e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Ο πόλεμος που αποκάλυψε την κρίση της Ορθοδοξίας. Διαβάζοντας τα «Ουκρανικά Εκκλησιαστικά» του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Του Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

Πήρα στα χέρια μου το νέο βιβλίο του φίλου Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου, Ουκρανικά Εκκλησιαστικά. Το χρονικό του πολέμου, και από τις πρώτες κιόλας σελίδες είχα την αίσθηση ότι ξαναπερνούσα, αυτή τη φορά συγκεντρωμένα, τέσσερα δύσκολα χρόνια της εκκλησιαστικής μας επικαιρότητας. Κείμενα πολλά από τα οποία διαβάσαμε όταν πρωτογράφτηκαν, τώρα, τοποθετημένα το ένα πλάι στο άλλο, λένε κάτι περισσότερο. Το μεταγενέστερο φωτίζει το προηγούμενο και γεγονότα που κάποτε έμοιαζαν ασύνδετα αποκαλύπτουν τη μεταξύ τους συγγένεια.

Ο τόμος περιλαμβάνει κείμενα από το 2022 έως το 2026 και κλείνει με επίμετρο σχετικό με τα παλαιότερα Ελληνορωσικά του συγγραφέα. Τα περισσότερα δημοσιεύθηκαν αρχικά στον έγκριτο ιστότοπο «Φως Φαναρίου», άρα γράφτηκαν κοντά στον χρόνο των γεγονότων, κάποτε σχεδόν πάνω στην εξέλιξή τους. Ο Ανδριόπουλος ονομάζει όσα παρακολουθεί «εκκλησιαστικές αναταράξεις» του πολέμου. Και πράγματι, περί αυτού πρόκειται: για έναν πόλεμο που πέρασε τα σύνορα των κρατών και μπήκε βαθιά στις σχέσεις μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Διαβάζοντας το βιβλίο, ολοένα ισχυρότερη γίνεται μέσα μου η πεποίθηση ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία περισσότερο αποκάλυψε, παρά δημιούργησε, την κρίση της σημερινής Ορθοδοξίας. Έφερε στην επιφάνεια πράγματα που υπήρχαν, ίσως αθέατα σε πολλούς ή σκεπασμένα κάτω από την επίφαση μιας διορθόδοξης κανονικότητας: ανταγωνισμούς, εξαρτήσεις, εθνικές βλέψεις, διαφορετικές εκκλησιολογικές αντιλήψεις και, προπάντων, μια προβληματική σχέση μεταξύ εκκλησιαστικής αποστολής και κρατικής ισχύος.

Γι’ αυτό και, όσο προχωρούν οι σελίδες, η Ουκρανία παύει να είναι μόνη. Δίπλα της εμφανίζονται η Αφρική, η Λιθουανία, η Κύπρος, τα Ιεροσόλυμα, το Άγιον Όρος. Και τότε αντιλαμβάνεται κανείς ότι το θέμα είναι ευρύτερο. Στην Αφρική, λ.χ., η ρωσική εκκλησιαστική παρουσία μέσα στην κανονική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας παρουσιάζεται με προϊστορία. Ο μακαριστός και πολύκαλυστος Μητροπολίτης Νιγηρίας Αλέξανδρος, σε συνέντευξή του, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο, θυμίζει παλαιότερες κινήσεις δημιουργίας ρωσόφωνης παρουσίας στο Μπενίν και θεωρεί όσα ακολούθησαν εξέλιξη που αναμενόταν από καιρό. 

Εδώ τα πράγματα γίνονται σοβαρότερα. Διότι το ερώτημα παύει να αφορά μόνον ποιος έχει δικαιοδοσία πού. Αφορά το πώς εννοούμε την ίδια την Εκκλησία. Μπορεί η εθνικότητα να δημιουργεί εκκλησιαστικά δικαιώματα έξω από τα κανονικά όρια μιας Τοπικής Εκκλησίας; Μπορεί ο «Ρωσικός Κόσμος» να λειτουργεί ως υπερεθνική εκκλησιαστική επικράτεια, όπου κι αν βρίσκονται οι άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονται ως μέλη του; Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας μίλησε ευθέως για «καινοφανείς εκκλησιολογικοπολιτικές θεωρίες» περί διαποιμάνσεως του «Ρωσικού κόσμου» ανά την υφήλιο με κριτήριο την εθνικότητα. Η ίδια η λέξη «εκκλησιολογικοπολιτικές» λέει πολλά.

Κάπου εδώ συναντούμε τον σκληρό πυρήνα του βιβλίου. Ο Ανδριόπουλος επιμένει σε δύο έννοιες, «Ρωσικός Κόσμος» και «θεολογία του πολέμου». Τις θεωρεί καθοριστικές για όσα συμβαίνουν και το υλικό που συγκεντρώνει σε βάθος τετραετίας δείχνει πόσο αυτές οι έννοιες προχώρησαν από τη θεωρία στην πράξη. 

Το 2024 καταγράφεται το κείμενο του «Παγκόσμιου Ρωσικού Λαϊκού Συμβουλίου», υπό την προεδρία του Πατριάρχη Κυρίλλου, όπου η πολεμική επιχείρηση αποκτά τον χαρακτηρισμό «Ιερός Πόλεμος» και συνδέεται με την υπεράσπιση του «ενιαίου πνευματικού χώρου της Αγίας Ρωσίας». Δυο χρόνια αργότερα συναντούμε πλέον βιβλίο του ίδιου του Πατριάρχη Μόσχας για τη «μεταφυσική του πολέμου», με κεφάλαια που φέρουν τίτλους όπως «Πόλεμος κατά του κακού», «Τα μεταφυσικά σύνορα της Ρωσίας» και «Η Εκκλησία και ο πόλεμος». 

Ομολογώ ότι εδώ στάθηκα περισσότερο.

Διότι μπροστά μας έχουμε κάτι βαρύτερο από μια κανονική διαφορά ή μια σκληρή διπλωματική αντιπαράθεση δύο εκκλησιαστικών κέντρων. Έχουμε τη χρησιμοποίηση θεολογικών εννοιών για την ερμηνεία και τη δικαίωση ενός πολέμου. Ο εθνικός χώρος αποκτά μεταφυσική σημασία, η κρατική επιδίωξη ενδύεται εκκλησιαστικό λόγο, ο στρατιώτης μεταφέρεται από το πεδίο της μάχης στο πεδίο μιας δήθεν ιερής αποστολής.

Εδώ η θεολογία κινδυνεύει να γίνει ιδεολογία.

Και γι’ αυτό ακούγεται τόσο καθαρός ο λόγος του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: «Ιερότης και πόλεμος είναι δύο έννοιες εκ φύσεως αντίθετες μεταξύ τους και αλληλοαναιρούμενες». Χρειάζεται άραγε κάτι περισσότερο; Η Εκκλησία μπορεί να πονά για τους λαούς, να προσεύχεται για στρατιώτες και αμάχους, να ζητεί δικαιοσύνη, να στέκεται κοντά στον άνθρωπο που συντρίβεται. Να βαπτίζει όμως έναν πόλεμο «ιερό», σημαίνει ότι μεταφέρει την ιερότητα από τον Θεό στις ανθρώπινες επιδιώξεις.

Στάθηκα και σε μια άλλη φράση, του Αρχιεπισκόπου Φινλανδίας Ηλία: «Δεν υπάρχει ορθόδοξο πυρηνικό όπλο». Ειπώθηκε ως απάντηση στη σύνδεση του Αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ με το σοβιετικό πυρηνικό πρόγραμμα. Ο Φινλανδίας υπενθυμίζει το τόσο απλό, που στις μέρες μας φαίνεται ότι χρειάζεται πάλι να ειπωθεί: η Εκκλησία εύχεται σε κάθε Θεία Λειτουργία «υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου». 

Αυτές οι σελίδες με έκαναν να δω και διαφορετικά τον υπότιτλο του βιβλίου, Το χρονικό του πολέμου. Ποιος πόλεμος άραγε; Ασφαλώς ο αιματηρός πόλεμος που άρχισε με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Μέσα στις σελίδες, όμως, διακρίνεται κι ένας άλλος αγώνας, λιγότερο ορατός: ο αγώνας για το ποια εκκλησιολογία θα επικρατήσει στην Ορθοδοξία του αύριο. Μια Εκκλησία ελεύθερη από κρατικές και εθνικές επιδιώξεις ή μια Εκκλησία που θα κινδυνεύει κάθε τόσο να γίνεται πνευματικός βραχίονας μιας κοσμικής δυνάμεως;

Και ο Ανδριόπουλος εδώ μιλά καθαρά. Αυτή την καθαρότητα τη θεωρώ σημαντική. Υπάρχουν στιγμές που οι ίσες αποστάσεις μοιάζουν βολικές, όμως η πραγματικότητα επιμένει να ζητεί ονόματα. Ο συγγραφέας ονομάζει πρόσωπα, γεγονότα και ευθύνες. Παρακολουθεί τις εκκλησιαστικές εξελίξεις με την παρρησία που γνωρίζουμε από τη μακρά παρουσία του στα εκκλησιαστικά πράγματα και, κυρίως, με σταθερό εκκλησιολογικό κριτήριο.

Σημαντική είναι και η παρουσία των Ελληνορωσικών στο τέλος του τόμου. Η αναδρομή αυτή μάς θυμίζει ότι η σημερινή κατάσταση έχει παρελθόν. Πολύ χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αγίου Δανιήλ του Κατουνακιώτη και η μαρτυρία του για όσα συνέβησαν στη Μονή Αγίου Παντελεήμονος τον 19ο αιώνα. Ο ίδιος ο Άγιος έγραφε ότι ήθελε να καταθέσει «γυμνήν την αλήθειαν», μακριά από φανατισμό, ρωσοφοβία ή προσποιητή ρωσοφιλία. Παλιές ιστορίες, θα πει κάποιος. Μόνο που η Ιστορία έχει την παράξενη συνήθεια να επιστρέφει όταν λησμονούμε τα μαθήματά της.

Και φθάνω στο ερώτημα που ο ίδιος ο συγγραφέας αφήνει από τον πρόλογο να αιωρείται πάνω από το βιβλίο: μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και την εκκλησιαστική εισπήδηση στην Αφρική, πόσο λειτουργική μπορεί να είναι πλέον η ενότητα της Ορθοδοξίας; Και πόσο έτοιμες είναι οι κατά τόπους Εκκλησίες να αντιμετωπίσουν αυτή τη νέα πραγματικότητα; Βαρύ ερώτημα. Και ακόμη βαρύτερο επειδή αφορά εμάς τους ίδιους.

Η ενότητα της Ορθοδοξίας είναι πολύ περισσότερο από μια φωτογραφία Προκαθημένων γύρω από μία Αγία Τράπεζα. Ζει στην κοινή πίστη, στο Ποτήριο, στην κανονική τάξη, στον σεβασμό του άλλου, στην ελευθερία από κοσμικές εξαρτήσεις. Γι’ αυτό όσα συμβαίνουν στην Ουκρανία μάς αφορούν όλους. Το ίδιο και όσα συμβαίνουν στην Αφρική. Το ίδιο κάθε φορά που το Ευαγγέλιο κινδυνεύει να χρησιμοποιηθεί ως σημαία μιας εθνικής ή πολιτικής σκοπιμότητας.

Κλείνω το βιβλίο με μια μάλλον πικρή σκέψη. Ο πόλεμος κάποτε θα τελειώσει. Οι νεκροί όμως θα έχουν υπάρξει, οι πόλεις θα έχουν πληγωθεί και μαζί τους θα έχει πληγωθεί βαθιά και η ενότητα της Ορθοδοξίας.

Ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος κατέγραψε, σχεδόν μέρα τη μέρα, αυτή την πληγή καθώς άνοιγε. Και όσο τα κείμενα, που κάποτε δημοσιεύθηκαν χωριστά, βρίσκονται τώρα το ένα κοντά στο άλλο, αποκτούν τη δύναμη της αλληλουχίας. Το 2022 συνομιλεί με το 2026. Η Ουκρανία με την Αφρική. Ο «Ρωσικός Κόσμος» με τον «ιερό πόλεμο». Η γεωπολιτική με τη θεολογία.

Γι’ αυτό πιστεύω ότι τα Ουκρανικά Εκκλησιαστικά θα μείνουν. Ως χρονικό ασφαλώς, αλλά και ως μαρτυρία μιας δύσκολης εκκλησιαστικής εποχής. Και ίσως ως υπενθύμιση ότι κάποτε χρειάζεται να ειπωθούν καθαρά, με το όνομά τους, πράγματα που πολλοί θα προτιμούσαν να παραμένουν ανείπωτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: