e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μ. Ζ. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2007

Ιστορικά στιγμιότυπα από την Παναγούλα στο Μπανάτο

[Προδημοσίευση αποσπασμάτων από το υπό έκδοσιν βιβλίο του Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Καποδίστρια, "Δυο Μπανατιώτες αφηγητές ζακυνθινού λαογραφικού υλικού" από τις εκδόσεις "Συλλογές"]


1. Τo Κόνισμα

Η «Παναγούλα», η εφέστια Εικόνα της κωμόπολης του Μπανάτου (έδρας του νεοσύστατου Δήμου Αρκαδίων) στη Ζάκυνθο, κοσμεί τον ομώνυμο Ναό, ο οποίος, σε προγενέστερη φάση του, πρωτοσυναντιέται ως Μοναστήριον το 1510.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για δυο Εικόνες. Σύμφωνα με την τοπική Παράδοση, το παλαιότερο και μικρότερο Κόνισμα της Βρεφοκρατούσας Παναγίας (το οποίο, διαστ. 27Χ36 εκατοστών και φέροντας ασημένια επένδυση, φυλάσσεται στον παραπάνω Ναό, μέσα σε ιδιότυπη αχιβαδοειδή μικρή Καθέδρα), βρέθηκε με τρόπο θαυμαστό μέσα στα βάτα, τα οποία υπήρχαν άλλοτε εκεί ακριβώς όπου αργότερα χτίστηκε ο Ναός.


Η δεύτερη Εικόνα της Θεοτόκου, γνωστότερης ως «Παναγούλας» και διαστάσεων 61Χ93 εκατοστών, φέρει ενδιαφέρουσα επίσης ασημένια επένδυση («πουκάμισο») με ραφή στη μέση.


Στο πίσω μέρος του ξύλου της Εικόνας, μέσα σε όμορφο κι ενδιαφέροντα φυτικό διάκοσμο φέρει την ένδειξη: «1742 ΧΕΙΡ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΛΕΡΓΗ». Η επιγραφή αυτή, σύμφωνα με επιτόπια έρευνα ειδικών του Μεταβυζαντινού Μουσείου Ζακύνθου, θεωρείται μη γνήσια:


Η Εικόνα πάντως φυλάσσεται μέσα σε ξυλόγλυπτη Καθέδρα, τύπου επτανησιακού μπαρόκ. Συγκεντρώνει τον βαθύτατο σεβασμό του πιστού λαού της περιοχής διαχρονικά, τη μετάνοια και τα πλείστα όσα τάματά του.

2. Το φημισμένο Πανηγύρι

Το Πανηγύρι της Παναγούλας στο Μπανάτο πραγματοποιείται κάθε χρόνο μεταξύ 6ης και 12ης Σεπτεμβρίου. [Τούτο ίσχυσε μέχρι το 2005. Για τα επόμενα χρόνια η επικρατούσα σκέψη είναι να πραγματοποιείται ανήμερα στην εορτή της Κοιμήσεως, 15 Αυγούστου. Όπερ και καθιερώθηκε πια]. Υπήρξε το δεύτερο από τα τρία παραδοσιακά φθινοπωρινά πανηγύρια της Ζακύνθου (δηλ. Οσίου Ιωσήφ του Σαμάκου στο Γαϊτάνι, Παναγούλας Μπανάτου και Σπηλούλας Καληπάδου), τα οποία ελάμβαναν χώραν αμέσως μετά το θερινό πανηγύρι του Πολιούχου Αγίου Διονυσίου. [Βλ. Eliezer (: Νιόνιου Μελίτα), «Τρία φθινοπωρινά πανηγύρια του Κάμπου», Εφημερίδα Ζακυνθινό Βήμα, Ζάκυνθος 15.9.1980, σ. 1. Το ίδιο κείμενο δημοσιεύτηκε οριστικά στο, Του ίδιου, Ντόπια και ... ξενωτικά. Χρονογραφήματα (1979-1982), εκδ. Μπάστα, Ζάκυνθος 2000, σ. 97 εξ.]

Διακρινόταν για τη μεγαλοπρέπειά του και τη μεγάλη συμμετοχή λαού απ' όλο το νησί. Σε πρώτη ανάγνωση δεν έχει αιτία ύπαρξης μέσα στον Σεπτέμβριο, αφού το Δεκαπενταύγουστο (οπότε γιορτάζει ο ναός) είναι μακριά, παρότι στη Ζάκυνθο ανέκαθεν συνηθίζεται ν' απέχει η κατ' εξοχήν γιορτή απ' το πανηγύρι.

Κατά πάσα πιθανότητα, πρόκειται για μια πανηγυρική σύναξη προς τιμήν της Παναγίας, σε μια χρονική στιγμή, κατά την οποίαν έχει ολοκληρωθεί ο αγώνας και η αγωνία του Τρύγου και ο κόσμος του χωριού έχει ησυχάσει από τις πολλές δουλειές, αλλά ταυτόχρονα μπορεί ανετότερα τώρα να συνεισφέρει οικονομικά στην πολυέξοδη συνήθως διοργάνωση της παραδοσιακής αυτής φιέστας. Πώς; Μα, προσφέροντας ο καθένας στην Επιτροπή του Πανηγυριού (αν δυσκολεύεται να δώσει χρήματα, κάτι συνηθισμένο σε καιρούς δύσκολους) λίγη από την σταφίδα του, που βρίσκεται ήδη μισοψημένη στ' αλώνια.

Τούτο σημαίνει, ότι την προηγούμενη πάντα Κυριακή από εκείνην που έχει ορισθεί για το πανηγύρι, μια Επιτροπή σεβαστών συγχωριανών υπό τον Εφημέριο επισκέπτεται όλα τα σπίτια της περιοχής. Ο ιερέας κρατά τη λεγόμενη «κασέλα» ή «κασελέτα» ή «κασελέτο» της Παναγίας, δηλαδή το ασημόντυτο εκείνο κουτί-μικρό φορητό χρηματοκιβώτιο, που διαθέτουν όλες οι παλιές εκκλησίες της Ζακύνθου. Η «κασελέτα» προτάσσεται και προσκυνείται απ' όλη την οικογένεια κι εκεί μέσα ρίχνει ο καθένας την όποια χρηματική του ενίσχυση για «τσι φωτίες του πανηγυριού» ή προσφέρει όση σταφίδα προαιρείται μέσα στα μεγάλα καλάθια (τα «μαλαθούνια») ή στα τσουβάλια, που κουβαλούσε συνήθως κάποιο γαϊδουράκι. Η προσφορά σταφίδας ήταν πολύ συνηθισμένη μέχρι περίπου το 1980.

Την επόμενη μέρα, Δευτέρα προ του πανηγυριού, χτυπιέται το «πρώτο σένιο» (η πρώτη επίσημη αναγγελία του, το πρώτο σινιάλο του), δηλαδή ρουκέτες, πολύκροτες μπόμπες και πολλά καμπανίσματα ως χαρμόσυνη διαφήμιση της γιορτής προς κάθε κατεύθυνση. Τα "σένια" συνεχίζονται να χτυπιούνται κάθε σούρουπο καθ' όλη αυτή την εβδομάδα.

Την Παρασκευή προ του πανηγυριού το χωριό μοσχομυρίζει από τα εφτάζυμα (το ειδικά επιμελημένο αυτό ψωμί των πανηγυριών και των γιορτών), το οποίο ζυμώνουν πολλές παραδοσιακές νοικοκυρές.

Το πρωί της κυριώνυμης μέρας του Μπανατιώτικου πανηγυριού γίνεται η επίσημη θεία Λειτουργία, παλαιότερα Αρχιερατική, χωρίς όμως μεγάλη συμμετοχή λαού, διότι όλοι ετοιμάζουν τις... δυνάμεις τους για το απόγευμα.


Από νωρίς το απόγευμα της ίδιας ημέρας, λοιπόν, το «ταμπουρλανιάκαρο» προδιαθέτει ευχάριστα και γοητευτικά για την κορύφωση της γιορτής, με την Παράκληση, ψαλλόμενη πάντοτε και απαράβατα κατά το ζακυνθινό εκκλησιαστικό ιδίωμα, τη Λιτανεία του Κονίσματος της Παναγούλας και κατόπιν τους χορούς και όλα τα παρεπόμενα.

Με το "πέσιμο του ήλιου" και υπό τα εκκωφαντικά "σμπάρα" του "Κάστρου" (της ειδικής δηλαδή κατασκευής πυροτεχνημάτων, που εκπυρσοκροτούν όλα μαζί αυτή τη στιγμή) το Κόνισμα προβάλλει από την κεντρική θύρα του Ναού. Ρίγη συγκίνησης, κατάνυξης και πνευματικής ανάτασης στο παριστάμενο πλήθος, Κλήρο και Λαό! Πυροτεχνήματα, ψαλμωδίες, προσευχές, σταυροκοπήματα! Οι ευσεβέστεροι μάλιστα των χωρικών βγάζουν έξω, στην πόρτα του σπιτιού ή του κήπου τους, στους κεντρικούς δρόμους απ' όπου θα διαβεί «Η Παρθένα η Κυρά», μικρά τραπέζια ή καθίσματα με φροντισμένα, συνήθως λευκά καλύμματα ή κεντήματα, πάνω στα οποία έχουν αποθέσει ευλαβικά ένα εικόνισμα, καντηλάκι, κερί και λιβανιστήρι αναμμένα.


Καθώς περνά το περίπυστο Κόνισμα, ο ιερέας είθισται να δέεται υπέρ της καλής υγείας της συγκεκριμένης Οικογένειας, ενθυμούμενος κυρίως τους ξενιτεμένους, αν βέβαια υπάρχουν στο σπιτικό αυτό. Οι γέροντες της Οικογένειας επιθυμούν πολύ ν' ακούσουν τον Εφημέριό τους να εύχεται π.χ.: "Έτι δεόμεθα υπέρ υγείας και προκοπής του δούλου του Θεού Κωστάκη, ευρισκομένου εν Αμερική". [Το υποκοριστικό παραπέμπει στο ότι ο ξενιτεμένος έφυγε νέος στα ξένα. Έτσι λοιπόν τον θυμάται και τον αναφέρει προσευχητικά η τοπική κοινωνία δια στόματος του ιερέα].

Της όλης πομπής προηγείται πάντα ο Επίτροπος του ναού, κρατώντας δίσκο (το λεγόμενο «βατσέλι»), όπου αποθέτουν τον οβολό τους οι παρακολουθούντες φιλέορτοι, αλλά κυρίως οι ντόπιες οικογένειες, οι οποίες περιμένουν ευλαβικά να διαβεί από μπροστά τους η ιερή πομπή, αλληλευχόμενες "Και του χρόνου"!!!



3. Οι κλοπές

Κάνοντας μιαν ιστορική αναδρομή στα εκκλησιαστικά Χρονικά του Μπανάτου, διαπιστώνουμε, ότι τρεις φορές στο πέρασμα των αιώνων έχουν συμβεί σοβαρότατες παραβιάσεις του Ναού της Παναγούλας, προστάτισσας του χωριού, από κλέφτες.

Ικανά ιστορικά στοιχεία διαθέτουμε για την πρώτη, αυτήν του 18ου αιώνα. Αντλούμε χρησιμότατα στοιχεία από τον λόγιο Δημήτριο Πυρρή (1700-1750) και από το πολυτιμότατο κείμενό του «Διήγησις περί της πανούκλας της Ζακύνθου στους 1728». Γράφει χαρακτηριστικά:

«Στους 1726, Φεβρουαρίου 16. Τον αυτόν χρόνον είχαν κλέψει τές κάτωθεν εκκλησίες και έγδυσαν και πολλά άγια και θαυματουργά κονίσματα, ήγουν τον άγιον Ευστάθιον, τον Άγιον Σπυρίδωνα, τον Άγιον Κωνσταντίνον, και έβγαλαν και το πουκάμισο της Θεοτόκου Μιρακουλόζας, την Αγίαν Μαρίνα του Κουλουρά, την Κυρία την Παπαντή, την Παναγούλα εις το Μπανάτο, και τον Άγιο Παντελεήμονα, παίρνοντας τα καντήλια, λαμπάδες, πουκάμισα, τροπάρια, κορόνες, θυμιατά και όλα τα άγια σκεύη των άνωθεν εκκλησιών· εις την Κυρία την Παπαντή ως και τον Άγιον Άρτον έριξαν χάμου. Μην ηξεύροντας τινάς τους αυτούς κλέπτας έβαλαν αφορεσμούς πολλοτάτους με προτζεσιόνες [λιτανείες], με τα αυτά άγια και εγδυμένα κονίσματα, από τόπον εις τόπον, σημαίνοντας όλες οι εκκλησίες νεκρικάτα, οπού ο κόσμος έφρισσεν και πολλότατα δάκρυα εχύνοντο, αμή δεν ήτον τρόπος να φανερωθούν αυτοί οι κακότροποι δαίμονες, έως ότου ο Θεός εφανέρωσε τα πάντα με μεγάλον θυμόν και οργήν του. (...)» [Ντίνου Κονόμου, Ζακυνθινά Χρονικά (1485-1953), Αθήνα 1970, σ. 109 εξ.]


Ο Δημήτριος Πυρρής, ο σπουδαίος αυτός χρονικογράφος, εκφράζοντας και διασώζοντας τα τότε πιστεύματα του ζακυνθινού λαού, αποδίδει την επιδημία της πανούκλας που ενέσκυψε στον τόπο δυο χρόνια αργότερα (1728) και σκότωσε χιλιάδες λαού, σε αυτή την αλυσίδα των κλοπών των διαφόρων ναών της εποχής εκείνης.


Για την δεύτερη κλοπή (αυτή των τελών του 19ου αιώνα, Εφημερίου όντος του Ιωάννη Ροδίτη ή παπα-Αντωνέλου), λιγοστά στοιχεία μάς παρέχει η τοπική παράδοση, σύμφωνα με την οποίαν οι κλέφτες παραβίασαν με «δράπανο» την πίσω δυτική εξώθυρα του προσεισμικού -εννοείται- ναού. Μέχρι που γκρεμίστηκε ο παλαιός ναός, για να κτισθεί ο νεότερος σημερινός, σωζόντουσαν ακόμη τα σημάδια στην πόρτα.


Εσχάτως πληροφορούμαστε, από νεοδημοσιευμένη καταγραφή γεγονότων της εποχής, ότι η κλοπή αυτή έγινε στις 20 Νοεμβρίου 1892:
«Παρασκευή, εν τω Βανάτω, άγνωστοι, διαρρήξαντες τη θύρα της Θεοτόκου Παναγούλας, αφήρεσαν εν κιβώτιο, περιέχων δρχ. 300 και όλα τα αφιερώματα, χρυσά και αργυρά, αξίας άνω των 500 δραχμών.» [Ιωάννη Μ. Δεμέτη, Κυριώτερα συμβάντα της νήσου Ζακύνθου 1874-1907 υπό Διονυσίου Κλάδη του ιερέως Παναγιώτη, εκδ. Τρίμορφο, Ζάκυνθος 2004, σ. 192.]


Η τρίτη παραβίαση έγινε τη νύχτα της 27ης προς την 28η Ιουλίου 1994. Οι κλέφτες, αφού αναστάτωσαν τη Βιβλιοθήκη και το Αρχείο του Ναού, αφαίρεσαν όλα τα τάματα απ' το Κόνισμα της Παναγίας, αφού το παραβίασαν με κατσαβίδι μάλλον. Εκείνο το Καλοκαίρι κλάπηκαν περί τις είκοσι εκκλησίες του νησιού, χωρίς ποτέ ν' αποκαλυφθούν οι ένοχοι.