τίς καρδιές ὅλων μας ὅπου ὑπάρχει τόπος δι’ Ὑμᾶς ὡς τόν Προεστῶτα τῆς Ἀγάπης, τῆς Σοφίας καί τῆς Μαρτυρίας τῆς Ὀρθοδόξου παραδόσεως εἰς τήν ἐποχήν μας.
Ὡς εὖ παρέστητε!