Ἡ τελευταία, ἑβδόμη Ἐπιστολή, πού ἔστειλε ὁ Χριστός στούς Ἐπισκόπους τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, διά τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, εἶναι ἡ Ἐπιστολή στόν Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Λαοδίκειας. Γράφεται:
«Καί στόν ἄγγελο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Λαοδίκειας γράψε: Αὐτά λέει ὁ Ἀμήν, ὁ ἀξιόπιστος καί ἀληθινός μάρτυρας, ἡ αἰτία τῶν δημιουργημάτων τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζω τά ἔργα σου. Δέν εἶσαι οὔτε κρύος οὔτε ζεστός στήν πίστη. Μακάρι νά ἤσουν κρύος ἤ ζεστός. Ἐπειδή, ὅμως, δέν εἶσαι οὔτε ζεστός οὔτε κρύος, ἀλλά χλιαρός, γι’ αὐτό θά σέ ξεράσω ἀπό τό στόμα μου. Λές, εἶμαι πλούσιος καί ἀπέκτησα περιουσία καί δέν ἔχω ἀνάγκη κανένα -καί δέν γνωρίζεις ὅτι στήν πραγματικότητα εἶσαι ταλαίπωρος καί ἀξιοθρήνητος, πτωχός, τυφλός καί γυμνός-. Γι’ αὐτό σέ συμβουλεύω νά ἀγοράσεις ἀπό ἐμένα, χρυσάφι καθαρισμένο στήν φωτιά γιά νά πλουτίσης, λευκά ροῦχα γιά νά ντυθῆς καί νά μή ντρέπεσαι γιά τήν γυμνότητά σου, καί κολλύριο γιά νά ἀλείψης τά μάτια σου γιά νά βλέπεις. Ἐγώ ὅσους τούς ἀγαπῶ, τούς ἐλέγχω καί τούς παιδαγωγῶ. Δεῖξε ζῆλο, λοιπόν, καί μετανόησε. Κοίταξε, στέκομαι μπροστά στήν πόρτα τῆς καρδιᾶς καί χτυπῶ. Ἐάν κάποιος ἀκούσει τήν φωνή μου καί μοῦ ἀνοίξη τήν πόρτα, θά μπῶ μέσα καί θά δειπνήσω μαζί του, καί αὐτός μαζί μου. Θά βάλω τόν νικητή νά καθήση μαζί μου στόν θρόνο μου, ὅπως κι ἐγώ νικητής κάθισα μαζί μέ τόν Πατέρα μου στόν θρόνο Του. Ὅποιος ἔχει αὐτιά ἄς ἀκούσει τί λέει τό Πνεῦμα στίς Ἐκκλησίες» (Ἀπ. γ΄, 14-22).
Ἡ Λαοδίκεια ἱδρύθηκε ἀπό τόν Ἀντίοχο τόν Β΄ (261-246) στήν κοιλάδα τοῦ Λύκου, νοτιοανατολικά τῆς Φιλαδέλφειας καί ἀνατολικά τῆς Ἐφέσου, ἀπέναντι ἀπό τήν Ἱεράπολη, καί τήν ἐποχή ἐκείνη ἥκμαζε γιά τό ἐμπόριο καί τήν βιομηχανία της καί φημιζόταν ὡς ἰατρικό κέντρο, καί, μάλιστα, ὀφθαλμιατρικό. Ἡ Ἐπιστολή αὐτή εἶναι πολύ ἐλεγκτική γιά τόν Ἐπίσκοπο τῆς Λαοδίκειας, ἀλλά πολύ σημαντική, γιατί ἔχει πολλά πνευματικά νοήματα καί μεγάλες θεολογικές διδασκαλίες. Κατ’ ἀρχάς, ὁ Χριστός δίνει τήν διαβεβαίωση ὅτι Αὐτός εἶναι «ὁ ἀμήν» «ὁ μάρτυς, ὁ πιστός καί ἀληθινός». Τό «ἀμήν» σημαίνει τό «ναί ἐστιν ἐν πᾶσι τοῖς περί αὐτοῦ λεγομένοις, ἤτοι, ἀλήθεια, καί οὐδέν ψεῦδος ἐν αὐτοῖς». Ὅ,τι λέγει ὁ Χριστός εἶναι ἀληθινό καί τίποτε δέν εἶναι ψέματα. Αὐτό γράφει στήν ἀρχή τῆς Ἐπιστολῆς γιά ὅσα θά ἀκολουθήσουν.
Ἔπειτα, λέγει ὅτι Αὐτός εἶναι «ἡ ἀρχή τῆς κτίσεως τοῦ Θεοῦ». Αὐτό εἶναι ἕνα χωρίο τό ὁποῖο ἐκμεταλεύτηκε ὁ αἱρετικός Ἄρειος γιά νά ὑποστηρίξη τήν αἵρεση ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τό πρῶτο κτίσμα τῆς δημιουργίας, ἄρα δέν εἶναι Θεός. Ὅμως, ἡ πατερική ἑρμηνεία τοῦ χωρίου αὐτοῦ εἶναι διαφορετική ἀπό αὐτήν τήν ὁποία ἔδιναν οἱ ἀρειανοί. Ἡ φράση «ἀρχή τῆς κτίσεως τοῦ Θεοῦ», κατά τούς ἑρμηνευτές σημαίνει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι «ἡ βασιλεία καί ἡ ἀρχή πάντων» καί ἐξουσιάζει τά κτίσματα, εἶναι «ἡ προκαταρκτική αἰτία καί ἄκτιστος», δηλαδή ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἀρχική αἰτία τῶν πάντων καί ἄκτιστος Θεός. Αὐτή ἡ φράση δείχνει ὅτι ὁ Θεός, διά τοῦ Λόγου Του, δημιούργησε τά πάντα καί ὅτι δέν σημαίνει τίποτε ἄλλο παρά ὅτι «τό ἄρχον τῆς κτίσεως τοῦ Θεοῦ δηλοῦν βούλεται», δηλαδή ἔχει τήν ἐξουσία πάνω στήν κτίση.
Ἄλλωστε, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔχει γράψει ὅτι ὁ Χριστός ὡς Θεός εἶναι «εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τά πάντα, τά ἐν τοῖς οὐρανοῖς καί τά ἐπί τῆς γῆς, τά ὁρατά καί τά ἀόρατα, εἴτε θρόνοι εἴτε κυριότητες εἴτε ἀρχαί εἴτε ἐξουσίαι· τά πάντα δι᾿ αὐτοῦ καί εἰς αὐτόν ἔκτισται· καί αὐτός ἐστι πρό πάντων, καί τά πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε» (Κολ. α΄, 15-17). Ἀφοῦ ὁ Χριστός ὡς Θεός εἶναι πρωτότοκος, ὄχι, ὅμως, πρωτόκτιστος, γεννᾶται ἀπό τόν Πατέρα πρό πάντων τῶν αἰώνων, καί ἐν χρόνῳ προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση τήν ὁποία «ἔκτισε» στόν ἑαυτό Του καί εἶναι Θεάνθρωπος.
Ἐπειδή ὁ Χριστός εἶναι Θεάνθρωπος, Θεός ἀληθινός καί ἄνθρωπος ἀληθινός, εἶναι ἑνωμένες οἱ δύο φύσεις, θεία καί ἀνθρωπίνη στήν ὑπόστασή Του «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως», κατά τήν ἀπόφαση τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, γι’ αὐτό καί γνωρίζει τά πάντα, ἀλλά γνωρίζει καί τά ἔργα αὐτοῦ τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Λαοδίκειας. Γνωρίζει ὅτι δέν εἶναι οὔτε ψυχρός οὔτε ζεστός, ἀλλά εἶναι χλιαρός. Μακάρι νά ἦταν ἤ ψυχρός ἤ ζεστός. Ὅμως, ἐπειδή δέν εἶναι οὔτε τό ἕνα οὔτε τό ἄλλο πρόκειται νά τόν ξεράση ἀπό τό στόμα Του, δηλαδή νά τόν ἀποβάλη.
Τό νά εἶναι κανείς ψυχρός σημαίνει ὅτι εἶναι ἐστερημένος ἀπό τίς ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνῶ τό νά εἶναι ζεστός εἶναι νά ἔχη τίς ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Χλιαρός εἶναι αὐτός πού εἶναι ἐπαμφοτερίζων, δηλαδή ἔλαβε τό Ἅγιον Πνεῦμα μέ τό Βάπτισμα, ὅμως ἡ φροντίδα τῶν ἐπιγείων πραγμάτων ἔσβησε τό χάρισμα πού ζωοποιεῖ τήν ψυχή, ὁπότε εἶναι σάν τροφή βδελυρή πού ἀποβάλλεται, ἀπομακρύνεται ἀπό τόν Θεό.
Αὐτή ἡ κατάσταση τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Λαοδίκειας φαίνεται ἀπό τά ὅσα τοῦ ἀποκαλύπτει ὁ Θεός. Ὁ Ἐπίσκοπος ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι πλούσιος, δηλαδή στηρίζεται στά ὑλικά ἀγαθά, ἀλλά ταυτοχρόνως εἶναι ταλαίπωρος καί ἐλεεινός, ἄξιος τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, εἶναι πτωχός, ἐπειδή ἀγνοεῖ τήν πνευματική του φτώχεια, ἀφοῦ ἐξέπεσε ἀπό τό ὕψος τῶν ἀρετῶν, εἶναι τυφλός, ἐπειδή ἔχει τήν τύφλωση τῶν νοητῶν ὀφθαλμῶν καί δέν βλέπει πνευματικά, ἔχει σκοτοδίνη γιά τήν ἐπιλογή τῶν κρειττόνων, εἶναι γυμνός, διότι διακρίνεται ἀπό τήν γύμνωση τῶν ἀγαθῶν πράξεων, ἀφοῦ ἔχει γυμνωθῆ ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, πού προηγουμένως εἶχε.
Πρόκειται γιά μιά πνευματική ἀξονική τομογραφία πού τοῦ κάνει ὁ Χριστός στόν Ἐπίσκοπο τῆς Λαοδικείας καί τοῦ ἀποκάλυψε ὅλη τήν πνευματική του κατάσταση, πού συνιστᾶ τήν πτώση του ὄχι μόνον ἀπό τήν Χάρη τῆς Ἱερωσύνης, ἀλλά καί ἀπό τήν Χάρη τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Πέρα, ὅμως, ἀπό τήν πνευματική ἀξονική τομογραφία πού κάνει στόν Ἐπίσκοπο Ἐπίσκοπο τῆς Λαοδικείας ἐξασκεῖ καί θεραπεία, πού σημαίνει ὅτι μαζί μέ τήν διάγνωση ὑπάρχει καί θεραπεία, τό ἕνα δέν ἀποκλείει τό ἄλλο, μᾶλλον ἡ καλή θεραπεία προϋποθέτει καλή διάγνωση, καί τήν διάγνωση ἀκολουθεῖ ἡ θεραπεία. Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καί ἡ ποιμαντική εἶναι θεραπευτική ἐπιστήμη.
Ἀφοῦ ὁ Ἐπίσκοπος ἀγαπᾶ τόν πλοῦτο πρέπει νά γνωρίση τόν πραγματικό πλοῦτο πού διαθέτει Αὐτός, δηλαδή ὁ Χριστός. Αὐτός ὁ πλοῦτος εἶναι καθαρό χρυσάφι πού καθαρίζεται ἀπό τήν φωτιά, εἶναι ὁ διδασκαλικός καί θεῖος λόγος, τόν ὁποῖο πρέπει νά βάλη στήν καρδιά του. Ἔπειτα, πρέπει νά φορέση ἱμάτια λευκά γιά νά μή φανερώνεται ἡ γυμνότητά του, πού εἶναι ἡ ὑπέρλαμπρη στολή τῶν ἀρετῶν. Ἀκόμη, ἐπειδή εἶναι τυφλός πνευματικά πρέπει νά βάλη στούς ὀφθαλμούς του πνευματικό κολλύριο, δηλαδή ἀπό τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς νά προχωρήση στόν φωτισμό τοῦ νοῦ, γιά νά βλέπη καθαρά τό θεῖο Φῶς. Ἔτσι, ἡ πνευματική του θεραπεία συνίσταται στό νά προχωρήση ἀπό τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, στόν φωτισμό τοῦ νοῦ, γιά νά φθάση στήν θεωρία, τήν γνώση τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.
Καί αὐτά τά λέει ὁ Χριστός μέ πολλή ἀγάπη, γιατί Αὐτός ἐλέγχει καί παιδεύει ὅσους ἀγαπᾶ. Παρά τήν ἄσχημη πνευματική κατάσταση στήν ὁποία βρίσκεται ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Λαοδίκειας, ὄχι μόνον ὁ Χριστός τόν ἀγαπᾶ, ἀλλά ὑπάρχει δυνατότητα σωτηρίας, πνευματικῆς θεραπείας. Ἀμέσως μετά χρησιμοποιεῖ μιά ὡραία εἰκόνα, πού δείχνει ἀκόμη περισσότερο τήν ἀγάπη Του πρός τόν συγκεκριμένο Ἐπίσκοπο, ἀλλά καί σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ σπιτιοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ πόρτα εἶναι κλεισμένη, καί ὅποιος θέλει νά εἰσέλθη στό σπίτι κτυπᾶ τήν πόρτα γιά νά τοῦ ἀνοίξουν οἱ ἔνοικοι τοῦ σπιτιοῦ. Καταγράφω τό χωρίο αὐτό: «Ἰδού ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καί ἀνοίξῃ τήν θύραν, καί εἰσελεύσομαι πρός αὐτόν καί δειπνήσω μετ᾿ αὐτοῦ καί αὐτός μετ᾿ ἐμοῦ» (Ἀπ. γ΄, 20).
Στόν λόγο αὐτόν φανερώνεται ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πού ἐπιμένει νά θέλη τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, καί ἐπιμένει νά χτυπᾶ τήν θύρα τῆς καρδιᾶς γιά νά εἰσέλθη σέ αὐτήν. Ἐπιμένει νά χτυπᾶ, προκαλώντας τόν ἄνθρωπο σέ μετάνοια, σεβόμενος, ὅμως, τήν ἐλευθερία του, ἀφοῦ δέν παραβιάζει τήν θύρα, ἀναμένοντας τήν ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου πού βρίσκεται μέσα στήν οἰκία. Αὐτός πού θά τοῦ ἀνοίξη θά ἔχη τήν μεγάλη χαρά νά συνδειπνήση μαζί Του. Τροφή καί δεῖπνο εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, πού δέν εἶναι ἀφηρημένη, ἀλλά ἕνωσή του μέ τόν Χριστό, εἶναι ἡ θέα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ στό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Χριστό εἶναι πνευματικός πλοῦτος, εἶναι πνευματική ὅραση, εἶναι ἔνδυση μέ τά λαμπρά ἱμάτια τῆς θείας Χάριτος.
Ἡ ἁμαρτία εἶναι πνευματική φτώχεια, πνευματική τύφλωση, πνευματική γύμνωση, καί ὅλα αὐτά τά θεραπεύει ὁ Χριστός μέ τήν ἐμφάνισή Του, ἀρκεῖ νά τό θέλη καί ὁ ἄνθρωπος μέ τήν δική του ἐλεύθερη ἀποδοχή. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος θά νικήση μέ τήν δική του ἐλευθερία, καί μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, δηλαδή μέ τήν πνευματική συνέργεια, καί τότε θά τοῦ δοθῆ νά καθήση μαζί Του στόν θρόνο τοῦ Πατρός Του, ὅπου κάθεται καί Αὐτός πού νίκησε τόν διάβολο, τόν θάνατο καί τήν ἁμαρτία στήν σάρκα Του. Ἔτσι, θρόνος εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τό Φῶς τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἀνάπαυση τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ὅλα αὐτά δείχνουν τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πού κάνει τά πάντα γιά νά ἐπαναφέρη τόν ἄνθρωπο στόν Παράδεισο, στήν δόξα τῆς Βασιλείας Του.
Ὁ Μητροπολίτης
+ Ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου