1. Η Γεωργία του 2008: όταν τα κρατικά σύνορα δεν έγιναν εκκλησιαστικά σύνορα
Ο πόλεμος του Αυγούστου 2008 προσφέρει ένα εξαιρετικά χρήσιμο συγκριτικό παράδειγμα. Η Ρωσική Ομοσπονδία αναγνώρισε μετά τη σύγκρουση την ανεξαρτησία της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας. Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, όμως, δεν ακολούθησε αυτομάτως την πολιτική γεωγραφία του Κρεμλίνου. Διατήρησε την αναγνώριση των δύο περιοχών ως τμημάτων του κανονικού εδάφους της Γεωργιανής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η απόσταση αυτή ανάμεσα στην κρατική και την εκκλησιαστική γραμμή έχει τεκμηριωθεί τόσο σε πηγές της εποχής όσο και στη νεότερη έρευνα. [1][2]
Ο Metreveli επισημαίνει ότι, αμέσως μετά τη ρωσική αναγνώριση των αποσχισθεισών περιοχών, ο πρωθιερέας Vsevolod Chaplin, τότε αναπληρωτής πρόεδρος του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων της Μόσχας, υπογράμμισε ότι οι πολιτικές αποφάσεις δεν καθορίζουν από μόνες τους ζητήματα εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας. Τον Οκτώβριο του 2008, η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας δεν αποδέχθηκε τα αιτήματα υπαγωγής των εκκλησιαστικών δομών Αμπχαζίας και Νότιας Οσετίας στη Μόσχα. Η στάση αυτή βρισκόταν σε εμφανή δυσαρμονία με τη ρωσική κρατική πολιτική. [1][2]
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι σχέσεις Εκκλησίας και ρωσικού κράτους ήταν τότε ανταγωνιστικές ή ότι η Μόσχα λειτουργούσε γενικώς ως ανεξάρτητος θεσμός εξωτερικής πολιτικής. Σημαίνει όμως κάτι πιο συγκεκριμένο και πολύτιμο για την ανάλυση: η ρωσική στρατιωτική επέμβαση δεν αρκούσε, από μόνη της, για να ενεργοποιήσει μια θεολογία εδαφικής επέκτασης. Στην περίπτωση της Γεωργίας, η Ρωσική Εκκλησία δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία μιας άλλης αναγνωρισμένης Τοπικής Εκκλησίας και δεν διέθετε ένα εκκλησιολογικό συμφέρον που να συμπίπτει πλήρως με την κρατική αναθεώρηση των συνόρων.
2. Η Ουκρανία ήταν διαφορετική πριν ακόμη από το 2022
Στην Ουκρανία η θεμελιώδης μεταβλητή ήταν διαφορετική: δεν επρόκειτο μόνο για γεωπολιτικό χώρο, αλλά για χώρο που το Πατριαρχείο Μόσχας θεωρούσε δικό του κανονικό έδαφος και ταυτόχρονα για τον πυρήνα της ιστορικής και συμβολικής αφήγησης περί «Αγίας Ρως». Αυτή η σύμπτωση κανονικού, ιστορικού και πολιτισμικού χώρου είναι κεντρική στο επιχείρημα περί «γεωπολιτικής συμφωνίας». [1]
Η καμπή του 2018–2019 είναι επομένως καθοριστική. Στις 11 Οκτωβρίου 2018 η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανανέωσε την απόφαση για χορήγηση αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας, αποκατέστησε κανονικά πρόσωπα που είχαν υποβάλει έκκλητο και ήρε την ισχύ του συνοδικού γράμματος του 1686 στο μέτρο που αυτό είχε παραχωρήσει κατ’ οικονομία στον Πατριάρχη Μόσχας το δικαίωμα χειροτονίας του Μητροπολίτη Κιέβου. [3]
Τέσσερις ημέρες αργότερα, η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας χαρακτήρισε τις αποφάσεις αυτές «επέμβαση» στο κανονικό έδαφος της Ρωσικής Εκκλησίας και διέκοψε την ευχαριστιακή κοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. [4] Στις 6 Ιανουαρίου 2019 το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε τον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο που αναγνώρισε την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας ως αυτοκέφαλη εντός των ορίων του ανεξάρτητου ουκρανικού κράτους. [5]
Για τη Μόσχα, επομένως, η ουκρανική κρίση δεν ήταν πλέον απλώς μια διακρατική διαφορά. Είχε μετατραπεί σε κρίση εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας, ιστορικής ταυτότητας και πρωτείου μέσα στην Ορθοδοξία. Αυτό ακριβώς είναι το σημείο όπου η εκκλησιαστική και η κρατική γεωπολιτική μπορούσαν να αρχίσουν να αλληλοτροφοδοτούνται.
3. Από την «αδελφοκτόνο σύγκρουση» στην «Αγία Ρως»
Μετά την πλήρους κλίμακας ρωσική εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου 2022, η επίσημη γλώσσα του Πατριαρχείου Μόσχας δεν υιοθέτησε εξαρχής ενιαία τον όρο «ιερός πόλεμος». Συχνά χρησιμοποιήθηκε το λεξιλόγιο της «αδελφοκτόνου» ή «εμφύλιας» σύγκρουσης, που απέφευγε να προσδιορίσει τη Ρωσία ως επιτιθέμενο κράτος. Ωστόσο, η θεολογική και πολιτισμική πλαισίωση της σύγκρουσης γινόταν σταδιακά σαφέστερη. [1][6]
Χαρακτηριστικό τεκμήριο είναι η «Προσευχή για την Αγία Ρως», που δημοσιεύθηκε από το Πατριαρχείο Μόσχας στις 25 Σεπτεμβρίου 2022. Το κείμενο παρουσιάζει την «Αγία Ρως» ως ενιαίο λαό που απειλείται με διαίρεση και καταστροφή και ζητεί από τον Θεό «νίκη». [6] Την ίδια ημέρα, σε πατριαρχικό κήρυγμα που προκάλεσε διεθνή συζήτηση, ο Πατριάρχης Κύριλλος συνέδεσε τον θάνατο κατά την εκπλήρωση του στρατιωτικού καθήκοντος με πράξη θυσίας και με την άφεση αμαρτιών. Η διατύπωση αυτή απέχει αισθητά από την παλαιότερη επίσημη κοινωνική διδασκαλία της ίδιας Εκκλησίας, η οποία χαρακτηρίζει τον πόλεμο κακό, έστω κι αν δέχεται υπό αυστηρές προϋποθέσεις τη συμμετοχή στην άμυνα του πλησίον και την αποκατάσταση της δικαιοσύνης. [7][8]
Ακριβώς αυτή η μετατόπιση έχει αναλυτική σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για το ότι μια Εκκλησία «ευλόγησε στρατιώτες» — πρακτική που απαντά σε πολλές εθνικές Εκκλησίες και ιστορικές συγκυρίες. Η κρίσιμη μεταβολή είναι ότι ο συγκεκριμένος πόλεμος άρχισε να εντάσσεται σε μια μεταφυσική αφήγηση για την ενότητα ενός υπερεθνικού ρωσικού πολιτισμικού χώρου, για την άμυνα της «Αγίας Ρως» και για μια σύγκρουση με έναν ηθικά παρακμασμένο ή εχθρικό «Δυτικό κόσμο».
4. 2024: όταν ο «Ιερός Πόλεμος» έγινε προγραμματικό κείμενο
Η διαδικασία κορυφώθηκε θεσμικά τον Μάρτιο του 2024. Στις 27 Μαρτίου εγκρίθηκε, υπό την προεδρία του Πατριάρχη Κυρίλλου, το κείμενο του XXV Παγκόσμιου Ρωσικού Λαϊκού Συμβουλίου «Το παρόν και το μέλλον του Ρωσικού Κόσμου». Το Συμβούλιο δεν είναι συνοδικό όργανο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας με τη στενή κανονική έννοια. Είναι όμως οργανισμός που τελεί υπό την προεδρία του Πατριάρχη Μόσχας και λειτουργεί ως σημαντικό φόρουμ διατύπωσης ιδεολογικών και κοινωνικοπολιτικών θέσεων. [9]
Το κείμενο χαρακτήρισε από «πνευματική και ηθική άποψη» τη λεγόμενη «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» ως «Ιερό Πόλεμο» και συνέδεσε τον πόλεμο με την υπεράσπιση του «ενιαίου πνευματικού χώρου της Αγίας Ρως» απέναντι στη «συλλογική Δύση» και στην «παγκοσμιοποίηση». [9] Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών αντέδρασε επισήμως, δηλώνοντας ότι δεν μπορεί να συμφιλιώσει αυτή τη διατύπωση ούτε με τη χριστιανική κλήση προς την ειρήνη ούτε με προηγούμενες διαβεβαιώσεις του ίδιου του Πατριάρχη Κυρίλλου ότι κανένας πόλεμος ένοπλης βίας δεν μπορεί να είναι «ιερός». [10]
Εδώ βρίσκεται και η δύναμη της σύγκρισης του Metreveli: στη Γεωργία του 2008 δεν ενεργοποιήθηκε μια πολιτισμική θεολογία που να ταυτίζει την κρατική επέκταση με εκκλησιαστική αποκατάσταση. Στην Ουκρανία, αντιθέτως, το κανονικό ζήτημα και η κρατική γεωπολιτική συνέκλιναν πάνω στον ίδιο χώρο και μπορούσαν να ενωθούν με ένα ήδη ανεπτυγμένο αφήγημα περί Russkiy Mir. [1]
5. Τι ακριβώς σημαίνει «γεωπολιτική συμφωνία»
Η έννοια της «geopolitical symphonia» είναι χρήσιμη επειδή αποφεύγει δύο απλουστεύσεις. Η πρώτη είναι ότι η Ρωσική Εκκλησία αποτελεί απλώς ένα παθητικό όργανο του Κρεμλίνου. Αυτό δεν εξηγεί γιατί το 2008 μπορούσε να διαφοροποιηθεί από τη ρωσική κρατική γραμμή στο ζήτημα της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας της Γεωργίας. Η δεύτερη απλούστευση είναι ότι η Εκκλησία δρα αποκλειστικά βάσει μιας αυτόνομης θεολογικής λογικής. Αυτό επίσης δεν εξηγεί τη βαθιά σύμπτωση των εκκλησιαστικών και κρατικών αφηγήσεων για την Ουκρανία. [1]
Η νέα μελέτη προτείνει έναν ενδιάμεσο αλλά αυστηρότερο μηχανισμό: η σύγκλιση γίνεται ισχυρότερη όταν (α) το εκκλησιαστικό κανονικό έδαφος αμφισβητείται, (β) το κράτος επιδιώκει γεωπολιτικό έλεγχο στον ίδιο χώρο και (γ) υπάρχει διαθέσιμο ένα πολιτισμικό λεξιλόγιο που μπορεί να παρουσιάσει την κοινή διεκδίκηση ως ιστορική, ηθική ή και σωτηριολογική αποστολή. Στην Ουκρανία συνυπήρχαν και οι τρεις προϋποθέσεις. Στη Γεωργία όχι. [1]
Αυτό είναι σημαντικό και για τη γενικότερη μελέτη της γεωπολιτικής της θρησκείας. Οι Εκκλησίες δεν είναι πάντοτε ούτε άβουλοι φορείς κρατικής προπαγάνδας ούτε ανεξάρτητοι ηθικοί παρατηρητές. Διαθέτουν δικούς τους θεσμικούς χάρτες, κανονικές μνήμες, ιστορικούς συμβολισμούς και διακρατικά δίκτυα. Όταν αυτοί οι χάρτες συμπέσουν με τις επιδιώξεις ενός κράτους, η θρησκεία μπορεί να γίνει όχι απλώς μέσο νομιμοποίησης, αλλά παραγωγός της ίδιας της γεωπολιτικής κοσμοαντίληψης.
6. Η σημασία της αυτοκεφαλίας της Ουκρανίας
Από αυτή την οπτική, η ουκρανική αυτοκεφαλία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως δευτερεύον «εκκλησιαστικό επεισόδιο» που απλώς συνέπεσε χρονικά με μια κρατική σύγκρουση. Ανεξάρτητα από το πώς αξιολογεί κανείς κανονικά τις αντικρουόμενες θέσεις Κωνσταντινουπόλεως και Μόσχας, η ιστορική ακολουθία δείχνει ότι το 2018–2019 μετέβαλε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο το Πατριαρχείο Μόσχας αντιλαμβανόταν την Ουκρανία: από χώρο υπό τη δική του κανονική δικαιοδοσία σε χώρο όπου η δικαιοδοσία αυτή είχε θεσμικά αμφισβητηθεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και από μια νέα αυτοκέφαλη Εκκλησία. [3][4][5]
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η αυτοκεφαλία «προκάλεσε» τη ρωσική εισβολή· ένας τέτοιος ισχυρισμός θα ήταν ιστορικά και αιτιωδώς υπερβολικός. Δείχνει όμως ότι η κανονική ρήξη δημιούργησε ένα εκκλησιολογικό πεδίο στο οποίο μπορούσε να ενσωματωθεί ευκολότερα η κρατική αφήγηση περί ενιαίου ιστορικού και πολιτισμικού χώρου Ρωσίας και Ουκρανίας. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη: άλλο αιτία πολέμου και άλλο μηχανισμός θρησκευτικής νομιμοποίησης του πολέμου.
7. Η παλαιότερη κοινωνική διδασκαλία της Μόσχας ως μέτρο σύγκρισης
Ένα ακόμη στοιχείο καθιστά τη μεταβολή πιο ορατή. Στις «Βασικές Αρχές της Κοινωνικής Αντίληψης» του 2000, η ίδια η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία διατυπώνει μια πολύ πιο περιοριστική θεώρηση του πολέμου. Ο πόλεμος χαρακτηρίζεται «κακό», η συμμετοχή σε αυτόν θεωρείται δυνατό να γίνει αποδεκτή μόνο όταν διακυβεύεται η προστασία του πλησίον και η αποκατάσταση της καταπατημένης δικαιοσύνης, ενώ απαριθμούνται κριτήρια που παραπέμπουν στην παράδοση του «δικαίου πολέμου»: νόμιμη αρχή, εξάντληση ειρηνικών μέσων, αναλογικότητα, προστασία αμάχων και σκοπός αποκατάστασης του δικαίου. [8]
Ακριβώς γι’ αυτό έχει σημασία η μετάβαση του 2022–2024. Δεν έχουμε απλώς εφαρμογή μιας σταθερής κοινωνικής διδασκαλίας σε μια νέα περίπτωση. Έχουμε διεύρυνση του λεξιλογίου από την ηθική ανοχή ενός αναγκαίου αμυντικού πολέμου προς μια πολιτισμική και πνευματική σύγκρουση για την «Αγία Ρως», η οποία κορυφώνεται με τον χαρακτηρισμό «Ιερός Πόλεμος». Η διαφορά είναι θεολογικά και πολιτικά ουσιώδης.
8. Η απάντηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και η επικαιρότητα του 2026
Η αντιπαράθεση δεν έχει μείνει στο επίπεδο των γεγονότων του 2018 ή των πρώτων ετών της εισβολής. Στις 17 Σεπτεμβρίου 2026, μιλώντας στην Οξφόρδη για τη θρησκεία και την εξωτερική πολιτική, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος τοποθέτησε ρητά στο κέντρο της σύγχρονης διεθνούς προβληματικής τη χρήση της θρησκευτικής ταυτότητας ως εργαλείου πολέμου. Αναφέρθηκε στην παρουσίαση του πολέμου κατά της Ουκρανίας ως «Holy War» και στο Russkiy Mir, συνδέοντας την εργαλειοποίηση αυτή με τον εθνοφυλετισμό και με τη μετατροπή της θρησκείας σε καύσιμο παρατεταμένης σύγκρουσης. [11]
Η τοποθέτηση αυτή είναι σημαντική όχι μόνο επειδή αποτελεί κριτική προς τη Μόσχα, αλλά επειδή θέτει ένα γενικό κριτήριο: η θρησκευτική παράδοση παύει να λειτουργεί ως δύναμη ειρήνης όταν η ταυτότητα ενός έθνους, μιας αυτοκρατορικής μνήμης ή ενός γεωπολιτικού χώρου αποκτά σχεδόν δογματικό χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η παρουσία της θρησκείας στη δημόσια ζωή ή ακόμη και στην εξωτερική πολιτική. Είναι η μετατροπή της θεολογίας σε γλώσσα ιεροποίησης της εδαφικής σύγκρουσης.
9. Το βαθύτερο συμπέρασμα
Η σύγκριση Γεωργίας–Ουκρανίας μας υποχρεώνει να εγκαταλείψουμε την εύκολη εξήγηση ότι «η Ρωσική Εκκλησία πάντοτε ευλογεί ό,τι κάνει το ρωσικό κράτος». Το 2008 δεν το έκανε με τον τρόπο που θα έκανε αργότερα στην Ουκρανία. Η διαφορά αυτή δεν αθωώνει τη μεταγενέστερη στάση· αντίθετα, την κάνει περισσότερο ερμηνεύσιμη. Δείχνει ότι η θεολογική ριζοσπαστικοποίηση δεν ήταν αυτόματος καρπός μιας διαχρονικής σχέσης Εκκλησίας–Κρεμλίνου. Ενεργοποιήθηκε πολύ ισχυρότερα όταν το εκκλησιαστικό συμφέρον της Μόσχας, η κρατική γεωπολιτική και η ιδεολογία του «Ρωσικού Κόσμου» βρέθηκαν να διεκδικούν τον ίδιο χώρο και την ίδια ιστορία. [1]
Αυτό είναι ίσως και το πιο ανησυχητικό στοιχείο. Όταν η σύγκρουση για σύνορα παρουσιάζεται ως σύγκρουση για την αλήθεια, όταν η απώλεια κανονικής δικαιοδοσίας μεταφράζεται σε απώλεια πολιτισμικού χώρου και όταν η στρατιωτική αναμέτρηση εντάσσεται σε μια αφήγηση σωτηρίας, τότε ο συμβιβασμός καθίσταται πολύ δυσκολότερος. Ένας εδαφικός πόλεμος μπορεί θεωρητικά να λήξει με σύνορα, εγγυήσεις και συμφωνίες. Ένας πόλεμος που ενδύεται τη γλώσσα του ιερού μετατρέπει την υποχώρηση σε προδοσία ταυτότητας και την πολιτική διαπραγμάτευση σε ηθική ή μεταφυσική ήττα.
Γι’ αυτό και η έννοια της «γεωπολιτικής συμφωνίας» αξίζει να παρακολουθηθεί πέρα από τη ρωσική περίπτωση. Δεν περιγράφει μια υποτιθέμενη ιδιομορφία της Ορθοδοξίας, αλλά έναν ευρύτερο κίνδυνο: τη στιγμή κατά την οποία μια θρησκευτική κοινότητα παύει να συνομιλεί με την πολιτική εξουσία από τη δική της ηθική και εκκλησιολογική θέση και αρχίζει να παράγει μαζί της έναν κοινό ιερό χάρτη του κόσμου.
Μεθοδολογική σημείωση
Ο όρος «γεωπολιτική συμφωνία» χρησιμοποιείται εδώ με την ειδική αναλυτική σημασία που του δίνει ο Tornike Metreveli και όχι ως κανονικός ή θεολογικός όρος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η μελέτη του βασίζεται σε συστηματική ανάλυση περίπου 100 επίσημων κειμένων της κεντρικής διοίκησης του Πατριαρχείου Μόσχας για τις περιόδους των πολέμων στη Γεωργία και στην Ουκρανία. Ο ίδιος ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η εστίαση στην κεντρική εκκλησιαστική ηγεσία δεν αποτυπώνει όλες τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις, τις τοπικές αντιδράσεις ή τη διαφωνία κληρικών και πιστών. [1]
Το άρθρο διακρίνει επίσης δύο διαφορετικά ερωτήματα: την αιτιότητα του πολέμου και τη θρησκευτική νομιμοποίησή του. Η ανάλυση της εκκλησιαστικής ρητορικής δεν σημαίνει ότι η κανονική διαμάχη για την Ουκρανία αποτελεί αιτία της ρωσικής εισβολής. Εξετάζει, αντιθέτως, γιατί και υπό ποιες προϋποθέσεις η εκκλησιαστική γλώσσα μπορούσε να ενσωματώσει και να ιεροποιήσει συγκεκριμένους γεωπολιτικούς στόχους.

Πρωτογενείς πηγές
[3] Οικουμενικό Πατριαρχείο, Ανακοινωθέν Αγίας και Ιεράς Συνόδου, 11 Οκτωβρίου 2018.
[4] Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, Statement of the Holy Synod concerning the Patriarchate of Constantinople and Ukraine, 15 October 2018.
[5] Οικουμενικό Πατριαρχείο, Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος Αυτοκεφαλίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας, 6 Ιανουαρίου 2019.
[6] Πατριαρχείο Μόσχας, «Молитва о Святой Руси» («Προσευχή για την Αγία Ρως»), 25 Σεπτεμβρίου 2022.
[7] Πατριαρχείο Μόσχας, Πατριαρχικό κήρυγμα της 25ης Σεπτεμβρίου 2022 — η διατύπωση για τη θυσία κατά την εκπλήρωση του στρατιωτικού καθήκοντος.
[8] Russian Orthodox Church, The Basis of the Social Concept, VIII: “War and Peace”.
[9] Πατριαρχείο Μόσχας / XXV Παγκόσμιο Ρωσικό Λαϊκό Συμβούλιο, «Настоящее и будущее Русского мира» («Το παρόν και το μέλλον του Ρωσικού Κόσμου»), 27 Μαρτίου 2024.
[10] World Council of Churches, Statement on the Decree of the XXV World Russian People’s Council, 12 April 2024.
[11] Οικουμενικό Πατριαρχείο, Lecture by Ecumenical Patriarch Bartholomew, University Church of St Mary the Virgin, Oxford, 17 September 2026.
Επιλεγμένη βιβλιογραφία και έρευνα
[1] Tornike Metreveli, “Geopolitical symphonia: why the Moscow Patriarchate sanctified war in Ukraine but not Georgia”, Religion, State & Society, published online 26 June 2026.
[2] Civil Georgia, “Backgrounder: Georgia, Russia and Politics of Ecclesial Occupation”, με τεκμηρίωση της στάσης του Πατριαρχείου Μόσχας για Αμπχαζία και Νότια Οσετία.
Περαιτέρω βιβλιογραφία
- Katarzyna Chawryło, “A holy war. The Russian Orthodox Church blesses the war against the West”, OSW Centre for Eastern Studies, 12 April 2024.
- “Διακήρυξη κατά της διδασκαλίας περί «Ρωσικού Κόσμου» (Russkii mir)”, Public Orthodoxy / Volos Academy, 13 March 2022.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου