Υπάρχουν διαρροές που αποκτούν το νόημά τους από μία εντυπωσιακή φράση και άλλες που χρειάζονται να διαβαστούν από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα. Το «Χρονικόν Εβδομάδος της Κληρικολαϊκής εν Κιέβω Συνόδου», ένα κείμενο 23 σελίδων που δημοσιοποιήθηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου 2026, ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Η UOJ-America, η οποία έφερε το κείμενο στη δημοσιότητα, το αποδίδει στον σημερινό Μητροπολίτη Αγκύρας Γρηγόριο, τότε διάκονο της Πατριαρχικής Αυλής, επικαλούμενη έρευνα και μεταδεδομένα του αρχικού αρχείου· η ίδια σημειώνει ότι δεν είχε λάβει απάντηση από τον Ιεράρχη κατά τη δημοσίευση. Το κυκλοφορούν PDF, πάντως, δεν φέρει ορατή υπογραφή του συντάκτη, γι’ αυτό και η πατρότητα πρέπει να αναφέρεται με την αναγκαία επιφύλαξη. [1]
Αυτό όμως δεν μειώνει τη σημασία του περιεχομένου για την παρούσα συζήτηση. Διότι το ίδιο το κείμενο παρουσιάζεται ως εσωτερική αναφορά προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη και αρχίζει με την εξήγηση ότι ο συντάκτης μετέβη στο Κίεβο στις 10 Δεκεμβρίου 2018 για να συνδράμει γραμματειακά τον τότε Μητροπολίτη Γαλλίας Εμμανουήλ. Και ήδη στην πρώτη σελίδα διατυπώνει το κριτήριο της αποστολής: σκοπός δεν ήταν «η ανάδειξις παντοιοτρόπως ενός Προκαθημένου», αλλά η θεμελίωση της νέας Εκκλησίας σε ισχυρές εκκλησιολογικές και κανονικές βάσεις. Αυτό το σημείο δεν είναι δευτερεύον. Είναι το νήμα που διατρέχει ολόκληρο το Χρονικό (Χρονικό, σ. 1).
Αν το έγγραφο είναι αυθεντικό, το κεντρικό του μήνυμα δεν είναι ότι το Φανάρι εκτελούσε πολιτικές εντολές. Είναι ότι, μέσα σε ένα περιβάλλον ισχυρής πολιτικής πίεσης, αρνήθηκε να εκχωρήσει στην πολιτική εξουσία ή στον Φιλάρετο τον έλεγχο της εκκλησιαστικής διαδικασίας.
Η πολιτική πίεση υπήρξε. Αυτό όμως δεν σημαίνει πολιτικό έλεγχο
Το Χρονικό δεν ωραιοποιεί το περιβάλλον του Δεκεμβρίου 2018. Καταγράφει συναντήσεις με τον τότε Πρόεδρο της Ουκρανίας Πέτρο Ποροσένκο, παρουσία κρατικών αξιωματούχων στις διαβουλεύσεις, επαφές με υπηρεσίες ασφαλείας και μια ιδιαίτερα σκληρή κρίση λίγο πριν από τη Σύνοδο. Το να αποκρύψει κανείς αυτά τα στοιχεία θα ήταν λάθος. Εξίσου λάθος, όμως, είναι να τα μετατρέψει αυτομάτως σε απόδειξη ότι η Κωνσταντινούπολη ήταν όργανο της ουκρανικής Προεδρίας. Το ίδιο το τεκμήριο δείχνει επανειλημμένα το αντίθετο.
Η συνεργασία Πολιτείας και Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν ήταν άλλωστε μυστική. Στις 3 Νοεμβρίου 2018 ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος και ο Πρόεδρος Ποροσένκο υπέγραψαν δημοσίως συμφωνία συνεργασίας και συντονισμού στο πλαίσιο της πορείας προς την αυτοκεφαλία. Το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο δημοσιοποίησε το γεγονός και τις σχετικές δηλώσεις. [4] Η ύπαρξη θεσμικής συνεργασίας με ένα κυρίαρχο κράτος, όμως, δεν ταυτίζεται με παράδοση της εκκλησιαστικής αρμοδιότητας στο κράτος. Το ακριβές ερώτημα είναι ποιος έθετε τα όρια όταν η πολιτική σκοπιμότητα και οι εκκλησιολογικές προϋποθέσεις συγκρούονταν. Και εκεί το Χρονικό είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικό.
Το Καταστατικό δεν γράφτηκε στην Προεδρία
Ένα από τα σημεία που μπορούν εύκολα να δημιουργήσουν εντυπώσεις είναι η αναφορά ότι ο Μητροπολίτης Εμμανουήλ παρέδωσε στον Ποροσένκο σχέδιο του Καταστατικού Χάρτη, ώστε να διαβιβαστεί στις εμπλεκόμενες πλευρές πριν από την κοινή επεξεργασία του (Χρονικό, σ. 2). Αν το απόσπασμα διαβαστεί μόνο του, μπορεί να παρουσιαστεί ως «κρατική ανάμιξη στη σύνταξη του Καταστατικού». Το επίσημο χρονολόγιο, όμως, αποσαφηνίζει την προέλευση του κειμένου: στις 29 Νοεμβρίου 2018 η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανακοίνωσε ότι, στο πλαίσιο της ήδη ληφθείσας απόφασης για την αυτοκεφαλία, είχε καταρτίσει η ίδια τον Καταστατικό Χάρτη της ουκρανικής Εκκλησίας. [5]
Η διαρροή, επομένως, δεν δείχνει ότι η ουκρανική εξουσία συνέταξε τον Καταστατικό Χάρτη. Δείχνει ότι ένα πατριαρχικό σχέδιο διακινήθηκε μέσω της Προεδρίας προς τις πλευρές και στη συνέχεια αποτέλεσε αντικείμενο πολύωρης επεξεργασίας με εκπροσώπους όλων των εκκλησιαστικών ομάδων. Το Χρονικό αναφέρει ρητά ότι στις 12 Δεκεμβρίου οι εκπρόσωποι «πασών των παρατάξεων» εργάστηκαν επί του κειμένου και ότι το τελικό σχέδιο οδηγήθηκε «εν αγάπη και ομοφωνία» σε μορφή που αργότερα έγινε δεκτή από τη Σύνοδο (Χρονικό, σ. 5). Πρόκειται για διαπραγμάτευση πάνω σε εκκλησιαστικό κείμενο, όχι για κρατική συγγραφή του.
Ο Φιλάρετος ζητούσε μια δεύτερη εξουσία μέσα στη νέα Εκκλησία
Το πιο κρίσιμο ίσως τμήμα του Χρονικού αφορά τις αξιώσεις του Φιλαρέτου κατά την προετοιμασία της Ενωτικής Συνόδου. Στις συναντήσεις των ημερών εκείνων, σύμφωνα με την έκθεση, δεν αρκούνταν στο να μην είναι υποψήφιος Προκαθήμενος. Ζητούσε να αναδειχθεί Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου και, σε μεταγενέστερο σχέδιο, να λειτουργεί ως Έξαρχος σε ολόκληρη την Ουκρανία με δικαιώματα που αντιστοιχούσαν ουσιαστικά σε εκείνα Προκαθημένου: σύγκληση Συνόδου, επιρροή σε αρχιερατικές εκλογές, καθαιρέσεις και άλλες αποφασιστικές αρμοδιότητες (Χρονικό, σ. 3 και 7).
Εδώ η πατριαρχική αντιπροσωπεία δεν εμφανίζεται να υποχωρεί για να «τελειώσει η δουλειά». Ο Μητροπολίτης Εμμανουήλ, σύμφωνα με το κείμενο, εξήγησε ότι ένα τέτοιο σχήμα ήταν εκκλησιολογικά αδύνατο και χωρίς προηγούμενο. Το ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι το Χρονικό σημειώνει πως, σε αυτή ακριβώς τη φάση, πολιτειακοί παράγοντες στήριξαν τη θέση της πλευράς Φιλαρέτου, ενώ ο Έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου παρέμεινε μόνος στην άρνησή του (Χρονικό, σ. 7). Αν ζητείται ένα συγκεκριμένο τεκμήριο για το αν το Φανάρι ακολουθούσε απλώς τις υποδείξεις της Προεδρίας, αυτό είναι ίσως το καθαρότερο: όταν η Προεδρία και η πλευρά Φιλαρέτου συνέκλιναν, η πατριαρχική αντιπροσωπεία είπε όχι.
Ο Μητροπολίτης Αδριανουπόλεως Αμφιλόχιος, που έφθασε στη διάρκεια της συζήτησης, ενίσχυσε αυτή τη θέση, χαρακτηρίζοντας την αποδοχή των απαιτήσεων ως εγκατάλειψη των αρχών της Μεγάλης Εκκλησίας. Η τελική απάντηση της πατριαρχικής πλευράς, όπως καταγράφεται, ήταν κατηγορηματική: «ουδέν δυνάμεθα να πράξωμεν άνευ της γνώμης και της αδείας του Παναγιωτάτου» (Χρονικό, σ. 8).
Η πιο δύσκολη στιγμή στρέφεται μάλλον εναντίον της πολιτικής πίεσης, όχι εναντίον του Φαναρίου
Οι σελίδες 10-14 είναι οι πιο δραματικές του κειμένου. Περιγράφουν αποτυχία διαβουλεύσεων με τον Φιλάρετο, στενή παρακολούθηση της πατριαρχικής αποστολής και την απόφαση των Εξάρχων να εξετάσουν την αναχώρησή τους από την Ουκρανία. Ο Μητροπολίτης Εμμανουήλ, σύμφωνα με την έκθεση, έφθασε μάλιστα να εκδώσει εισιτήριο με δικά του έξοδα, ώστε να καταστεί σαφές ότι η Κωνσταντινούπολη δεν θα προχωρούσε με οποιοδήποτε τίμημα (Χρονικό, σ. 11).
Ακολουθεί η περιγραφή του γνωστού πλέον επεισοδίου της μεταφοράς της αντιπροσωπείας στο Προεδρικό Μέγαρο υπό ισχυρή αστυνομική συνοδεία. Το Χρονικό αναφέρει αφαίρεση κινητών τηλεφώνων, σωματικό έλεγχο και τη διατύπωση του Μητροπολίτη Εμμανουήλ ότι οι αντιπρόσωποι θεωρούνταν «κρατούμενοι» και ότι δεν τους επιτρεπόταν η έξοδος από τη χώρα (Χρονικό, σ. 12). Εφόσον η αφήγηση είναι ακριβής, πρόκειται ασφαλώς για βαρύ περιστατικό πολιτικής πίεσης. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό δεν μπορεί λογικά να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη πρόθυμης υποταγής του Φαναρίου. Περιγράφει μια αντιπροσωπεία που έφθασε στα όρια της ρήξης με τις ουκρανικές αρχές.
Το τηλεφώνημα του Πατριάρχη: το αντίθετο της υποταγής
Στο αποκορύφωμα της κρίσης πραγματοποιήθηκε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Με αυτό το δεδομένο, τα λόγια που του αποδίδονται είναι ίσως το ισχυρότερο σημείο όλου του κειμένου. Ο Πατριάρχης φέρεται να λέει στον Ποροσένκο ότι έχει ευθύνη απέναντι στην ιστορία του Πατριαρχείου, στον Θεό και στους προκατόχους του και ότι δεν πρόκειται να θυσιάσει την αξιοπρέπεια και τις κανονικές θέσεις του Θρόνου για χάρη του Φιλαρέτου. Αν η ουκρανική πλευρά δεν μπορούσε να λύσει το πρόβλημα, οι άνθρωποί του θα έπρεπε να αποχωρήσουν (Χρονικό, σ. 13).
Ακόμη και όταν ο Ποροσένκο πρότεινε να εξασφαλίσει γραπτή παραίτηση του Φιλαρέτου από τις πρόσθετες αξιώσεις του, η καταγραφόμενη απάντηση του Πατριάρχη δεν ήταν ένα λευκό «ναι». Η διαδικασία, είπε, θα προχωρούσε μόνο εφόσον οι Έξαρχοι τον διαβεβαίωναν ότι δεν διακυβεύεται κανένα από τα εκκλησιαστικά δεδομένα που είχαν τεθεί από τη Μητέρα Εκκλησία. Και προς τον Μητροπολίτη Γαλλίας η εντολή που καταγράφεται είναι σαφής: να μην παίξει με τα συμφέροντα του Πατριαρχείου (Χρονικό, σ. 14).
Το κείμενο δεν περιγράφει μια Εκκλησία που φοβάται να δυσαρεστήσει την εξουσία. Περιγράφει μια Εκκλησία που, ακριβώς όταν η πολιτική πίεση κορυφώνεται, προετοιμάζεται να φύγει.
Η εκλογή του Επιφανίου: μυστική διαδικασία, όχι διορισμός
Το δεύτερο σημείο που χρειάζεται καθαρή ανάγνωση αφορά την εκλογή του Προκαθημένου. Στο ίδιο το Χρονικό καταγράφεται ότι οι περίπου 200 συμμετέχοντες αποδέχθηκαν τον Καταστατικό Χάρτη με μία μόνο αρνητική ψήφο και ότι, όταν τέθηκε το ζήτημα μυστικής ή φανερής ψηφοφορίας, 121 ψήφισαν υπέρ της μυστικής και 41 υπέρ της φανερής (Χρονικό, σ. 18-19). Η απαίτηση για φανερή ψηφοφορία συνδεόταν ακριβώς με την προσπάθεια του Φιλαρέτου να ελέγξει τη συνοχή της δικής του πλευράς.
Στη συνέχεια ακολούθησε πραγματική εκλογική διαδικασία. Στον πρώτο γύρο, σύμφωνα με την έκθεση, ο Επιφάνιος έλαβε 81 ψήφους, ο Συμεών 56 και ο Μιχαήλ 38. Στην τελική αρχιερατική ψηφοφορία ο Επιφάνιος επικράτησε του Συμεών με 36 έναντι 28 ψήφων (Χρονικό, σ. 19-20). Ουκρανικές πηγές της ίδιας ημέρας επιβεβαίωναν ότι η εκλογή έγινε με μυστική ψηφοφορία και σε δύο γύρους. Η Ukrinform μετέδωσε από το Κίεβο ότι ο Επιφάνιος εξελέγη με μυστική ψηφοφορία, ενώ η Radio Svoboda κατέγραψε τόσο τη διεξαγωγή της διαδικασίας σε δύο γύρους όσο και το αποτέλεσμα 36-28. [8] [9]
Αυτό δεν σημαίνει ότι το πολιτικό περιβάλλον ήταν ουδέτερο· το Χρονικό αποδεικνύει το αντίθετο. Σημαίνει, όμως, ότι από τα διαθέσιμα τεκμήρια δεν προκύπτει «διορισμός» του σημερινού Μητροπολίτη Κιέβου Επιφανίου από την Προεδρία. Προκύπτει εκλογή μέσα από μια σύνθετη, πιεσμένη και ενίοτε συγκρουσιακή εκκλησιαστική διαδικασία. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανακοίνωσε επισήμως στις 15 Δεκεμβρίου 2018 την επιτυχή ολοκλήρωση της Ενωτικής Συνόδου και την εκλογή του Επιφανίου ως Προκαθημένου. [6]
Δεν πρέπει να ταυτίζεται η σημερινή Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας με τις αξιώσεις του Φιλαρέτου
Εδώ βρίσκεται μια κρίσιμη διάκριση για κάθε έντιμη ανάγνωση της διαρροής. Οι ακραίες απαιτήσεις που περιγράφει το Χρονικό ήταν απαιτήσεις του Φιλαρέτου και του στενού κύκλου που διαπραγματευόταν τον προσωπικό του ρόλο στη νέα εκκλησιαστική πραγματικότητα. Δεν αποτελούν χαρακτηρισμό της σημερινής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας ούτε μπορούν αναδρομικά να μεταφερθούν στον σημερινό Προκαθήμενό της.
Η εξέλιξη των γεγονότων λίγους μήνες αργότερα είναι ιδιαιτέρως διαφωτιστική. Τον Ιούνιο του 2019 ο Φιλάρετος επιχείρησε να ανασυστήσει το καταργημένο «Πατριαρχείο Κιέβου» και συγκάλεσε δική του συνέλευση. Η ίδια η Εκκλησία της Ουκρανίας απάντησε ότι μια τέτοια κίνηση δεν είχε κανονική ή καταστατική εξουσία. Στις 24 Ιουνίου η Ιερά Σύνοδός της έκρινε ότι η συνέλευση του Φιλαρέτου δεν είχε αρμοδιότητα να ανατρέψει τις αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 2018 και ότι ο ίδιος είχε απολέσει τα διοικητικά δικαιώματα που συνδέονταν με τη διοίκηση επαρχίας, ενώ η Εκκλησία υπογράμμισε ότι οι πρώην δομές του «Πατριαρχείου Κιέβου» υπό τον Μητροπολίτη Φιλάρετο Ντενισένκο και της «Αυτοκέφαλης Εκκλησίας» υπό τον Μητροπολίτη Μακάριο Μαλέτιτς είχαν ενωθεί στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας. [10] [11]
Ουκρανικά μέσα της περιόδου κατέγραψαν επίσης τη ρήξη και την προσπάθεια του Φιλαρέτου να επαναφέρει την παλαιά δομή. [12] Η μεταγενέστερη αυτή σύγκρουση δεν «δικαιώνει» κάθε λεπτομέρεια των σκληρών χειρισμών του 2018, αλλά επιβεβαιώνει ότι η ανησυχία της Κωνσταντινούπολης για τη δημιουργία ενός παράλληλου κέντρου εξουσίας μέσα στη νέα Εκκλησία δεν ήταν φανταστική. Το Φανάρι προσπαθούσε ακριβώς να αποτρέψει το ενδεχόμενο μια προσωπική εξουσία να υπερκαλύψει τον κανονικά εκλεγμένο Προκαθήμενο και τη Σύνοδο.
Η κανονική διαδικασία είχε αρχίσει πολύ πριν από τις τελευταίες ημέρες στο Κίεβο
Μια ακόμη αδυναμία της αποσπασματικής ανάγνωσης της εκθέσεως είναι ότι παρουσιάζει την Ενωτική Σύνοδο σαν να γεννήθηκε μέσα σε λίγες ημέρες διαπραγματεύσεων μεταξύ ουκρανικής Προεδρίας και Φαναρίου. Το επίσημο χρονολόγιο είναι πολύ μεγαλύτερο. Ήδη τον Απρίλιο του 2018 η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου είχε ανακοινώσει ότι, έχοντας λάβει αιτήματα από εκκλησιαστικές και πολιτειακές αρχές που εκπροσωπούσαν εκατομμύρια Ορθοδόξους στην Ουκρανία, θα προχωρούσε σε συνεννόηση με τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες. [2]
Στις 11 Οκτωβρίου 2018 η ίδια Σύνοδος ανανέωσε την απόφαση να προχωρήσει στην παραχώρηση αυτοκεφαλίας, αποκατέστησε στην εκκλησιαστική κοινωνία τον Φιλάρετο, τον Μακάριο και τους ακολούθους τους κατόπιν εκκλήτου, ανασύστησε το Πατριαρχικό Σταυροπήγιο στο Κίεβο και ήρε την ισχύ του συνοδικού γράμματος του 1686 στο συγκεκριμένο ζήτημα. [3] Στις 29 Νοεμβρίου ολοκλήρωσε το σχέδιο του Καταστατικού. [5] Επομένως, οι βασικές κανονικές αποφάσεις δεν ελήφθησαν στο Προεδρικό Μέγαρο του Κιέβου.
Και ο Τόμος λέει ακριβώς το αντίθετο από μια κρατικά ελεγχόμενη Εκκλησία
Η τελική κανονική πράξη, ο Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος της 6ης Ιανουαρίου 2019, έχει ιδιαίτερη σημασία για να κριθεί τι Εκκλησία δημιουργήθηκε τελικά. Ο Τόμος αναγνωρίζει την Εκκλησία της Ουκρανίας ως αυτοκέφαλη, ανεξάρτητη και αυτοδιοίκητη, με εσωτερικές υποθέσεις που κρίνονται από τον Προκαθήμενο και την Ιερά Σύνοδό της βάσει των ιερών κανόνων. Το ίδιο επίσημο κείμενο διατυπώνει ότι η εκκλησιαστική διοίκηση πρέπει να ασκείται ελεύθερα και ανεμπόδιστα από εξωτερική παρέμβαση. [7]
Αυτό ασφαλώς δεν διαγράφει το γεγονός ότι το ουκρανικό κράτος είχε ισχυρό πολιτικό ενδιαφέρον για την αυτοκεφαλία ούτε ότι ο Ποροσένκο επένδυσε δημόσια και πολιτικά σε αυτήν. Η ιστορική ακρίβεια επιβάλλει να τα αναγνωρίζουμε. Η θεσμική και κανονική αξιολόγηση, όμως, δεν μπορεί να σταματά στο ερώτημα αν η Πολιτεία ενδιαφερόταν ή πίεζε. Πρέπει να εξετάζει αν η Εκκλησία διατήρησε δική της αποφασιστική κρίση. Και το ίδιο το διαρρεύσαν Χρονικό παρέχει επανειλημμένα στοιχεία ότι αυτό συνέβη.
Το παράδοξο της διαρροής
Εδώ βρίσκεται τελικά το παράδοξο. Ένα κείμενο που μπορεί να παρουσιαστεί με τίτλους περί «παρασκηνίου», «μυστικών υπηρεσιών» και «πολιτικών πιέσεων» είναι ταυτόχρονα ένα κείμενο που περιγράφει την αντίσταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε αυτές τις πιέσεις. Δεν κρύβει ότι οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά δύσκολες. Δεν κρύβει ότι η προετοιμασία ήταν ελλιπής. Δεν κρύβει ότι υπήρχαν διαφορετικά συμφέροντα, προσωπικές φιλοδοξίες και κρατική παρέμβαση. Αλλά ακριβώς μέσα σε αυτό το περιβάλλον παρουσιάζει την Κωνσταντινούπολη να θέτει κόκκινες γραμμές.
Στις τελευταίες σελίδες ο συντάκτης συνοψίζει τη δική του αποτίμηση λέγοντας ότι η επίλυση του ουκρανικού ζητήματος υπήρξε «τιτάνιο» έργο και ότι κριτήριο των ενεργειών ήταν η προάσπιση των κανονικών θέσεων της Μεγάλης Εκκλησίας (Χρονικό, σ. 22-23). Η φράση αυτή είναι η μαρτυρία ενός ανθρώπου της πατριαρχικής αποστολής και καταγράφεται ως ένα κρίσιμο στοιχείο που θα συνεκτιμήσει ο ιστορικός του μέλλοντος. Και η αξία του εγγράφου βρίσκεται ακριβώς εκεί: σε μια εσωτερική αφήγηση που δεν είχε γραφτεί ως δημόσιο απολογητικό κείμενο και που, παρ’ όλα αυτά, καταγράφει συγκεκριμένες στιγμές σύγκρουσης με την πολιτική εξουσία και τον Φιλάρετο.
Τι αποκαλύπτει, λοιπόν, πραγματικά;
Η ασφαλέστερη ιστορική ανάγνωση δεν είναι ότι «δεν υπήρξε πολιτική ανάμιξη». Υπήρξε, και το Χρονικό την καταγράφει με τρόπο ωμό. Η ασφαλέστερη ανάγνωση είναι ότι η πολιτική ανάμιξη δεν ταυτίστηκε με εκκλησιαστική υποταγή. Η πατριαρχική αντιπροσωπεία αντιστάθηκε στις αξιώσεις του Φιλαρέτου, απέρριψε ένα παράλληλο σύστημα εξουσίας, διατήρησε την τελική έγκριση του Πατριάρχη, έφθασε να προετοιμάσει αποχώρηση, επέμεινε σε μυστική εκλογή και οδήγησε τη διαδικασία σε ένα Καταστατικό και έναν Τόμο που θεμελιώνουν συνοδική και αυτοδιοίκητη Εκκλησία.
Γι’ αυτό η διαρροή δεν «εκθέτει» το Φανάρι με τον τρόπο που μπορεί να υποθέσει κανείς από την επιφανειακή ανάγνωση των πιο δραματικών περιστατικών της. Αντιθέτως, εφόσον γίνει δεκτή ως αυθεντική, προσφέρει ένα σπάνιο παράθυρο στο πόσο δύσκολη ήταν η αποστολή και πόσο αποφασιστικά η Κωνσταντινούπολη επέμεινε να μην μετατραπεί η ιστορική πράξη της αυτοκεφαλίας ούτε σε πολιτικό παράρτημα μιας Προεδρίας ούτε σε προσωπικό καθεστώς ενός γηραιού αλλά ισχυρού Ιεράρχη. Η σημερινή Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, με τον κανονικά εκλεγμένο Μητροπολίτη Επιφάνιο και τη συνοδική της δομή, είναι ακριβώς το αποτέλεσμα της υπέρβασης εκείνων των προσωπικών και παραταξιακών αξιώσεων – όχι η συνέχισή τους.
Αν το έγγραφο δεν είναι αυθεντικό, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τεκμήριο εναντίον κανενός. Αν είναι αυθεντικό, πρέπει να διαβαστεί ολόκληρο. Και ολόκληρο δείχνει ένα Φανάρι που πιέστηκε, συγκρούστηκε και τελικά δεν παρέδωσε την εκκλησιαστική του κρίση στην πολιτική εξουσία.
Πηγές και τεκμηρίωση
Πρωτογενές τεκμήριο: «Χρονικόν Εβδομάδος της Κληρικολαϊκής εν Κιέβω Συνόδου διά την ανάδειξιν του πρώτου Προκαθημένου…», 23 σελίδες, που χρησιμοποιήθηκε για την παρούσα ανάλυση. Οι εντός του άρθρου παραπομπές «Χρονικό, σ. …» αφορούν την αρίθμηση αυτού του εγγράφου.
[2] Οικουμενικό Πατριαρχείο, Communiqué of the Holy and Sacred Synod, 22 Απριλίου 2018.
[3] Οικουμενικό Πατριαρχείο, Ανακοινωθέν Αγίας και Ιεράς Συνόδου, 11 Οκτωβρίου 2018.
[8] Radio Svoboda, «Як проходив і що вирішив Об’єднавчий собор в Києві – хроніка», 15 Δεκεμβρίου 2018.
[9] Ukrinform, «Українську православну церкву очолив митрополит Епіфаній», 15 Δεκεμβρίου 2018.
[11] Orthodox Church of Ukraine, Πρακτικά/αποφάσεις Ιεράς Συνόδου, 24 Ιουνίου 2019.
[12] Ukrainska Pravda, «Як Філарет пішов від Епіфанія і що тепер буде з ПЦУ», 20 Ιουνίου 2019.
Σημείωση για τη χρήση του κειμένου
Το άρθρο διαχωρίζει συνειδητά τρία επίπεδα: (α) όσα αναφέρει το διαρρεύσαν Χρονικό, (β) όσα τεκμηριώνονται από επίσημα έγγραφα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας και (γ) όσα επιβεβαιώνονται από ανεξάρτητη ουκρανική δημοσιογραφική κάλυψη της περιόδου. Η πατρότητα του Χρονικού αποδίδεται με επιφύλαξη, επειδή δεν υπάρχει μέχρι στιγμής επίσημη επιβεβαίωση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ή από το πρόσωπο στο οποίο το αποδίδει η αρχική δημοσίευση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου