e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Το έγγραφο που στρέφεται εναντίον των κατηγόρων του· Τι πραγματικά μαρτυρεί το “Χρονικό” του Κιέβου


Πρόσφατα δημοσιεύθηκε από την Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων (ΕΟΔ) ένα έγγραφο το οποίο “διέρρευσε” και που καταμαρτυρεί τα γενόμενα των τελευταίων ημερών προ της Ενωτικής Συνόδου. Η δημοσιοποίηση του λεγομένου “σκανδαλώδους εγγράφου του Φαναρίου” παρουσιάστηκε ως μία δήθεν συνταρακτική αποκάλυψη, ικανή να καταρρίψει την κανονική και εκκλησιολογική θεμελίωση της χορηγήσεως του Τόμου αυτοκεφαλίας προς την Εκκλησία της Ουκρανίας. Όμως, μαρτυρεί ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που οι συντάκτες της επιθυμούν να αποδείξουν. Διότι εάν κάποιος αναγνώσει προσεκτικά το “Χρονικό της Εβδομάδος της Κληρικολαϊκής Συνόδου του Κιέβου”, θα διαπιστώσει ότι δεν πρόκειται περί καταγραφής μιας εκκλησιαστικής “συνωμοσίας”, αλλά περί μαρτυρίας των επίπονων προσπαθειών του Οικουμενικού Πατριαρχείου να διασώσει την εκκλησιαστική τάξη, να θεραπεύσει ένα πολυετές σχίσμα και να διαφυλάξει τα κανονικά του δικαιώματα έναντι πιέσεων προερχομένων από όλες τις πλευρές. Διότι το ίδιο το έγγραφο παρουσιάζει το Οικουμενικό Πατριαρχείο να αντιστέκεται, να διαπραγματεύεται, να απειλεί με αποχώρηση και να επιμένει στις εκκλησιολογικές αρχές του.

Όπως όλες οι αυτοκεφαλίες, έτσι και αυτή της Εκκλησίας της Ουκρανίας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διαμόρφωση νέων κρατικών και εθνικών πραγματικοτήτων. Για παράδειγμα, η Εκκλησία της Ελλάδος γεννήθηκε μέσα στο πλαίσιο του ελληνικού κράτους. Η Σερβική, η Ρουμανική, η Πολωνική, η Τσεχοσλοβακική και η Βουλγαρική Εκκλησία συνδέθηκαν με αντίστοιχες εθνικές και κρατικές εξελίξεις. Η Ρωσική Εκκλησία ωσαύτως. Η πράξη της Εκκλησίας, δηλαδή, πάντοτε αναγνώριζε ότι οι ιστορικές και πολιτειακές εξελίξεις δύνανται να δημιουργήσουν νέα εκκλησιαστικά δεδομένα, τα οποία καλείται να ρυθμίσει με κανονικό τρόπο. Το ζητούμενο, παρ’ όλα αυτά, δεν είναι αν η πολιτική εξουσία εκδήλωσε ενδιαφέρον, αλλά αν η Εκκλησία διατήρησε την ελευθερία της κρίσεώς της και αν η τελική Πράξη εκδόθηκε από το αρμόδιο εκκλησιαστικό όργανο. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, όπως και σε όλες τις νεότερες αυτοκεφαλίες, ο τελικός λόγος ανήκε στη Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, ως όφειλε.

Η ιστορία της Εκκλησίας είναι γεμάτη από περιπτώσεις κατά τις οποίες πολιτικοί άρχοντες επιχείρησαν να επηρεάσουν εκκλησιαστικές εξελίξεις. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της Εκκλησίας της Ρωσίας. Είναι γνωστό στους ιστορικούς το πόσο πιέστηκε και πώς ενέδωσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ να αποδώσει αυτοκεφαλία και τιμή Πατριαρχείου στη Μόσχα. Εκεί, υπό καθεστώς ομηρίας, καθότι δεν του επέτρεπαν να φύγει εάν δεν ανακήρυττε τη Μητρόπολη της Μόσχας σε Πατριαρχείο, αναγκάστηκε να ανακηρύξει το Πατριαρχείο της Μόσχας το 1589.

 Οπότε το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν υπήρξαν πιέσεις, εντάσεις, διαφωνίες και πολιτικές παρεμβάσεις κατά τις ημέρες που προηγήθηκαν της Ενωτικής Συνόδου. Αυτό ουδείς σοβαρός άνθρωπος το αμφισβήτησε ποτέ. Το ερώτημα είναι ποια στάση τήρησε η Μήτηρ Εκκλησία μέσα σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση. Και εδώ ακριβώς το Χρονικό δίνει μια απάντηση εντελώς διαφορετική από εκείνη που επιθυμεί να προβάλει η ΕΟΔ. Το ίδιο το Χρονικό αναφέρει ότι σκοπός των εκπροσώπων του Οικουμενικού Θρόνου δεν ήταν απλώς η ανάδειξη ενός Προκαθημένου, αλλά η θεμελίωση της νέας Εκκλησίας “ἐπί ἰσχυρῶν ἐκκλησιολογικῶν καί κανονικῶν θεμελίων”, ώστε να διαφυλαχθεί το κύρος και η κανονική της υπόσταση.

Η ΕΟΔ παρουσιάζει ως απόδειξη “ελέγχου” την επιμονή του Οικουμενικού Θρόνου να είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης εγγυητής της συμφωνίας μεταξύ Τόμου και Καταστατικού. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για αυτονόητη κανονική συνέπεια. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του Χρονικού, καθίσταται σαφές ότι οι εκπρόσωποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν αντιμετώπιζαν την υπόθεση ως πολιτικό εγχείρημα, αλλά ως εκκλησιολογικό πρόβλημα. Η κύρια μέριμνά τους ήταν να διασφαλισθεί ότι η νέα εκκλησιαστική πραγματικότητα θα οικοδομηθεί επί κανονικών θεμελίων, ότι θα διατηρηθούν τα δικαιώματα της Μητρός Εκκλησίας και ότι δεν θα νομιμοποιηθούν αντικανονικές απαιτήσεις οποιασδήποτε παρατάξεως. Πού ακριβώς βρίσκεται το παράδοξο σε όλο αυτό; Όταν η Μήτηρ Εκκλησία χορηγεί αυτοκεφαλία, είναι αυτονόητο ότι διατηρεί το δικαίωμα να διασφαλίζει ότι το παραχωρηθέν προνόμιο δεν θα αλλοιωθεί και είναι φυσικό να μεριμνά για την ορθή εφαρμογή του. Δεν αποδεικνύει εξάρτηση της νέας Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως ισχυρίζεται η ΕΟΔ. Αποδεικνύει αντιθέτως, ότι ο Οικουμενικός Θρόνος αντιλαμβάνεται σοβαρά την αποστολή του και δεν εκχωρεί επιπόλαια τις κανονικές του ευθύνες.

Ιδιαιτέρως αποκαλυπτικό είναι το τμήμα του Χρονικού που αναφέρεται στις διαπραγματεύσεις με τον Μητροπολίτη Φιλάρετο. Εδώ καταρρέει πλήρως ο μύθος ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο υπήρξε όργανο συγκεκριμένων ουκρανικών κύκλων. Αντιθέτως, το κείμενο παρουσιάζει τους εκπροσώπους της Κωνσταντινουπόλεως να αντιστέκονται συστηματικά σε απαιτήσεις που θεωρούσαν αντικανονικές. Η πρόταση να απονεμηθούν στον Μητροπολίτη Φιλάρετο υπερεξουσίες ασύμβατες με την ορθόδοξη εκκλησιολογία απορρίπτεται παρ’ όλες τις μακρές διαπραγματεύσεις, πιέσεις και εκβιαστικά διλήμματα με το επιχείρημα ότι θα εξέθετε την Ορθόδοξη Εκκλησία και θα συνιστούσε πρωτοφανές εκκλησιολογικό προηγούμενο.

Το σημαντικότερο όμως στοιχείο, το οποίο η ΕΟΔ άθελά της δημοσιοποιεί, είναι η στάση του ίδιου του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου. Πρόκειται για σημείο υψίστης σημασίας. Επί χρόνια ακούγεται η κατηγορία ότι ο Βαρθολομαίος πήρε χρήματα από τους Ουκρανούς, τους Αμερικάνους κλπ. για να δώσει την αυτοκεφαλία και ότι υπέκυψε σε πολιτικές σκοπιμότητες. Μάλιστα και ο ίδιος ο Πούτιν είχε μιλήσει για χρηματισμό του. Εντούτοις, το ίδιο το έγγραφο που επικαλούνται οι επικριτές του Οικουμενικού Θρόνου εμφανίζει τους εκπροσώπους του να συγκρούονται τόσο με εκκλησιαστικούς όσο και με πολιτικούς παράγοντες προκειμένου να αποτραπούν οποιεσδήποτε εκκλησιολογικές εκτροπές. Στην κορύφωση της κρίσεως, όταν ο τότε Πρόεδρος της Ουκρανίας Ποροσένκο επιχείρησε να διασώσει τη διαδικασία, ο Οικουμενικός Πατριάρχης δεν εμφανίζεται να υποχωρεί ούτε κατ’ ελάχιστον στα δικαιώματα του Θρόνου. Αντιθέτως, σύμφωνα με το ίδιο το Χρονικό, δηλώνει ότι δεν πρόκειται να πωλήσει την αξιοπρέπεια του Πατριαρχείου σε κανέναν και ότι οι εκπρόσωποί του θα αποχωρήσουν εάν θιγούν τα κανονικά προνόμια της Μητρός Εκκλησίας.

“Εἰμί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης καί δέν ἔχω δικαίωμα ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ Πατριαρχείου καί ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί τῶν Προκατόχων μου ἵνα ἐμπαίζω τάς προνομίας τοῦ Θρόνου καί τήν θέσιν του ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ. Ἔχω εὐθύνην κ. Πρόεδρε, σᾶς τιμῶ, σᾶς σέβομαι ἀλλά δέν πρόκειται νά πωλήσω τήν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Πατριαρχείου εἰς οὐδένα Φιλάρετον. Καί ἄν δέν εἴσθε εἰς θέσιν νά τῷ ἐπιβληθῆτε, λυποῦμαι ἀλλά πρέπει οἱ ἄνθρωποί μου νά ἀποχωρήσουν. Εἰς τό Φανάρι ἐμάθομεν νά μή φοβώμεθα οὐδένα καί οὐδέν προκειμένου περί τῶν ἀπ' αἰῶνος δικαίων Του. Ἀναλόγως πράξατε”.

Τι μεγαλείο... Αληθινός Οικουμενικός Πατριάρχης ισάξιος των Αγίων προκατόχων του. Δεν βάζει τίποτα παραπάνω από την Εκκλησία και δεν φοβάται απολύτως τίποτα και κανέναν όταν πρόκειται για τα προνόμια που πρέπει να διαφυλάξει. Το απέδειξε άλλωστε και με την αποφασιστικότητά του στο θέμα της αυτοκεφαλίας της Ουκρανίας. Παρ’ όλες τις πιέσεις της Ρωσικής Εκκλησίας, έμεινε σταθερός και αμετακίνητος. Πάντα αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως θεματοφύλακα της ενότητας της Εκκλησίας, την οποία δεν μπορεί να θυσιάσει ούτε χάριν της επιτυχίας κάποιας Συνόδου, ούτε χάριν πολιτικών σκοπιμοτήτων κάποιας χρονικής στιγμής. Αυτό, λοιπόν, είναι το σημείο που ανατρέπει ολόκληρη την αφήγηση της ΕΟΔ.

Εξίσου αποκαλυπτική είναι η επιμονή του Οικουμενικού Θρόνου να διαλυθούν εν πρώτοις οι σχισματικές δομές που επρόκειτο να συμμετάσχουν στη νέα εκκλησιαστική πραγματικότητα. Το Χρονικό περιγράφει λεπτομερώς τις πιέσεις που ασκήθηκαν από τους εκπροσώπους του Θρόνου ώστε να καταργηθούν οι προϋπάρχοντες οργανισμοί και να μην παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επιστροφής σε παράλληλες εκκλησιαστικές δομές. Η ΕΟΔ θεωρεί το γεγονός αυτό ενοχοποιητικό. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για πράξη στοιχειώδους εκκλησιολογικής συνέπειας. Διότι τι είναι η ενότητα της Εκκλησίας; Είναι άραγε η συνύπαρξη πολλών ανταγωνιστικών κέντρων εξουσίας; Ή μήπως είναι η πραγματική υπέρβαση των διαιρέσεων διά της εντάξεως όλων σε ένα κοινό εκκλησιαστικό σώμα;

Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι το Χρονικό μαρτυρεί επανειλημμένως τις δυσκολίες που προέρχονταν από το πολιτικό περιβάλλον. Αναφέρονται παρακολουθήσεις, έλεγχοι, πιέσεις, ακόμη και παρεμβάσεις κρατικών παραγόντων. Οι συντάκτες του άρθρου της ΕΟΔ έχουν δώσει όλη την βαρύτητα των γεγονότων σε αυτό το σημείο, μη λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλα όσα αναφέραμε και τα οποία αποδομούν το αφήγημά τους. Παρ’ όλα αυτά η ύπαρξη πολιτικής πιέσεως δεν αποδεικνύει ότι η εκκλησιαστική απόφαση ήταν αντικανονική. Άλλωστε όπως είδαμε η απόδοση αυτοκεφαλίας είναι πάντοτε συνυφασμένη με το πολιτικό πλαίσιο κάθε χώρας στην οποία παραχωρείται. Πραγματικά, εάν κάποιος υποστηρικτής του Οικουμενικού Θρόνου αναζητούσε ένα τεκμήριο ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντιμετώπισε την ουκρανική υπόθεση πρωτίστως ως εκκλησιολογικό και κανονικό ζήτημα, δύσκολα θα εύρισκε ισχυρότερο κείμενο από αυτό που η ίδια η ΕΟΔ έφερε στη δημοσιότητα.

Τελικώς, η μεγαλύτερη ειρωνεία της υποθέσεως είναι ότι το κείμενο που δημοσιοποιήθηκε για να πλήξει το Οικουμενικό Πατριαρχείο καταλήγει να αναδεικνύει ακριβώς εκείνο που οι πολέμιοί του επιθυμούν να αποκρύψουν: ότι ο Οικουμενικός Θρόνος δεν ενήργησε ως παθητικός επικυρωτής ξένων αποφάσεων αλλά ως Μήτηρ Εκκλησία, η οποία επωμίστηκε το βάρος μιας εξαιρετικά δύσκολης θεραπευτικής επεμβάσεως στο σώμα της Ορθοδοξίας. Η θεραπεία υπήρξε επώδυνη. Οι αντιδράσεις υπήρξαν έντονες. Οι αντιφάσεις και οι δυσκολίες ήταν πολλές. Αλλά το ίδιο το Χρονικό, όταν διαβασθεί χωρίς προκατάληψη, δεν παρουσιάζει μία Εκκλησία που εκχωρεί τα δίκαιά της. Παρουσιάζει μία Εκκλησία που τα υπερασπίζεται.

Το βασικό συμπέρασμα, λοιπόν, παραμένει αμετάβλητο: το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είναι μία δύναμη που παραχωρεί αδιακρίτως εξουσίες, αλλά είναι Μητέρα Εκκλησία που αγωνίζεται να διατηρήσει την κανονική συνέχεια, να θεραπεύει σχίσματα και να κάνει τα πάντα για την ενότητα των Εκκλησιών. 

 

Ιερομόναχος Νικήτας Παντοκρατορινός

Δεν υπάρχουν σχόλια: