e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

Τορόντο: Ενθρόνιση Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου. Η Ρωμιοσύνη στο επίκεντρο του ενθρονιστηρίου λόγου [photos-video]


ΤΟΡΟΝΤΟ. Τη μετάβαση από την κληρονομημένη ταυτότητα στη συνειδητή ευθύνη για τη διατήρηση και τη μετάδοσή της τοποθέτησε στον πυρήνα του ενθρονιστήριου λόγου του ο νέος Αρχιεπίσκοπος Καναδά κ. Απόστολος, συνδέοντας την ιστορική διαδρομή της Ιεράς Αρχιεπισκοπής με την εμπειρία των πρώτων Ελλήνων μεταναστών και με το ζήτημα της συνέχειας του Ελληνισμού στις επόμενες γενιές.

Η Ρωμιοσύνη δεν παρουσιάστηκε ως μία στατική αναφορά στο παρελθόν ούτε ως κληρονομιά που διατηρείται αυτομάτως. «Η Ρωμιοσύνη δεν είναι απλώς μνήμη- είναι ζώσα παράδοσις, πίστις και ευθύνη», ανέφερε ο Αρχιεπίσκοπος, προσδιορίζοντας από την αρχή τη σχέση ανάμεσα στην ιστορική μνήμη και στο χρέος της σημερινής γενιάς.

Στιγμιότυπο από την τελετή Ενθρόνισης του Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Η διατύπωση αυτή αποτέλεσε τον άξονα γύρω από τον οποίο αναπτύχθηκαν οι αναφορές του στην ταυτότητα, στην ελληνική γλώσσα, στην Εκκλησία και στην παιδεία. Η μνήμη, κατά την αντίληψη που παρουσίασε, δεν αρκεί να ανακαλεί όσα προηγήθηκαν. Για να παραμείνει ζωντανή, πρέπει να παράγει γνώση, συμμετοχή και συνέχεια.

Στιγμιότυπο από την τελετή Ενθρόνισης του Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

«Ο Ελληνισμός δεν επέζησε μέσα στους αιώνας μόνον διότι έζησε σε συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια. Επέζησε διότι έμαθε να μεταφέρει την ταυτότητά του», σημείωσε, περιγράφοντας τη Διασπορά όχι ως περιφέρεια ενός εθνικού κέντρου, αλλά ως χώρο μέσα στον οποίο η ταυτότητα μεταφέρεται, ανασυντίθεται και αποκτά νέα κοινωνική υπόσταση.

Μία από τις πλέον συμβολικές στιγμές της ενθρόνισης, με τον Αρχιεπίσκοπο Καναδά κ. Απόστολο κατά την εκκλησιαστική Ακολουθία που σηματοδότησε επισήμως την έναρξη της νέας ποιμαντορίας του. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες δεν έφθασαν στον Καναδά μόνο με τα υλικά τους υπάρχοντα. Μετέφεραν την ορθόδοξη πίστη, τις εικόνες, την ελληνική γλώσσα, τη μνήμη των προγόνων τους και την αγάπη τους για την Ελλάδα, την Κύπρο και την Κωνσταντινούπολη. Τα στοιχεία αυτά αποτέλεσαν τις πνευματικές αποσκευές μιας κοινότητας που επιχειρούσε να ριζώσει σε μία νέα χώρα χωρίς να αποκοπεί από την ιστορική της αφετηρία.

Ο Αρχιεπίσκοπος Καναδά Απόστολος με τον πρώην πρωθυπουργό του Καναδά, Ζαν Κρετιέν. Δίπλα τους ο πρωθυπουργός της Επαρχίας του Οντάριο, Νταγκ Φορντ, ενώ πίσω τους διακρίνεται ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Η ελληνορθόδοξη παρουσία δεν οικοδομήθηκε μόνο πάνω στη νοσταλγία. Απέκτησε θεσμική υπόσταση μέσα από τη δημιουργία ναών, σχολείων, ενοριών και εκκλησιαστικών κοινοτήτων. Αναφερόμενος στον Καναδά, ο κ. Απόστολος τόνισε ότι «είναι η γη όπου οι πρόγονοί μας έφθασαν με ελπίδα, εργάσθηκαν, δημιούργησαν, έχτισαν Ναούς, Σχολεία και εκκλησιαστικάς Κοινότητας και θεμελίωσαν μίαν ζωντανήν Ελληνορθόδοξον παρουσίαν».

Ο προκάτοχος του Αρχιεπισκόπου Καναδά, Αποστόλου, Αρχιεπίσκοπος Σωτήριος. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Εκκλησία αναδείχθηκε σε κάτι ευρύτερο από έναν χώρο λατρείας. Έγινε το σπίτι του μετανάστη, το σχολείο του παιδιού, η παρηγοριά του ηλικιωμένου, το καταφύγιο του δοκιμαζόμενου και η γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον. Στους ναούς και στις κοινότητες οργανώθηκε σταδιακά μία μορφή συλλογικής ζωής μέσα από την οποία η προσωπική νοσταλγία μετατράπηκε σε κοινή μνήμη και η ατομική ανάγκη του μετανάστη απέκτησε σταθερή θεσμική έκφραση.

Στιγμιότυπο από την τελετή Ενθρόνισης του Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Η Εκκλησία έδωσε συνοχή, η γλώσσα επέτρεψε την επικοινωνία ανάμεσα στις γενιές και η ιστορική μνήμη διατήρησε την αίσθηση της κοινής καταγωγής. Τα στοιχεία αυτά δεν λειτούργησαν χωριστά. Συνυφάνθηκαν στη ζωή του Ελληνισμού του Καναδά και συνέβαλαν στη συγκρότηση μιας ιδιαίτερης συλλογικής αυτοσυνειδησίας.

Από αριστερά, ο πρώην πρωθυπουργός Καναδά, Ζαν Κρετιέν, ο πρωθυπουργός της επαρχίας του Οντάριο, Νταγκ Φορντ, ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, ο υπουργός Δημόσιας Ασφάλειας Καναδά, Γκάρυ Αναντασανγκάρι, η υπουργός Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, ο Λεωνίδας Χουσάκος, γερουσιαστής και πρώην πρόεδρος της γερουσίας Καναδά. η σύζυγος του κ. Χουσάκου, η Εφη Τριανταφυλλοπούλου, βουλευτής του Συντηρητικού Κόμματος Οντάριο. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Η περιγραφή αυτή συναντά έναν βασικό άξονα της εκκλησιολογικής σκέψης του Χρήστου Γιανναρά, σύμφωνα με τον οποίο η Εκκλησία δεν εξαντλείται στη λειτουργία ενός θεσμού, αλλά πραγματώνεται ως μετάβαση από την ατομικότητα στην κοινωνία των σχέσεων. Υπό αυτό το πρίσμα, η κοινότητα δεν αποτελεί απλώς έναν μηχανισμό διατήρησης της καταγωγής, αλλά τον χώρο όπου η πίστη, η γλώσσα, η ιστορική μνήμη και η ευθύνη αποκτούν συλλογικό περιεχόμενο.

Το ίδιο ισχύει για την εθνική συνείδηση. Δεν αρκεί να παραλαμβάνεται ως όνομα, καταγωγή ή οικογενειακή ανάμνηση. Χρειάζεται γνώση, γλώσσα, συμμετοχή και την ελεύθερη απόφαση ότι η παρακαταθήκη αυτή εξακολουθεί να έχει θέση στη ζωή των ανθρώπων που την κληρονομούν.

Για τους πρώτους μετανάστες, η ελληνική ταυτότητα αποτελούσε βιωμένη εμπειρία. Τη διαμόρφωναν ο τόπος από τον οποίο είχαν φύγει, η μητρική γλώσσα, οι οικογενειακοί δεσμοί και η μνήμη της πατρίδας. Για τις γενιές που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στον Καναδά, η σχέση αυτή δεν προκύπτει από την προσωπική εμπειρία της μετανάστευσης. Καλείται να αποκτήσει περιεχόμενο μέσα σε μία ανοιχτή και πολυπολιτισμική κοινωνία, όπου η καταγωγή αποτελεί μία από τις πολλές δυνατές αναφορές ταυτότητας.

Στιγμιότυπο από την τελετή Ενθρόνισης του Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου.  Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Σε αυτή τη μετάβαση, η ελληνική γλώσσα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ο Αρχιεπίσκοπος δεν την παρουσίασε ως κατάλοιπο μιας παλαιότερης εποχής, αλλά ως ζωντανό φορέα μνήμης, αλήθειας και πολιτισμού. «Η ελληνική γλώσσα δεν είναι για μας μουσειακό κειμήλιο», ανέφερε, προσθέτοντας ότι αποτελεί «ζώσα κιβωτό μνήμης, αλήθειας και σοφίας» και φορέα της πολιτισμικής και πνευματικής κληρονομιάς.

Η γλώσσα συνδέθηκε παράλληλα με την ελληνική φιλοσοφική παράδοση και με τη διατύπωση της χριστιανικής θεολογίας. Ο κ. Απόστολος αναφέρθηκε ρητά στον Πλάτωνα, στον Αριστοτέλη και στον Ισοκράτη. Σημείωσε ότι ο Πλάτων ανέδειξε την αναζήτηση της αλήθειας, ο Αριστοτέλης δίδαξε την αρετή ως έξη και τρόπο ζωής, ενώ ο Ισοκράτης συνέδεσε την παιδεία με το ήθος και την καλλιέργεια του πολίτη.

Ομιλία του υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη.  Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Σύμφωνα με τη συλλογιστική του, η Εκκλησία δεν απέρριψε αυτόν τον πνευματικό πλούτο, αλλά τον ενέταξε στην έκφραση της χριστιανικής αλήθειας. Η ελληνική γλώσσα δεν αντιμετωπίζεται, επομένως, μόνο ως εθνικό γνώρισμα, αλλά και ως ένα από τα βασικά όργανα μέσα από τα οποία η Εκκλησία εξέφρασε το μυστήριο της πίστης.

Η διαγενεακή της λειτουργία αποτυπώθηκε στη φράση «Είναι γέφυρα μεταξύ των γενεών. Είναι μέρος της ταυτότητάς μας». Ο Αρχιεπίσκοπος συνέδεσε αυτή τη θέση με τη δέσμευση για προστασία, διδασκαλία και παράδοση της γλώσσας στους επερχόμενους. Στο αγγλόγλωσσο μέρος της ομιλίας του αναφέρθηκε επίσης στην ανάγκη ενίσχυσης των σχολείων, στήριξης των εκπαιδευτικών και ανανέωσης των εκπαιδευτικών και θρησκευτικών προγραμμάτων.

Το παρών στην τελετή ενθρόνισης του νέου Αρχιεπισκόπου Καναδά έδωσε και ο σύμβουλος έκδοσης του «Εθνικού Κήρυκα». Αντώνης Η. Διαματάρης. Δεξιά από τον κ. Διαματάρη ο Μανώλης Μαρκιανός, Γενικός Σύμβουλος ΟΕΥ. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Η διατήρηση της γλώσσας, ωστόσο, δεν εξαντλεί από μόνη της το περιεχόμενο της ταυτότητας. Μία κοινότητα μπορεί να διατηρεί πολιτισμικά σύμβολα, επετείους και αναφορές στην καταγωγή χωρίς να διαθέτει βαθύτερη ιστορική αυτογνωσία. Η εθνική συνείδηση προϋποθέτει κατανόηση του παρελθόντος και όχι μόνο αναπαραγωγή των εξωτερικών του μορφών. Προϋποθέτει ακόμη τη δυνατότητα να εξηγηθεί στις νεότερες γενιές γιατί αυτή η κληρονομιά έχει θέση στη δική τους ζωή και τι μπορεί να τους προσφέρει μέσα στον κόσμο στον οποίο ζουν.

Ιδιαίτερη θέση στον ενθρονιστήριο λόγο κατέλαβε η νεολαία. Ο κ. Απόστολος δεν την παρουσίασε μόνο ως το μέλλον αλλά και ως το ενεργό παρόν της Εκκλησίας. Αναγνώρισε τη φωνή, τη δημιουργικότητα, τα χαρίσματα, τις ανησυχίες και τα ερωτήματά της, καλώντας τους νέους να συμμετάσχουν στη λατρεία, στην κατήχηση, στην ελληνική εκπαίδευση, στην κοινωνική προσφορά και στον εθελοντισμό.

Ο Αρχιεπίσκοπος Καναδά, Απόστολος ετοιμάζεται να ασπαστεί τον πατέρα του, Γ. Κουφαλάκη. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Ο Αρχιεπίσκοπος Καναδά, Απόστολος ασπάζεται το χέρι του πατέρα του, Γ. Κουφαλάκη. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Ο Αρχιεπίσκοπος Καναδά, Απόστολος ασπάζεται το΄χέρι της μητέρας του. κας Κουφαλάκη. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Η θέση αυτή ενισχύει το βασικό επιχείρημα του λόγου. Η συνέχεια δεν μπορεί να εξασφαλιστεί χωρίς ουσιαστική συμμετοχή και πραγματική μεταβίβαση ευθύνης. Οι νεότερες γενιές δεν καλούνται απλώς να παραλάβουν έναν έτοιμο θεσμό, αλλά να αποκτήσουν ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της επόμενης περιόδου του.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάχθηκε η αναφορά στη Θεολογική Ακαδημία και στην ανάγκη καλλιέργειας νέων ιερατικών κλήσεων. Η Ακαδημία παρουσιάστηκε όχι μόνο ως ακαδημαϊκό ίδρυμα, αλλά ως χώρος όπου η θεολογική γνώση συναντά την προσευχή, η επιστημονική κατάρτιση την πνευματικότητα και η εκπαίδευση την ποιμαντική εμπειρία.

Ομιλία του πρωθυπουργού της Επαρχίας του Οντάριο, Νταγκ Φορντ. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Η Εκκλησία, σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο, χρειάζεται καταρτισμένους κληρικούς που γνωρίζουν και βιώνουν την παράδοσή της, αλλά διαθέτουν συγχρόνως τη σοφία και την ποιμαντική ικανότητα να επικοινωνούν ουσιαστικά με τον σύγχρονο άνθρωπο. Η επισήμανση αυτή συνδέει την πιστότητα στην παράδοση με την ανάγκη κατανόησης ενός κοινωνικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος πολύ διαφορετικού από εκείνο των πρώτων μεταναστών.

Στιγμιότυπο από την τελετή Ενθρόνισης του Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου.  Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Ανάλογη θέση κατέχουν τα μοναστήρια, τα οποία ο κ. Απόστολος περιέγραψε ως «ζωντανές εστίες προσευχής για τον κόσμο» και ως τόπους μετάνοιας, ησυχίας, άσκησης, πνευματικής αναγέννησης και φιλοξενίας. Διαβεβαίωσε ότι θα παραμείνουν υπό την κανονική φροντίδα, προστασία και ποιμαντική μέριμνα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Καναδά.

Η αναφορά αυτή εντάσσεται στη συνολικότερη αντίληψή του για τη συνέχεια της εκκλησιαστικής παράδοσης. Πρόκειται για μία συνέχεια που δεν περιορίζεται στην εξωτερική δραστηριότητα, αλλά αποβλέπει στην εσωτερική μεταμόρφωση. Όπως ανέφερε, «ο άνθρωπος δεν σώζεται από την εξωτερική δραστηριότητα μόνον, αλλά δια της μεταμορφώσεως της καρδίας».

Ο ενθρονιστήριος λόγος ανέδειξε επίσης τη σύνθετη φυσιογνωμία του Ελληνισμού του Καναδά. Στις κοινότητές του συναντώνται άνθρωποι με καταγωγή από διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας, την Κύπρο, τον Πόντο, την Καππαδοκία, τη Μικρά Ασία, την Ιωνία, την Ανατολική Θράκη και την Κωνσταντινούπολη.

Στιγμιότυπο από την τελετή Ενθρόνισης του Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου.  Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Οι διαφορετικές καταγωγές και παραδόσεις δεν παρουσιάστηκαν ως παράγοντες κατακερματισμού, αλλά ως επιμέρους εκφράσεις μιας κοινής ιστορικής εμπειρίας. «Όλοι αυτοί οι διαφορετικοί τόποι, οι ιστορίες, οι παραδόσεις και οι μνήμες δεν μας χωρίζουν- μας εμπλουτίζουν και μας ενώνουν», ανέφερε.

Η συνοχή αυτή, σύμφωνα με τον λόγο του, στηρίζεται στην κοινή πίστη, στην κοινή γλώσσα, στην κοινή ιστορική μνήμη και στην κοινή ελπίδα. «Και όλα αυτά συναντώνται και αγιάζονται μέσα στην Εκκλησία του Χριστού», πρόσθεσε, προσδίδοντας στην Εκκλησία τον ρόλο του χώρου μέσα στον οποίο οι διαφορετικές μνήμες αποκτούν κοινή αναφορά.

Η μία λέξη που θέλει να τον διακρίνει και θα καθίσταται ως η αρχή κάθε έργου είναι η «Ενότητα». «Ενότης. Όχι ομοιομορφία. Αλλά ενότης», ήταν η χαρακτηριστική διατύπωση με την οποία προσδιόρισε την επιθυμητή κατεύθυνση της νέας περιόδου. Αυτό για τον ίδιο σημαίνει η δυνατότητα συνύπαρξης διαφορετικών ανθρώπων, ενοριών και κοινοτήτων να αναγνωρίζουν ότι μετέχουν σε μία κοινή αποστολή.

Στην ομιλία του δεν τοποθέτησε την ελληνική ταυτότητα απέναντι στην καναδική. Η Ελλάδα παρουσιάστηκε ως ιστορική και συναισθηματική πατρίδα. «Η Ελλάδα για τον Έλληνα της Διασποράς δεν είναι μόνον γεωγραφία. Είναι μνήμη. Είναι ποίημα. Είναι τραγούδι. Είναι προσευχή», ανέφερε.

Στιγμιότυπο από την τελετή Ενθρόνισης του Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου.  Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Ο Καναδάς, από την άλλη πλευρά, περιγράφηκε ως η νέα πατρίδα, η χώρα στην οποία οι Έλληνες μετανάστες εργάστηκαν, δημιούργησαν οικογένειες και οικοδόμησαν το μέλλον των παιδιών τους. Η προσήλωση στην ιστορική καταγωγή συνδέθηκε με την υποχρέωση ενεργού παρουσίας στην καναδική κοινωνία, με προσφορά προς τον συνάνθρωπο, σεβασμό στους θεσμούς και υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Η σύνθεση αυτή αποτυπώθηκε στην αναφορά του ότι ένας άνθρωπος μπορεί να είναι «ταυτοχρόνως καλός Καναδός, συνειδητός Έλληνας και, κυρίως, πιστός Ορθόδοξος Χριστιανός». Οι τρεις ιδιότητες παρουσιάστηκαν ως συμβατές και αλληλοσυμπληρούμενες, όχι όμως ως ταυτόσημες.

Η θρησκευτική πίστη, η πολιτισμική ταυτότητα και η πολιτειακή ιδιότητα διατηρούν το διακριτό τους περιεχόμενο. Στην ιστορική εμπειρία της Διασποράς, ωστόσο, η ορθόδοξη και η ελληνική παράδοση συναντήθηκαν και συνέβαλαν από κοινού στη διαμόρφωση μιας ιδιαίτερης ελληνοκαναδικής συνείδησης. Η συνείδηση αυτή δεν αναιρεί την καναδική ταυτότητα, αλλά μπορεί να αποτελέσει αφετηρία κοινωνικής και πολιτειακής προσφοράς.

Στιγμιότυπο από την τελετή Ενθρόνισης του Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Μέσα σε αυτή τη διαδρομή, η Ιερά Αρχιεπισκοπή Καναδά καλείται να παραμείνει φορέας πίστης και συγχρόνως θεσμός ιστορικής μνήμης, παιδείας και κοινωνικής συνοχής. Ο νέος Αρχιεπίσκοπος τοποθέτησε τη διακονία του μέσα σε ένα πλαίσιο θεσμικής συνέχειας, αναγνωρίζοντας το έργο του προκατόχου του, πρώην Αρχιεπισκόπου Καναδά κ. Σωτηρίου.

«Δεν παραλαμβάνω μίαν μικράν Κιβωτόν. Παραλαμβάνω ένα σπουδαίον εκκλησιαστικόν έργον», ανέφερε, δεσμευόμενος ότι θα το σεβαστεί, θα το συνεχίσει και θα προσπαθήσει να το καταστήσει ακόμη πιο καρποφόρο. Η νέα περίοδος παρουσιάστηκε, επομένως, ως συνέχεια μιας μακράς θεσμικής διαδρομής και όχι ως αφετηρία αποκομμένη από όσα προηγήθηκαν.

Η παρακαταθήκη αυτή, σύμφωνα με τη δική του αντίληψη, δεν αποτελεί προσωπική ιδιοκτησία του εκάστοτε ποιμενάρχη. «Ο Αρχιεπίσκοπος δεν είναι κύριος της Εκκλησίας- είναι φύλαξ και διάκονος της παρακαταθήκης που του ενεπιστεύθη η Εκκλησία», υπογράμμισε, συνδέοντας την αρχιερατική ευθύνη με τη διακονία και όχι με την κατοχή του θεσμού.

Από αριστερά, ο υπουργός Εξωτερικών Γ. Γεραπετρίτης, ο υπουργός Δημόσιας Ασφάλειας Καναδά, Γκάρυ Αναντασανγκάρι, η υπουργός Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, ο Λεωνίδας Χουσάκος, γερουσιαστής και πρώην πρόεδρος της γερουσίας Καναδά και η σύζυγός του. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Οι πρώτες γενιές οικοδόμησαν τους θεσμούς μέσα στους οποίους μπορούσαν να διατηρήσουν την πίστη, τη γλώσσα και τη μνήμη τους. Οι νεότερες καλούνται να κατανοήσουν τον λόγο ύπαρξης αυτών των θεσμών και να αποφασίσουν πώς θα τους δώσουν περιεχόμενο μέσα σε μία διαφορετική κοινωνική πραγματικότητα.

Το μέτρο της νέας περιόδου δεν θα είναι μόνο η διατήρηση των κτιρίων, των επετείων και των συμβόλων, αλλά η δυνατότητα μετατροπής της κληρονομιάς σε συνειδητή επιλογή ζωής. Στον πυρήνα του ενθρονιστήριου λόγου βρίσκεται ακριβώς αυτή η ευθύνη. «Η Ρωμιοσύνη δεν χάνεται- μεταλαμπαδεύεται, αναγεννάται και καρποφορεί όπου υπάρχει ζώσα πίστις, μνήμη και συνείδησις».

Τον νέο Αρχιεπίσκοπο Καναδά κ. Απόστολο ενθρόνισε ο Αρχιεπίσκοπος Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας κ. Νικήτας, ως εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου, το μήνυμα του οποίου ανέγνωσε κατά την τελετή.

Ομιλία του υπουργού Δημόσιας Ασφάλειας Γκάρυ Αναντασανγκάρι (Gary Anandasangaree). Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Παρέστησαν, μεταξύ άλλων, ο πρώην πρωθυπουργός του Καναδά, Ζαν Κρετιέν, ο έπαρχος του Οντάριο, Νταγκ Φορντ, ο ομόσπονδος υπουργός Δημόσιας Ασφάλειας του Καναδά, Γκάρι Αναντασανγκάρι, ο γερουσιαστής και πρώην πρόεδρος της Καναδικής Γερουσίας, Λεωνίδας Χουσάκος, οι επαρχιακοί βουλευτές Έφη Τριανταφυλλοπούλου και Άρης Μπαμπικιάν και ο δημοτικός σύμβουλος Τορόντο, Νίκος Μαντάς.

Την ελληνική πολιτεία και τις διπλωματικές Αρχές εκπροσώπησαν ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, η υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, Σοφία Ζαχαράκη, η υφυπουργός Εξωτερικών, Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, η πρέσβης της Ελλάδας στον Καναδά, Αικατερίνη Δημάκη, ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στο, Τορόντο Ιωάννης Χατζαντωνάκης με τη σύζυγό του και πολιτιστική σύμβουλο, Δρ Μαριλένα Γρίβα, ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στο Μόντρεαλ Νικόλαος Καραλέκας, ο πρέσβης και μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στον ICAO, Δημήτριος Αζεμόπουλος και ο σύμβουλος έκδοσης και πρώην υφυπουργός Εξωτερικών, Αντώνης Διαματάρης.

Από αριστερά, ο πρωθυπουργός της επαρχίας του Οντάριο, Νταγκ Φορντ, ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, ο υπουργός Δημόσιας Ασφάλειας Καναδά, Γκάρυ Αναντασανγκάρι, η υπουργός Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, ο Λεωνίδας Χουσάκος, γερουσιαστής και πρώην πρόεδρος της γερουσίας Καναδά. η σύζυγος του κ. Χουσάκου, η υφυπουργός Εξωτερικών, Αλεξάνδρα Παπαπαδοπούλου, η πρέσβης της Ελλάδας στην Οττάβα, Κατερίνα Δημάκη, η Εφη Τριανταφυλλοπούλου, βουλευτής του Συντηρητικού Κόμματος Οντάριο.  Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Οι Κρετιέν και Φορντ καλωσόρισαν τον νέο Αρχιεπίσκοπο και αναφέρθηκαν στην ιστορική σημασία της τελετής. Ο Καναδός πρώην πρωθυπουργός στον χαιρετισμό του αναφέρθηκε στον πρώην Αρχιεπίσκοπο Σωτήριο τονίζοντας πως «ανέλαβα την πρωθυπουργία το 1996 και τον θυμάμαι να έρχεται συνέχεια στο γραφείο να μου ζητά τη βοήθεια μου για να βοηθήσω και να στηρίξω το έργο του αλλά και ανθρώπους που είχαν ανάγκη. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι ποτέ δεν ζήτησε κάτι για τον εαυτό του». Στον χαιρετισμό του, ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, σημείωσε ότι η ομόφωνη εκλογή του κ. Αποστόλου από την Αγία και Ιερά Σύνοδο αποτυπώνει την εμπιστοσύνη της Μητρός Εκκλησίας προς το πρόσωπό του. Επανέλαβε τη σταθερή στήριξη της ελληνικής πολιτείας προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αναγνώρισε την πολυετή προσφορά του πρώην Αρχιεπισκόπου Καναδά κ. Σωτηρίου και διαβεβαίωσε ότι το υπουργείο Εξωτερικών και η ελληνική πρεσβεία στην Οττάβα θα σταθούν στο πλευρό του νέου Αρχιεπισκόπου, με ιδιαίτερη έμφαση στη μεταλαμπάδευση της ελληνορθόδοξης παρακαταθήκης στη νέα γενιά.

Στιγμιότυπο από την πρώτη Λειτουργία του νέου Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Στιγμιότυπο από την πρώτη Λειτουργία του νέου Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Στιγμιότυπο από την πρώτη Λειτουργία του νέου Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Στιγμιότυπο από την πρώτη Λειτουργία του νέου Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Στιγμιότυπο από την πρώτη Λειτουργία του νέου Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Στιγμιότυπο από την πρώτη Λειτουργία του νέου Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Στιγμιότυπο από την πρώτη Λειτουργία του νέου Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Στιγμιότυπο από την πρώτη Λειτουργία του νέου Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Στιγμιότυπο από την πρώτη Λειτουργία του νέου Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ

Στιγμιότυπο από την πρώτη Λειτουργία του νέου Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου. Φωτογραφία: «Ε.Κ.»/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΧΑΪΤΗΣ



Δεν υπάρχουν σχόλια: