Γράφει ο Ιερομόναχος Νικήτας Παντοκρατορινός
Το προσφάτως δημοσιευθέν άρθρο του Μητροπολίτη Ζαπορόζιε Λουκά, με τίτλο «Πώς η εταιρική λογική αντικατέστησε το πνεύμα της Εκκλησίας», επιχειρεί να παρουσιάσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως έναν θεσμό που, που υπονομεύει τη συνοδικότητα, παραβιάζει τους Ιερούς Κανόνες, μετατρέπει την εκκλησιαστική διακονία σε άσκηση εξουσίας υπό τον μανδύα του πρωτείου και επιδιώκει αυθαιρέτως να επιβάλλει την δική του θέληση στις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες. Το «πρωτείο» της Κωνσταντινουπόλεως, η Σύνοδος της Κρήτης, η Αυτοκεφαλία της Ουκρανίας και ο διάλογος με τη Ρώμη εμφανίζονται ως επιμέρους εκφάνσεις μιας δήθεν ενιαίας πορείας προς την απολυταρχία και την εκκλησιολογική αλλοίωση. Ωστόσο, η επιχειρηματολογία αυτή παρουσιάζει μια σοβαρή αδυναμία: επικαλείται την κανονική τάξη, αλλά παραβλέπει την ιστορική και κανονική παράδοση η οποία θεμελιώνει τη θέση και τις αρμοδιότητες του Οικουμενικού Θρόνου. Η Εκκλησία δεν μπορεί να οικοδομείται πάνω σε επιλεκτικές ερμηνείες των Ιερών Κανόνων, ούτε η συνοδικότητα μπορεί να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για την αμφισβήτηση κάθε πρωτοβουλίας του πρώτου Θρόνου της Ορθοδοξίας.
Εδώ δημιουργείται ένα σημαντικό ερώτημα: Πού τελειώνει η θεμιτή θεολογική διαφωνία και πού αρχίζει η διαστρέβλωση της εκκλησιαστικής ιστορίας, όταν ένας θεσμός που επί αιώνες διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στη διαφύλαξη της ορθόδοξης ενότητας παρουσιάζεται περίπου ως απειλή για την ίδια την Ορθοδοξία; Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν χρειάζεται ούτε προσωπολατρία ούτε άκριτη αποδοχή κάθε απόφασης οποιουδήποτε Πατριαρχείου. Χρειάζεται, όμως, ιστορική ακρίβεια, ιεροκανονική συνέπεια και θεολογική ερμηνεία. Και αυτά απαιτούν να εξετάσουμε τα επιχειρήματα του άρθρου. Ας δούμε τα πράγματα με τη σειρά:
1.
Το πρωτείο
Ο Μητροπολίτης Ζαπορόζιε αναφέρει στο άρθρο του ότι αναγνωρίζει το
«πρωτείο τιμής» της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά αμέσως υπονοεί ότι κάθε ουσιαστική
άσκηση των προνομίων του Οικουμενικού Θρόνου αποτελεί μετάβαση σε ένα καθεστώς
«πρώτου χωρίς ίσους». Το πρωτείο στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αποτελεί απλή διακοσμητική
θέση σε έναν κατάλογο Πατριαρχών. Η εκκλησιαστική τάξη δεν διαμορφώθηκε για να
απονέμει τιμητικές διακρίσεις, χωρίς αντίστοιχες ευθύνες και αρμοδιότητες. Η
ιστορική παράδοση της Εκκλησίας αναγνωρίζει συγκεκριμένη θέση και συγκεκριμένα
προνόμια στον Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως.
Ο 3ος Κανόνας της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου και ο 28ος της Δ΄ Οικουμενικής
Συνόδου καθιέρωσαν την ιδιαίτερη θέση της Κωνσταντινουπόλεως στην εκκλησιαστική
τάξη. Η θέση αυτή συνδέεται με συγκεκριμένα προνόμια και ευθύνες, που δεν
μπορούν να καταργούνται στην πράξη με το επιχείρημα της ισότητας των επισκόπων.
Η ισοτιμία των επισκόπων ως προς την αρχιερωσύνη δεν συνεπάγεται ταυτότητα
κανονικών αρμοδιοτήτων. Διαφορετικά, θα έπρεπε να θεωρήσουμε περιττή ολόκληρη
την εκκλησιαστική ιεραρχική τάξη, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τις Οικουμενικές
Συνόδους.
Η συνοδικότητα και το πρωτείο λειτουργούν συμπληρωματικά. Αλληλοπεριχωρούνται.
Δεν υπάρχει συνοδικότητα χωρίς πρωτείο, ούτε υπάρχει πρωτείο χωρίς
συνοδικότητα. Το πρωτείο του Οικουμενικού Πατριαρχείου πρέπει να ασκείται σε
συνάρτηση με τη συνοδικότητα. Αλλά και η συνοδικότητα πρέπει να λειτουργεί με
αναγνώριση της εκκλησιαστικής τάξεως, όχι με την εξαφάνιση κάθε πρωτείου.
Ο Μητροπολίτης Λουκάς στο άρθρο εκφράζει, επίσης, την ανησυχία του για τη
διάσπαση της Ορθοδοξίας. Η ανησυχία αυτή είναι θεμιτή. Ωστόσο, δημιουργείται
ένα ουσιώδες ερώτημα: Πώς μπορεί να προστατευθεί η πανορθόδοξη ενότητα, όταν
αμφισβητείται συστηματικά ο ιστορικός και κανονικός ρόλος του Οικουμενικού
Πατριαρχείου; Η Ορθοδοξία δεν αποτελεί άθροισμα ανεξάρτητων εκκλησιαστικών
διοικήσεων, χωρίς κοινή τάξη και χωρίς θεσμούς συντονισμού. Το Οικουμενικό
Πατριαρχείο δεν είναι υπεράνω των άλλων Εκκλησιών ως προς την πίστη και τη
μυστηριακή τους πληρότητα. Κατέχει, όμως, την πρώτη θέση στην κανονική τάξη και
έχει ιστορική ευθύνη για τη διακονία της ενότητας. Αυτή η ευθύνη δεν αποτελεί
έκφραση εξουσιαστικής φιλοδοξίας. Αποτελεί στοιχείο της εκκλησιαστικής
παραδόσεως.
Η κριτική συγκεκριμένων αποφάσεων είναι αποδεκτή. Η προσπάθεια, όμως, να εμφανίζεται κάθε άσκηση των προνομίων του Οικουμενικού Θρόνου ως αυταρχισμός υπονομεύει την ίδια την κανονική τάξη την οποία ο συντάκτης επικαλείται.
2.
Η Σύνοδος της Κρήτης
Ιδιαίτερη θέση στην κριτική του Μητροπολίτη Λουκά κατέχει η Αγία και
Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης του 2016. Η απουσία τεσσάρων Τοπικών Εκκλησιών
προβάλλεται ως σοβαρό επιχείρημα εναντίον του κύρους της.Το γεγονός είναι
γνωστό. Το συμπέρασμα, όμως, ότι η Σύνοδος δεν μπορεί να έχει ουσιαστική εκκλησιαστική
βαρύτητα επειδή δεν συμμετείχαν όλες οι Εκκλησίες, δεν προκύπτει αυτομάτως από
το γεγονός αυτό. Η Σύνοδος δεν προέκυψε αιφνιδιαστικά ούτε συγκλήθηκε χωρίς
προετοιμασία. Για την σύγκληση της Συνόδου είχε προηγηθεί πολυετής
προετοιμασία, με προσυνοδικές διασκέψεις και συζητήσεις μεταξύ των όλων των
κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών. Τον Ιανουάριο του 2016, η Σύναξη των
Προκαθημένων στο Σαμπεζύ προχώρησε στις τελευταίες αποφάσεις για τη σύγκληση
της. Η απουσία τεσσάρων Εκκλησιών υπήρξε σοβαρό πρόβλημα για την επιθυμητή
πανορθόδοξη συμμετοχή, αλλά δεν εξαφανίζει ούτε την προηγούμενη προετοιμασία
ούτε το έργο των Εκκλησιών που συμμετείχαν.
Το ερώτημα που πρέπει να τεθεί εδώ, είναι συγκεκριμένο: Από ποιον Ιερό
Κανόνα προκύπτει ότι η απουσία ορισμένων Εκκλησιών από κάποια σύνοδο καθιστά
αυτομάτως άκυρη κάθε συνοδική διαδικασία; Εάν η απουσία ορισμένων Εκκλησιών
αποτελεί απόλυτο λόγο ακυρότητας, τότε πρέπει να εξηγηθεί πώς αξιολογούνται οι
υπόλοιπες συνοδικές πράξεις της ιστορίας, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν μέσα σε
συνθήκες διαιρέσεων, αδυναμίας συμμετοχής ή διαφωνιών. Η συνοδικότητα
προϋποθέτει ευθύνη, συνεργασία και διάθεση αντιμετωπίσεως των διαφωνιών. Δεν
μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από το αν κάθε Εκκλησία θεωρεί εκ των προτέρων
αποδεκτό το αποτέλεσμα. Δεν μπορεί κάθε διαφωνία να οδηγεί στην ακύρωση της
κάθε κοινής εκκλησιαστικής προσπάθειας.
Στο άρθρο ο Μητροπολίτης επικαλείται την ανάγκη πανορθόδοξης συζήτησης για την Ουκρανία. Εάν αυτό είναι το κριτήριο της Εκκλησίας που υπηρετεί, τότε πρέπει να το εφαρμόζει με συνέπεια και στη δική της στάση. Πόσες φορές η Εκκλησία της Ρωσίας στην Ουκρανία έλαβε πρόσκληση σε διάλογο από την Αυτοκέφαλη Εκκλησία και αυτή αρνήθηκε; Πάρα πολλές. Το ίδιο που έπραξε και το Πατριαρχείο Μόσχας για την Σύνοδο της Κρήτης. Ενώ είχαν όλα συμφωνηθεί και υπογραφεί και από την Εκκλησία της Ρωσίας για την Σύνοδο, τελικά αρνήθηκε την συμμετοχή της την τελευταία στιγμή. Και ξαφνικά, μετά την απόδοση Αυτοκεφαλίας στην Ουκρανία από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ζητάει εκ νέου πανορθόδοξη Σύνοδο. Η συνοδικότητα όμως, δεν μπορεί να είναι μια αρχή που ενεργοποιείται μόνο όταν η έκβαση μιας διαδικασίας ή οι παρούσες συνθήκες δεν μας ικανοποιούν.
3.
Το ουκρανικό ζήτημα
Η παραχώρηση Αυτοκεφαλίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας αποτελεί
ίσως το κεντρικότερο σημείο της αντιπαραθέσεως. Ο Μητροπολίτης Λουκάς
αντιμετωπίζει την ενέργεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου ως αυθαίρετη επέμβαση
σε ξένη εκκλησιαστική δικαιοδοσία. Η προσέγγιση αυτή, όμως, αφήνει στο
περιθώριο ένα κρίσιμο ιστορικό γεγονός: η Μητρόπολη Κιέβου υπαγόταν επί αιώνες
στον Οικουμενικό Θρόνο. Μέχρι και το 2018 όπου δημιουργήθηκε η Αυτοκέφαλη
Εκκλησία της Ουκρανίας. Η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1686 παραχώρησε
στον Πατριάρχη Μόσχας το δικαίωμα χειροτονίας του Μητροπολίτη Κιέβου, κατ’
οικονομίαν και υπό συγκεκριμένους όρους, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η
μνημόνευση του Οικουμενικού Πατριάρχη. Κατά πόσον η πράξη αυτή συνιστά οριστική
μεταβίβαση εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας; Όλοι καταλαβαίνουμε πως δεν έχει καμία
σχέση το δικαίωμα χειροτονίας ενός επισκόπου με την οριστική παραχώρηση
ολόκληρης της Μητροπόλεως στον χειροτονούντα.
Αν ο Μητροπολίτης Λουκάς διαφωνεί με την ερμηνεία των κανόνων στο Ουκρανικό ζήτημα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, οφείλει να αντικρούσει την ερμηνεία αυτή με ιστορικά τεκμήρια, ιεροκανονικές παραπομπές και θεολογική επιχειρηματολογία. Η κανονική τάξη δεν μπορεί να θεμελιώνεται στην αποσιώπηση των ιστορικών δεδομένων που δεν εξυπηρετούν μια συγκεκριμένη θέση. Η επανάληψη ότι «το Φανάρι αποφάσισε μόνο του» δεν αρκεί. Ούτε η επίκληση των τραγικών συνεπειών του ουκρανικού εκκλησιαστικού διχασμού αποδεικνύει αυτομάτως ότι η συγκεκριμένη κανονική ερμηνεία είναι λανθασμένη.
4.
Ο διάλογος με τη Ρώμη
Μια άλλη σοβαρή κατηγορία που διατυπώνεται στο άρθρο αφορά τις σχέσεις
του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Οι συναντήσεις του
Οικουμενικού Πατριάρχη με τον Πάπα και η συνέχιση του θεολογικού διαλόγου
παρουσιάζονται ως ενδείξεις μιας σχεδιαζόμενης ενώσεως εις βάρος της ορθόδοξης
πίστεως. Πρόκειται για ισχυρισμό που χρειάζεται πολύ ισχυρότερη απόδειξη από
εκείνη που προσφέρει ο συντάκτης. Η Ορθόδοξη Εκκλησία γνωρίζει πολύ καλά ποιες
είναι οι δογματικές διαφορές που τη χωρίζουν από τη Ρώμη. Το Filioque, το
παπικό πρωτείο και το αλάθητο δεν αποτελούν δευτερεύοντα ζητήματα που μπορούν
να παρακαμφθούν χάριν μιας εξωτερικής ενότητας. Ωστόσο, η συνάντηση δύο
εκκλησιαστικών ηγετών δεν συνιστά από μόνη της δογματική συμφωνία. Ούτε η
διεξαγωγή θεολογικού διαλόγου συνεπάγεται αποδοχή των διδασκαλιών της άλλης
πλευράς.
Ο διάλογος, βεβαίως, δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Δεν επιτρέπεται να οδηγεί σε
συγκάλυψη δογματικών διαφορών ή σε διατυπώσεις που δημιουργούν σύγχυση στους
πιστούς. Οφείλει να έχει ως κριτήριο την αλήθεια της ορθοδόξου πίστεως και να
διαφυλάσσει ακέραιη την εκκλησιαστική παράδοση. Αλλά ο ισχυρισμός ότι ο
Πατριάρχης Βαρθολομαίος προωθεί ένα «καταστροφικό σχέδιο» ενώσεως με τη Ρώμη
δεν αποδεικνύεται με την παράθεση κοινών εκδηλώσεων ή με την περιγραφή
συναντήσεων. Απαιτούνται συγκεκριμένα κείμενα, συγκεκριμένες δογματικές
παραχωρήσεις και συγκεκριμένες αποφάσεις που να τεκμηριώνουν αυτό το
συμπέρασμα. Χωρίς αυτά, η κατηγορία παραμένει εικασία περί προθέσεων.
Ο συντάκτης παρακάτω στο άρθρο του ορθώς επισημαίνει ότι η παρατεταμένη
διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας αποτελεί σοβαρό τραύμα για την Ορθοδοξία.
Ορθώς επίσης προειδοποιεί ότι οι πιστοί δεν πρέπει να συνηθίσουν στη διαίρεση.
Η διακοπή, όμως, της ευχαριστιακής κοινωνίας της Εκκλησίας της Ρωσίας με
το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 2018 υπήρξε μια μονομερής απόφαση με σοβαρές
συνέπειες για την ενότητα της Ορθοδοξίας. Δεν μπορεί να παραβλέπεται όταν
γίνεται λόγος για τις ευθύνες που οδήγησαν στη σημερινή εκκλησιαστική κρίση.
Η ευχαριστιακή κοινωνία δεν είναι διπλωματική σχέση μεταξύ κρατών. Δεν
είναι εμπορική συμφωνία που διακόπτεται όταν το ένα μέρος δεν αποδέχεται τους
όρους του άλλου. Είναι έκφραση της ενότητας του Σώματος του Χριστού. Και δεν
είναι θεμιτό να διακόπτεται εξαιτίας διαφωνιών για ζητήματα δικαιοδοσίας. Δεν
πρέπει οι εκκλησιαστικές σχέσεις να εξαρτώνται από την αποδοχή συγκεκριμένων
διοικητικών αποφάσεων και η ενότητα να αντιμετωπίζεται ως αποτέλεσμα
υποχωρήσεως της άλλης πλευράς.
Η Εκκλησία της
Ρωσίας κατηγορεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο ότι επιδιώκει να επιβληθεί στις
άλλες Εκκλησίες. Αλλά η δική της απόφαση το 2018 έθεσε ουσιαστικά έναν όρο: η
ευχαριστιακή κοινωνία δεν θα αποκατασταθεί όσο η Κωνσταντινούπολη δεν ανακαλεί
τις επίμαχες αποφάσεις της. Έτσι, η ευχαριστιακή κοινωνία έχει μετατραπεί σε
μέσο πίεσης για την επίλυση μιας διοικητικής και κανονικής διαφοράς.
Εδώ ακριβώς ανακύπτει το ερώτημα της «εταιρικής λογικής». Όταν η κοινωνία
διακόπτεται μέχρι να αποδεχθεί ο άλλος την απόφασή σου, ποια λογική επικρατεί;
Η λογική της θεραπείας του εκκλησιαστικού τραύματος ή η λογική της επιβολής
όρων; Και εάν ο Οικουμενικός Θρόνος κατηγορείται ότι διχάζει την Ορθοδοξία
επειδή προχώρησε σε συγκεκριμένες κανονικές ενέργειες, με ποιο μέτρο κρίνεται η
απόφαση του Πατριαρχείου Μόσχας να διακόψει την κοινωνία με το ίδιο το
Οικουμενικό Πατριαρχείο; Δεν μπορεί η μία πράξη να καταδικάζεται αυτομάτως ως
διάσπαση, ενώ η άλλη να παρουσιάζεται ως αυτονόητη υπεράσπιση της Ορθοδοξίας.
Εξίσου σοβαρό είναι και το ζήτημα της ιεροκανονικής συνέπειας. Η επίκληση
των Ιερών Κανόνων δεν μπορεί να γίνεται επιλεκτικά, ούτε να εξαρτάται από το
ποια εκκλησιαστική πλευρά ωφελείται από την εφαρμογή τους. Η κανονική παράδοση
δεν είναι ένα σύνολο διατάξεων από το οποίο επιλέγουμε όσες εξυπηρετούν κάθε
φορά τις θέσεις μας. Ούτε επιτρέπεται να λησμονούμε ότι η εκκλησιαστική ιστορία
γνώρισε περιπτώσεις κατά τις οποίες εθνικές επιδιώξεις και κρατικά συμφέροντα
επηρέασαν σοβαρά τη ζωή των Τοπικών Εκκλησιών. Ο κίνδυνος του εθνοφυλετισμού,
τον οποίο καταδίκασε η Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως το 1872, παραμένει
υπαρκτός. Η Εκκλησία δεν μπορεί να ταυτίζεται με τις επιδιώξεις κανενός κράτους
ή έθνους. Γι’ αυτό και η κριτική περί πολιτικών σκοπιμοτήτων οφείλει να
στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα και να μην περιορίζεται αποκλειστικά στις
ενέργειες του Οικουμενικού Θρόνου.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είναι αλάθητο. Οι αποφάσεις του μπορούν να
εξετάζονται και να κρίνονται με βάση την Αγία Γραφή, τους Ιερούς Κανόνες και
την εκκλησιαστική παράδοση. Αλλά η κριτική οφείλει να είναι συνεπής και
τεκμηριωμένη. Δεν μπορεί να αποσιωπά την ιστορική δικαιοδοσία του Οικουμενικού
Πατριαρχείου επί του Κιέβου, να παραγνωρίζει τα κανονικά προνόμια του
Οικουμενικού Θρόνου και να παρουσιάζει ως αυθαιρεσία κάθε πρωτοβουλία του για
την αντιμετώπιση εκκλησιαστικών προβλημάτων. Η υπεράσπιση της συνοδικότητας δεν
μπορεί να οδηγεί στην αποδυνάμωση των θεσμών που ιστορικά υπηρετούν την ενότητα
και την Ορθοδοξία εν γένει.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο ασκεί τα
κανονικά του προνόμια, αλλά ότι ορισμένοι επιθυμούν να αναγνωρίζουν το πρωτείο
του μόνο όσο αυτό παραμένει ανενεργό. Και εδώ βρίσκεται η ουσιαστική αντίφαση
του άρθρου. Διότι δεν μπορεί κανείς να επικαλείται τους Ιερούς Κανόνες και
ταυτόχρονα να παραμερίζει εκείνους που κατοχυρώνουν την ιδιαίτερη θέση της
Κωνσταντινουπόλεως. Δεν μπορεί να υπερασπίζεται τη συνοδικότητα και συγχρόνως
να αρνείται στον πρώτο Θρόνο κάθε ουσιαστική ευθύνη για την ενότητα. Η κανονική
τάξη δεν προστατεύεται με την επιλεκτική επίκλησή της. Και η ενότητα της
Ορθοδοξίας δεν υπηρετείται με την αποδυνάμωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου,
αλλά με τον σεβασμό στην ιστορική αποστολή του, μέσα στο συνοδικό πολίτευμα της
Εκκλησίας.
Η «εταιρική λογική» δεν αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ένας Πατριάρχης
αναλαμβάνει πρωτοβουλίες. Αποδεικνύεται, από συγκεκριμένες ενέργειες που
υποτάσσουν την εκκλησιαστική ζωή στην επιβολή, στον έλεγχο και στην ιδιοτέλεια.
Γι’ αυτό και το ερώτημα πρέπει να επιστραφεί στον συντάκτη: με ποιο μέτρο
κρίνει τις πράξεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου και με ποιο τις πράξεις της Εκκλησίας
της Ρωσίας;
Εάν το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν δικαιούται να ενεργεί χωρίς
πανορθόδοξη συναίνεση, γιατί η Εκκλησία της Ρωσίας θεωρεί ότι μπορεί να
διακόπτει μονομερώς την ευχαριστιακή κοινωνία και να δημιουργεί Εξαρχίες σε
άλλη Εκκλησία; Εάν το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν δικαιούται να ερμηνεύει τους
κανόνες για να επιλύσει μια κρίση, γιατί η Εκκλησία της Ρωσίας θεωρεί ότι η
δική της ερμηνεία της δικαιοδοσίας είναι οριστική; Εάν το Οικουμενικό
Πατριαρχείο κατηγορείται για πολιτικές σκοπιμότητες, γιατί οι ιστορικές και
εθνικές διεκδικήσεις της Εκκλησίας της Ρωσίας πρέπει να θεωρούνται εκ προοιμίου
απαλλαγμένες από κάθε πολιτική επιρροή;
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι μια ομοσπονδία ανεξάρτητων διοικητικών
οργανισμών, όπου κάθε πλευρά αναγνωρίζει την κοινή εκκλησιαστική τάξη μόνον
εφόσον συμφωνεί με τις αποφάσεις της. Είναι κοινωνία Τοπικών Εκκλησιών,
ενωμένων στην ίδια πίστη και στην ίδια ευχαριστιακή ζωή, με συγκεκριμένη
συνοδική και κανονική συγκρότηση.
Η Εκκλησία δεν είναι εταιρεία και το πρωτείο του Οικουμενικού
Πατριαρχείου δεν είναι εταιρικό αξίωμα. Είναι θεσμός με ιστορική θεμελίωση,
κανονικά δικαιώματα και, κυρίως, ευθύνη διακονίας. Η ευθύνη αυτή μπορεί να
κρίνεται, όχι όμως να ακυρώνεται με χαρακτηρισμούς. Διότι η υπεράσπιση της
συνοδικότητας δεν επιτυγχάνεται με την αποδυνάμωση της κανονικής τάξεως, αλλά
με τον σεβασμό προς αυτήν.
Και η ενότητα της Ορθοδοξίας δεν θα αποκατασταθεί με την επικράτηση της μιας πλευράς επί της άλλης, αλλά με την επιστροφή όλων στην εκκλησιαστική συνέπεια, στην αλήθεια και στην αγάπη του Χριστού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου