«Διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας» (Β’ Κορ. 6, 17-18)
«Γι’ αὐτὸ λέει ὁ Κύριος· Φύγετε μακριὰ ἀπ’ αὐτοὺς καὶ ξεχωρίστε. Μὴν ἀγγίζετε ἀκάθαρτο πράγμα, κι ἐγὼ θὰ σᾶς δεχτῶ. Θὰ εἶμαι γιὰ σᾶς ὁ Πατέρας, κι ἐσεῖς θὰ εἶστε γιοὶ καὶ θυγατέρες μου».
Η σχέση των χριστιανών με τον κόσμο είναι ένα σημείο στο οποίο, από την αρχή της παρουσίας της Εκκλησίας στον κόσμο, οι πιστοί είχαν και έχουν βαθύ προβληματισμό. Είμαστε ξεχωριστοί από το κοσμικό πνεύμα; Η απάντηση μοιάζει αυτονόητα καταφατική. Για να γίνει όμως αυτό, χρειάζεται μία έξοδος. Πόσο είναι εφικτή όμως αυτή, εφόσον ζούμε μέσα στον κόσμο; Είναι δυνατόν ο χριστιανός να εξέλθει από τον κόσμο της καθημερινότητας, τον πλαίσιο που ο πολιτισμός ορίζει, τις επιδράσεις που όλοι υφιστάμεθα; Μήπως η προτροπή για έξοδο μοιάζει λόγος κενός, καθώς κληθήκαμε να ζούμε εν χρόνω, τον οποίο εμείς δεν ορίζουμε, και εν κόσμω, τον οποίο εμείς δεν επιλέξαμε;