Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ
ΜΟΥΣΟΥΡΑ
Η
Ανδρούλα, από την Κύπρο τη θαλασσοφίλητη!
Πρόσφυγας με προσωρινή άδεια παραμονής
στην Αυστραλία, εξ αιτίας της εισβολής
του '74. Ο Γιάννης, νόμιμος μετανάστης
από το Φιόρο του Λεβάντε. Και οι δύο,
έμεναν με συγγενείς, η Ανδρούλα με την
αδελφή της Νίκη και την οικογένειά της,
σύζυγο και παιδιά και ο Γιάννης, με το
θείο του και την οικογένεια του! Κάτοικοι
Μελβούρνης, όλοι!
Δεν
έτυχε να γνωριστούν από κοντά, μολονότι
είχαν κοινούς φίλους μια οικογένεια
από τη Ζάκυνθο τον Νικόλα τη γυναίκα
του τη Μαντίνα και τα δύο, σχετικά, μικρά
τους παιδιά, όπου ήταν γείτονες με την
αδελφή της Ανδρούλας, σε εσωτερικό
προάστειο της Μελβούρνης όπου εκείνα
τα χρόνια, της δεκαετίας του 70, έμεναν
πολλοί μετανάστες, κυρίως Έλληνες και
Ιταλοί.
Η
Νίκη, μιλώντας με τη γειτόνισσα τη
Μαντίνα, εξέφρασε αρκετές φορές τη
στενοχώρια και ανησυχία της, όπου έληγε
σε λίγους μήνες η προσωρινή βίζα της
Ανδρούλας και δεν ήξερε τι να κάνει
γιατί πίσω δεν μπορούσε να πάει, ερείπια
όλα! Μόνο αν παντρευόταν σύντομα, θα
λυνόταν το πρόβλημα, αλλά δεν ήταν
εύκολο. Συνεσταλμένη κοπέλα η Ανδρούλα,
δεν είχε προφτάσει να κάνει πολλές
γνωριμίες, άλλο από τη γειτονιά και
λίγο πιο πέρα.
Το
σκέφτηκε η Mαντίνα,
το συζήτησε και με τον
Νικόλα και αποφάσισαν ότι δε θα ήταν
άσχημη ιδέα να το πουν του Γιάννη! Του
ανιψιού του κουμπάρου τους, του Φώτη. Ο
Φώτης και η Αγγέλικα στενοί και καλοί
φίλοι, επί πλέον, κουμπάροι, γιατί ο
Νικόλας, είχε βαφτίσει το γιο τους το
Θοδωρή! Οι οικογένειές τους, πίσω στη
Ζάκυνθο, χωριανοί, φίλοι και κουμπάροι
πάππου προς πάππου! Έτσι ανανεώσανε τη
κουμπαριά και εδώ. Εν τω μεταξύ, ούτε η
μία ούτε η άλλη οικογένεια είχαν συγγενείς
στη Μελβούρνη, άλλο από τον ανιψιό του
Φώτη, τον Γιάννη, που είχε έρθει καμιά
δεκαριά χρόνια πριν. Αυτό έγινε αφορμή
να δεθούν ακόμα περισσότερο οι δυο
οικογένειες και να νιώθουν συγγενείς,
όχι απλά κουμπάροι!
Ο
Νικόλας συμφώνησε ότι δε θα ήταν άσχημη
ιδέα για τον Γιάννη, που κόντευε τα 30, να παντρευτεί να κάνει
οικογένεια. Η Ανδρούλα, γύρω στα 27, αρκετά
εμφανίσιμη, καλή και νοικοκυρεμένη
κοπέλα, αλλά και μορφωμένη- είχε τελειώσει
το Γυμνάσιο. Ο Γιάννης πάλι, αρκετά
ευκατάστατος, γιατί είχε ανοίξει μαγαζί
με αντίκες
και πήγαινε πολύ καλά! Πρώτα σκέφτηκαν
να το συζητήσουν με τον
θείο και τη θεία του, που ήταν σαν γονείς
του.