Γράφει ο Μάξιμος Παφίλης, Επίσκοπος Μελιτηνής
Η σιωπή που ακολούθησε τη Σταύρωση ήταν βαριά, ένας αέρας παγωμένος που τύλιγε την Ιερουσαλήμ σαν σάβανο. Ο θάνατος του Μεσσία, μια πραγματικότητα αιχμηρή σαν θραύσμα γυαλιού στην καρδιά των μαθητών, άφηνε πίσω του ένα κενό ακατανόητο, μια νύχτα δίχως υπόσχεση αυγής. Μέσα σ' εκείνη την απέραντη σιωπή της ήττας, όπου η ελπίδα φαινόταν συντετριμμένη κάτω από το βάρος της πέτρας ενός τάφου, η θεία οικονομία ύφαινε ήδη το νήμα της Ανάστασης, ένα μυστήριο που θα ξεπερνούσε κάθε ανθρώπινη λογική και προσδοκία, γράφοντας την ιστορία όχι ως τέλος αλλά ως απαρχή ενός κοσμικού μετασχηματισμού, μιας καινής κτίσης που ανέτελλε αθόρυβα μέσα από τον τάφο, όπως ο σπόρος που πεθαίνει για να καρποφορήσει. Η προσδοκία της Βασιλείας, που τώρα φαινόταν μακρινή ηχώ, παρέμενε ωστόσο ένας υπόγειος παλμός στην καρδιά μερικών πιστών ψυχών. Αυτή η Βασιλεία, όχι μια επίγεια κυριαρχία αλλά μια εσωτερική πραγματικότητα μεταμορφωτικής αγάπης, καλούσε σε μια τόλμη πέρα από τον φόβο του κόσμου, σε μια πίστη που αναγνωρίζει το αιώνιο μέσα στο πρόσκαιρο, την παρουσία του Θεού ακόμα και στην πιο απόλυτη απουσία Του.