e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Αγάπης συναπαντήματα


Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ

Πέμπτη απόγευμα, μάλλον μεσημέρι, 2.30 περίπου μ.μ.

Μόλις είχα τελειώσει το λιτό μου γεύμα και το απαραίτητο καφεδάκι.

Με πολύ λίγη διάθεση, εδώ που τα λέμε σκυλοβαριόμουν, αποφάσισα ότι, βαριέμαι ή όχι, πρέπει να πάω Σούπερ μάρκετ, αλλά όχι αυτό της γειτονιάς μου, αλλά στο πλησίον μεγάλο Εμπορικό Κέντρο, γύρω στα τρεισήμισι χιλιόμετρα όπου θα έπαιρνα και άλλα πράγματα. Ασφαλώς, έπρεπε να οδηγήσω. Έκανα την καρδιά μου κόμπο σηκώθηκα και ξεκίνησα.    

Αφού άφησα το αυτοκίνητο στο χώρο στάθμευσης, πήρα ένα μεγάλο καρότσι, αψηφώντας, για πολλοστή φορά, πώς θα καταφέρω να το κυλήσω φορτωμένο μετά ως εκεί, και προχώρησα.

Πρώτη στάση το «Ντέλι» αυτό που παλιά αποκαλούσαμε μπακάλικο. Είναι Ελληνικό κι εκεί βρίσκεις όλα τα Ελληνικά προϊόντα. Δεν είχα μπει μέσα καλά, όταν ακούω:

 Σούλα...Γυρνάω, τι να δω! Η Στέλλα, αγαπημένη φίλη και συμπατριώτισσα που μένουμε στην ίδια περιοχή! Και όμως, είχαμε να συναντηθούμε για πάνω από 8 χρόνια! Αγκαλιαστήκαμε συγκινημένες, τραβηχτήκαμε λίγο ώστε να ελευθερώσουμε την είσοδο κι αφήσαμε τα δάκρυα να τρέξουν, ανταλλάσσοντας χοντρικώς, πού να βρεις χρόνο και άκρη για λεπτομέρειες, όλα όσα μεσολάβησαν, γιατί μέσα στα 8 αυτά χρόνια είχε μεσολαβήσει και η πανδημία. Θύμα της πανδημίας ο άνδρας της, ίσα που γλίτωσε ο γιος της. Είχε  ακούσει και για τα δικά μου, αρρώστιες, οικογενειακά κλπ., αλλά δεν ήξερε πώς να επικοινωνήσει, είχε μόνο το παλιό σταθερό τηλέφωνό μου, το οποίο δεν λειτουργεί πια. Καταβεβλημένες  και οι δυο, εκείνη 2 χρόνια μεγαλύτερη από μένα και με μαγκούρα που την δυσκόλευε πολύ γιατί είχε και τσάντες.

 Από ότι μου είπε, όμως, τα κουτσοκατάφερνε ακόμα, τι να κάνει η γυναίκα.

Ανάμεσα σε άλλες συζητήσεις, θυμηθήκαμε τα νιάτα μας, την ωραία παρέα που κάναμε, εμείς το Γυναικείο τμήμα, του πάλαι ποτέ, Συλλόγου Ζακυνθίων. Μια φορά το μήνα, Κυριακή απόγευμα, αφήναμε, νοικοκυριό,  συζύγους, παιδιά και εγγόνια, και σμίγαμε μόνο εμείς οι γυναίκες, ωραία χρόνια, όμορφη Γυναικοπαρέα! Φτιάχναμε από ένα πιάτο η κάθε μια, δοκιμάζαμε όλες λίγο απ΄ όλα, γελούσαμε, χαιρόμαστε και ασφαλώς, οι περισσότερες συζητήσεις μας, εκτός από τα δικά μας,  γύρω από το αγαπημένο μας Νησάκι που λατρεύουμε όλες και την νοσταλγία μας για αυτό!

Εκεί, μιλούσαμε, αυθόρμητα, ελεύθερα και άνετα, με εμπιστοσύνη η μια στην άλλη, εμπιστοσύνη που δεν προδόθηκε ποτέ και αλάφραινε η ψυχή, από το βάρος των ευθυνών, υποχρεώσεων και προβλημάτων μικρών, μεγάλων. Ούτε κοιτάζαμε ποια θα φορέσει τα ακριβότερα και καλύτερα ρούχα και προ παντός, ποτέ δεν υποτιμούσαμε η μια την άλλη  ή κάναμε επίδειξη γνώσεων. Απλές και σωστές όσο μπορούσαμε. Αυτά και πολλά άλλα μου θύμισε η Στέλλα, όχι πως τα είχα ξεχάσει ασφαλώς,

Ανταλλάξαμε τα νέα μας τηλέφωνα, με τη Στέλλα, με την υπόσχεση να μη χαθούμε από εδώ και πέρα, για όσο ακόμα υπάρχουμε και έχουμε κινητικότητα και συνεχίσαμε κάθε μια για τα ψώνια μας.

Στο  Σ/Μ,  συνάντησα τουλάχιστον 4 παλιούς γνωστούς, που όταν εργαζόμουν, ήταν πελάτες μου και τους εξυπηρετούσα στα ιατρικά τους ραντεβού. Φυσικά μιλήσαμε  με τον καθέναν  χωριστά έστω και λίγο. Το Σ/Μ, μεγάλο και άνετο, έτσι, «τα πηγαδάκια» που στήναμε δεν ενοχλούσαν κανέναν, Άλλωστε, δεν ήμαστε οι μόνες, αυτοί οι χώροι, είναι συνήθως και τόποι συναντήσεων. Το γνωρίζουν αυτό οι μεγαλέμποροι, και  το ενθαρρύνουν, γιατί έτσι μαζεύεται μεγαλύτερη πελατεία.

Μετά από εκεί πήγα στο Ψαράδικο όπου πήρα φρέσκα ψάρια, αλλά πιάσαμε την πάρλα και με την Αργυρούλα. Δεν είναι Ζακυνθινιά, ο άνδρας της ο μακαρίτης ήταν, αλλά είχαν πάει μαζί πολλές φορές κι είχε μάθει να αγαπάει το νησάκι μας, που το θεωρούσε και δικό της!

Τα είπαμε και με την Αργυρούλα, για την υγεία μας, τη μοναξιά μας, μάστιγα των περισσότερων ηλικιωμένων η μοναξιά, εδώ στην «ξένη γη».

Ιδιαίτερα εκεί που έχει φύγει ο ένας, είτε από τη ζωή, είτε γιατί ο άνδρας συνήθως, μετά από 50 ή και πάρα πάνω χρόνια γάμου και όντας σε πολύ προχωρημένη ηλικία, διαπιστώνει ξαφνικά ότι...καλά ήταν ως εδώ, αλλά βλέπει και καλύτερες στο δρόμο και...παίρνει δρόμο. Λες και η γυναίκα δεν έβλεπε καλύτερους, αλλά στην πλειοψηφία της η Γυναίκα, δεν θυσιάζει την αξιοπρέπειά  της, ούτε ντροπιάζει παιδιά κι εγγόνια και εγκαταλείπει το σύζυγο. Εκτός και αν υπάρχουν σοβαρά προβλήματα, όπως, η βία φερ΄ ειπείν, αλλά ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, η γυναίκα δεν τα βροντάει όλα και φεύγει.

Κάποιες Αρχές, πολύ βαθιά ριζωμένες. Πολλές φορές, ευλογία ο χωρισμός, αλλά όπως και να το δεις, μένει πίσω μια γυναίκα ή ένας άνδρας, μόνος στα γηρατειά.  Φυσικά, έχουμε σχεδόν όλοι/ες παιδιά και εγγόνια, αλλά, άλλος τρόπος ζωής εδώ. Συνεχόμενο, 8άωρο, εργάζονται όλοι, μικροί μεγάλοι, πηγαίνουν σπίτι μετά τις 6 το απόγευμα.  Η δε νεολαία, και σπουδές και εργασία ταυτόχρονα,  πού να περισσέψει χρόνος.

Πάντως, τα περισσότερα, καταβάλουν μεγάλες προσπάθειες να έρχονται να μας βλέπουν τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, από καθόλου, καλό και αυτό!

Στην Πατρίδα, όσο και να παραπονιούνται οι ηλικιωμένοι, είναι σε πολύ καλύτερη μοίρα από εμάς, ακόμα και στις πόλεις. Οι  άνθρωποι εκεί, έχουν την ίδια γλώσσα, την ίδια θρησκεία, τα ίδια ήθη και έθιμα. Θα ακούσουν την Καμπάνα να χτυπάει Κυριακή πρωί και όχι μόνο, όπως, θα ακούσουν, θα πουν  και την καλημέρα. Επί πλέον, τα σπίτια, διαμερίσματα ως επί το πλείστο, κολλητά, αν φωνάξουν βοήθεια, υπάρχουν πολλές πιθανότητας να ακουσθούν από κάποιον γείτονα/γειτόνισσα.

Κι όσο για τα χωριά, όσο και να άλλαξαν τα πράγματα, γνοιάζεται ακόμα ένας τον άλλον, θα βρεθεί γείτονας, χωριανός να σε συντρέξει, έστω και λίγο, σε ώρα ανάγκη.

 Εδώ, συνήθως μονοκατοικίες μεγάλες και οι γείτονες, μη Έλληνες,  αλλά από κάθε γωνιά της Γης. Άδικα θα φωνάξεις βοήθεια, δεν θα σε ακούσει κανένας, εκτός και αν μπορείς να βγεις μέχρι το δρόμο, όπου σίγουρα κάποιος θα σταματήσει να προσφέρει βοήθεια, καλώντας Ασθενοφόρο αν χρειάζεται.

Πίσω στην κουβέντα μας λοιπόν.

Μετά το Ψαράδικο και την κουβεντούλα με την Αργυρούλα, πήγα να πάρω...Ξηρή Θροφή,  όπως την έλεγε η Θεσσαλονικιά Γιαννούλα καλή της ώρα, εννοώντας ξηρούς καρπούς.

Άλλη συνάντηση εκεί με τη Γερμανίδα  γειτόνισσα Χέλγκα. Είχαμε καιρό να βρεθούμε γιατί πήγε και έμεινε στην κόρη της μετά την επέμβαση στο γόνατο. Φυσικά τα είπαμε και με τη Χέλγκα και συμφωνήσαμε να σμίξουμε για καφεδάκι, σύντομα. Στη γειτονιά μας, μπόλικα καφέ-εστιατόρια, μέχρι Ελληνικό Ζαχαροπλαστείο με ότι ζητήσεις!

Η ώρα περνούσε και έπρεπε να τελειώνω, είχε μείνει το Μανάβικο. Τράβηξα για εκεί, αποφασισμένη να μη χασομερήσω.

Έλα μου δε...

Πριν καλά κοιτάξω γύρω μου, σκοντάφτω πάνω σε ένα ζευγάρι, της ηλικίας μου,  που μου φάνηκαν πολύ γνωστοί, αλλά δε θυμόμουν πού και πώς, ούτε το όνομά τους! Με πλησιάζουν με χαιρετούν πολύ εγκάρδια και μου θυμίζουν ποιοι είναι, ήταν η Λουκία με τον Ανδρέα!

 Ναι, τους θυμήθηκα πολύ καλά. Χρόνια πριν, πηγαίναμε στην ίδια εκκλησία και σμίγαμε κάθε Κυριακή!

Μιλήσαμε για τα δικά μας, παιδιά και εγγόνια, χωρισμούς, διαζύγια, για κοινούς γνωστούς, αλλά και για τις δύο αδελφές της Λουκίας, πολύ καλές φίλες και αυτές,  που πέθαναν με μικρή διαφορά η μία από την άλλη, κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Η Άντρια, η μικρότερη, έπαθε σοβαρό Εγκεφαλικό και δεν επέζησε. Η Αθηνά, η μεγαλύτερη, δεν άντεξε το χαμό του γιου της. Μοναχοπαίδι τον είχε, ο άνδρας της είχε πεθάνει δυο χρόνια πριν και ο γιος της νέος άνθρωπος, έφυγε από ανακοπή καρδιάς. Το μοιρολόι και οι οδυρμοί της μάνας που έχασε το παιδί της, ακούγονταν μέρα νύχτα σε όλη τη γειτονιά και πέρα ακόμα, από ότι μου είπε η Λουκία. Δεν άντεξε πολύ η χαροκαμένη μάνα, λίγο μετά, έφυγε και αυτή.

Όλα αυτά μου τα διηγήθηκε κλαίγοντας η Λουκία. Ο σύζυγός της, ο Ανδρέας, την αγκάλιασε στοργικά, προσπαθώντας να την στηρίξει κυριολεκτικά και μεταφορικά. Κάποια στιγμή, σκούπισε τα δάκρυά της, αλλάξαμε κουβέντα, μιλώντας για παλιές, χαρούμενες αναμνήσεις.

Όλα αυτά, μέσα στο Μανάβικο, όπου δυσκολεύαμε και την κίνηση. Κάποια στιγμή, μετά από μια ακόμα αγκαλιά, χωρίσαμε. Προχωρώ προς τα φρούτα και...νάσου η Τούλα! Ζακυνθινιά, φίλη αγαπημένη και σχεδόν γειτόνισσα. Στο διπλανό προάστειο μένει, που μας χώριζε πολύ μικρή απόσταση!

Άλλες αγκαλιές, χαμόγελα χαράς και κουβεντολόι, εδώ και αν δεν είχαμε να πούμε!

  Γιατί η Τούλα φρόντιζε τα τέσσερα εγγόνια της από τις δυο της κόρες και δεν είχε ποτέ χρόνο να βρεθούμε. Και οι δυο κόρες έμεναν πολύ μακριά, δεν ήταν εύκολο να πηγαινοέρχονται οι γονείς πρωί βράδυ να πηγαίνουν τα παιδιά στη γιαγιά το πρωί και το απόγευμα αργά να πηγαίνουν να τα παίρνουν. Αλλά ήταν και το Σχολείο στη μέση, μικρά όλα, 9 χρονών το μεγαλύτερο.

Έτσι, μετά από πολλές συζητήσεις και σκέψεις, αποφασίστηκε να μένουν με τη γιαγιά και τον παππού και τα τέσσερα όλη την εβδομάδα, να φοιτούν στο εδώ Σχολείο που ήταν πολύ κοντά και οι γονείς να τα παίρνουν σπίτι τους Παρασκευή βράδυ και να τα πηγαίνουν ξανά πίσω στη γιαγιά, την Κυριακή το απόγευμα.

Με αυτό τον τρόπο, απέφευγαν την ταλαιπωρία και οι γονείς και τα παιδιά.  Φυσικά,    και αυτό το κουβεντολόι, στους στενούς διαδρόμους στο Μανάβικο, εμποδίζοντας τους άλλους πελάτες να κινούνται με άνεση για να κάνουν τα ψώνια τους!

Αμέριμνες εμείς, συνεχίζουμε την πάρλα.

Ξαφνικά, υπάλληλος του μαγαζιού, ένας ευγενέστατος, χαριτωμένος νέος, μας πλησιάζει χαμογελαστός και:

-Κορίτσια, παίρνω παραγγελίες για καφεδάκι, βγάζει μικρό σημειωματάριο και μολύβι και: ακούω.

Ήταν τόσο ευγενικός και πρόσχαρος, που ξεσπάσαμε κι εμείς σε γέλια, ζητήσαμε συγγνώμη και....ελευθερώσαμε το διάδρομο, ψωνίσαμε αυτά που θέλαμε, πληρώσαμε και συνεχίσαμε την όμορφη κουβέντα μας, εκτός καταστήματος!   

Συνεχίσαμε για λίγο, μιλώντας και για τα δικά μας, με βοήθησε να πάω το φορτωμένο καρότσι μέχρι το αυτοκίνητο και να το ξεφορτώσω τακτοποιώντας τα όλα στο αυτοκίνητο. Της πρότεινα να την πάω σπίτι, αλλά προτίμησε να περπατήσει.

Τελικά, μια πολύ απρόσμενα, όμορφη μέρα.

Δεν συμπίπτουμε πάντα με τόσους  όταν πάμε στην Αγορά, όμως, 2-3 γνωστά άτομα, πάντα θα τα συναντήσουμε

Αυτή  η Πέμπτη, ήταν όντως,  όμορφη Μέρα με πολλά συναπαντήματα αγάπης.

Γιατί, όπως λέει και η παροιμία:

Όπου αγαπιέται, συναντιέται!

δ.μ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: