Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2009

Ελεύθεροι Πολίτες!

Γράφει η Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά

Κείνα τα χρόνια τα παλιά, στη Ζάκυνθο υπήρχε ένα μόνο Γυμνάσιο, Μικτό και οκτατάξιο, αφού οι δυο τελευταίες τάξεις του Δημοτικού, θεωρούνταν ως Πρώτη και Δευτέρα Γυμνασίου. Αργότερα, βέβαια, ονομάστηκε εξατάξιο και πιο αργότερα ακόμα, τριτάξιο αφού οι τρεις τελευταίες τάξεις μετονομάστηκαν σε Λύκειο.

Μετά τους καταστρεπτικούς σεισμούς του 1953, στεγάστηκε σε σιδερένια Τολς στο Συνοικισμό του Ξιφίτα για τρία περίπου χρόνια, αν δεν με απατά η μνήμη, γιατί θυμάμαι ότι στις τελευταίες τάξεις φοίτησα στο καινούριο κτίριο στη Χώρα, κάτω από την Μπόχαλη. Αν δεν κάνω λάθος, εκεί τώρα στεγάζεται το 1ο Γυμνάσιο και το 1ο Λύκειο.
Γυμνασιάρχης μας ήταν ο πολύ αυστηρός και όχι και τόσο δημοφιλής, ιδιαίτερα με τα αγόρια που τον στόλιζαν με διάφορα παρατσούκλια, κ. Αντίοχος.
Μα, το ίδιο αυστηροί αλλά στην πλειοψηφία τους δημοφιλείς, εκτός μιας-δυο εξαιρέσεων, ήταν και οι καθηγητές μας, μερικοί από αυτούς, ο πολύ αγαπητός φιλόλογος κ. Αβούρης, ο κ. Σπίνος, ο κ. Γούναρης, η Δις Χρυσικοπούλου,η Δις Σταυροπούλου, η Δις Ζαρκάδη, η κα Αβούρη, η κα Αντίοχου, ο κ. Μελισσηνός και πολλοί άλλοι. (Τότε ο τίτλος «κυρία» αποδιδόταν μόνο στις έγγαμες γυναίκες).
Όταν επισκέφθηκε το Γυμνάσιο εξ Αθηνών ο Γενικός Επιθεωρητής Μέσης Εκπαίδευσης, μετά από... εξονυχιστικό έλεγχο, στην αναφορά του έγραψε πως το Γυμνάσιο Ζακύνθου ήταν το αυστηρότερο των Βαλκανίων!
Και να καμάρι οι καθηγητές μας και να παράπονα εμείς στους γονείς μας, ιδιαίτερα όσων οι βαθμοί δεν ικανοποιούσαν τις προσδοκίες των γονιών ότι τάχα δεν φταίμε εμείς αλλά η... αυστηρότητα. (Πού τολμούσαμε τότε να παραπονεθούμε στους καθηγητές).

Ας μου επιτραπεί να ανοίξω μια μικρή παρένθεση εδώ. Δεν ξέρω τι επικρατεί στις σχέσεις μαθητών – καθηγητών σήμερα στην Ελλάδα, αλλά εμείς ουδέποτε τολμήσαμε να καλέσουμε τους καθηγητές μας με το μικρό τους όνομα ή να τους απευθύνουμε το λόγο στον ενικό. Κι εκείνοι μάς φώναζαν πάντα με το επίθετο, ποτέ με το μικρό μας όνομα, αμφιβάλλω κι αν το γνώριζαν οι περισσότεροι. Δεν θα ξεχάσω, όμως, ότι σε ένα μου ταξίδι στη Ζάκυνθο, το 1980, παντρεμένη, μητέρα δυο παιδιών και 40 χρονών γυναίκα, συνάντησα στο ΚΤΕΛ, την δίδα Σταυροπούλου, καθηγήτρια μου των Γαλλικών, αλληλοχαρήκαμε που ειδωθήκαμε, μόνο που εκείνη με αποκάλεσε Μούσουρα λες κι ήμουν μαθητριούλα κι εγώ Δις Σταυροπούλου!
Τα εγγόνια μου τώρα απευθύνονται στους δασκάλους τους με το μικρό τους όνομα, χωρίς το κυρία ή κύριε κι αυτοί τα αποκαλούν πάντα με το μικρό τους όνομα. Τολμώ να πω, ότι η σχέση τους είναι πιο στενή και ζεστή και δεν διέπεται από φόβο.

Πίσω λοιπόν στο Τότε. Γεγονός ότι ήταν πολύ, μα πολύ φειδωλοί στη βαθμολογία τους όλοι οι εκπαιδευτικοί, ήταν κάτι σαν κοινό μυστικό, ότι η βαθμολογία τους ξεκινούσε από το μηδέν και, ανάλογα με την επίδοση, ανέβαινε προς τα πάνω πολύ-πολύ αργά, τόσο, που σπάνια ξεπερνούσε το 15, 16 με άριστα το 20.
Η αυστηρότητα δεν αφορούσε μόνο τη βαθμολογία, αλλά και τη συμπεριφορά κι εμφάνιση μας εντός και εκτός Σχολείου, αρχής γενομένης, από το πηλήκιο για τα αγόρια, και τη μαύρη σχολική ποδιά με το άσπρο γιακαδάκι και το σήμα: ΓΖ, Γυμνάσιο Ζακύνθου, στην αριστερή μεριά στο στήθος για τα κορίτσια. Η ποδιά, έφτανε μέχρι κάτω από τη μέση της γάμπας. Τα αγόρια πάλι δεν χώνευαν με τίποτα το υποχρεωτικό πηλήκιο που τους ίσιωνε τα μαλλιά και χαλούσε την... καπέτα! Το χειρότερο ίσως ήταν, ότι ακόμα και μετά τις σχολικές ώρες, ήμασταν υποχρεωμένες να φοράμε την ποδιά και τα αγόρια το πηλήκιο και να συμπεριφερόμαστε λες και τα μάτια των καθηγητών ήταν προσκολλημένα επάνω μας και μάς παρακολουθούσαν.

Προσωπικά, είχα κι άλλες δεσμεύσεις σαν παπαδοκόρη. Ουαί κι αλίμονο αν συναντούσα παπά στο δρόμο και δεν του φιλούσα το χέρι ακόμα κι αν τον συναντούσα 2-3 φορές μέσα σε μιαν ώρα. Πριν ακόμα φτάσω στη Μπόχαλη το είχε μάθει ο παπάκης μου και οι επιπλήξεις έπεφταν βροχή. Δεδομένου ότι υπήρχαν πολλοί παπάδες τότε όχι μόνο οι χωραΐτες αλλά κι από τα χωριά που κατέβαιναν για δουλειές τους, η πιθανότητα να συναντήσω λιγότερους από 5-10 κάθε μέρα, ήταν πολύ μικρή κι άντε εγώ υποκλίσεις και χειροφιλήματα κάθε τρεις και δέκα... Στο βρόντο οι διαμαρτυρίες μου..., ήμουν κόρη ιερέως κι έπρεπε να συμπεριφέρομαι ανάλογα, να είμαι τύπος και υπογραμμός εν παντί καιρώ...

Αλησμόνητη έχει μείνει η τελευταία μέρα της σχολικής μας ζωής, όπου στον αποχαιρετιστήριο λόγο του ο Γυμνασιάρχης δεν μας ονόμασε πλέον μαθητές και μαθήτριες, αλλά, πολίτες!
Περιττό να σάς πω, ότι δεν πρόλαβε καλά να γυρίσει την πλάτη κι έγινε χαμός από τους πανηγυρισμούς, όπου τα αγόρια έβαλαν φωτιά εκεί στη μέση κι έκαψαν τα πηλήκια, μερικά δε κορίτσια, ξήλωσαν το άσπρο γιακαδάκι και το σήμα από την ποδιά. Κατακλύσαμε τους γύρω δρόμους με γέλια, φωνές, χορούς και τραγούδια, όχι Σχολικά βέβαια αλλά τα σουξέ της εποχής!
Όλη η πίεση και καταπίεση τόσων χρόνων, όλος ο φόβος μήπως παρεκκλίνουμε των αυστηρών κανόνων και πειθαρχίας, όλη η αγωνία των εφ΄ όλης της ύλης διαγωνισμών στους οποίους υποβαλλόταν, τότε, η ογδόη τάξη τον Ιούνιο, εξαφανίστηκαν ως διά μαγείας, (ή τουλάχιστον έτσι πιστέψαμε στην αφέλεια μας). Ακόμα και τα τελικά αποτελέσματα των διαγωνισμών λες και δεν μετρούσαν εκείνη τη στιγμή.
Η μαγική λέξη: Πολίτες, από το στόμα του πανύψηλα ιστάμενου Γυμνασιάρχη, λειτούργησε σαν εισιτήριο ελευθερίας!
Ήμασταν ε λ ε ύ θ ε ρ ο ι, δεν ήμασταν πια μαθητές που όχι μόνο καθηγητές και δάσκαλοι, αλλά ακόμα και γείτονες και φίλοι των γονιών μας είχαν το δικαίωμα να μάς... επαναφέρουν στην τάξη, αν κατά τη γνώμη τους παρεκκλίναμε της ορθής οδού!
Αυτό το αθώο γλέντι στους δρόμους, κράτησε για κάμποσες ώρες... Όλοι, πεζή, οδηγοί οχημάτων και κάτοικοι από τα γύρω σπίτια, όχι μόνο δεν ενοχλήθηκαν από τη φασαρία αλλά απεναντίας πολλοί ήλθαν και γιόρταζαν μαζί μας και άλλοι μάς κοίταζαν με κατανόηση και κάποια δόση... αμφιλεγόμενης χαράς... Ίσως γιατί εκείνοι γνώριζαν ότι τώρα αρχίζουν τα δύσκολα..., τώρα πια που δεν είμαστε πλέον «μαθητιώσα νεολαία», αλλά, ελεύθεροι Πολίτες!
Ήταν πολύ νωρίς, όμως, για εμάς να το καταλάβουμε αυτό...
Ήμασταν σαν τα τζιτζίκια... Τόχαμε ρίξει στο τραγούδι, αγνοώντας πως ο χειμώνας παραμόνευε...

Με την αγάπη μου πάντα σε όλους,
δ.μ.τ.