Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, κατόπιν συνεννοήσεως και πάντως με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2008

Αφιέρωμα στη Μάνα μου

Γράφει η Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά

«η μητέρα δεν έχει ηλικία, κουβαλάει για τον καθένα
τη μνήμη της νεότητας του κόσμου.»

Περασμένα μεσάνυχτα κι όλη η... πολυκατοικία ησυχάζει.
Μολονότι η ημέρα ήταν σωματικά εξαντλητική και συναισθηματικά πολύ φορτισμένη, ο Μορφέας αρνείται να έλθει. Είναι στο σπίτι του αδελφού, στην Αθήνα.
Σηκώνομαι αθόρυβα για να μην ενοχλήσω τους άλλους που, οπωσδήποτε, νιώθουν το ίδιο όπως κι εγώ. Πηγαίνω στην κουζίνα ψηλαφιστά χωρίς ν' ανάψω φως. Κοιτάζω γύρω να βρω χαρτί και μολύβι. Νιώθω επιτακτική την ανάγκη να γράψω, να γράψω... Βρίσκω μολύβι, μα όχι χαρτί... Την επιτακτική ανάγκη να γράψω, καλύπτει το κουτί με τις χαρτοπετσέτες, τραβάω μερικές έξω κι αρχίζω να γράφω χωρίς να σκέφτομαι, τα μάτια τρέχουν ασταμάτητα, μουτζουρώνουν τα γράμματα, μα δεν είναι εμπόδιο αυτό, τα ξαναγράφω σε άλλη κι άλλη... Λίγοι στίχοι, αυτοί που θα διαβάσετε πάρα κάτω... οι χαρτοπετσέτες βρίσκονται ακόμα. Δεν δημοσιεύτηκαν ποτέ πουθενά, είναι τόσο προσωπικοί... Είναι η πρώτη φορά που, εκτός από τ΄ αδέλφια, τους μοιράζομαι με άλλους.
Πάνε 15 χρόνια από τότε. 22 του Μάρτη του 1993, τα μαντάτα με βρήκαν απρόοπτα και αναπάντεχα στο δρόμο... Σταμάτησα να πάρω τηλέφωνο από θάλαμο, να δω τι κάνει η μάνα, μιλώ στον ανιψιό μου, μικρό παιδί, έχουν ήδη τηλεφωνήσει στο σπίτι, μα εγώ δεν πήγα ακόμα και δεν το γνωρίζω... Η γιαγιά πέθανε... έτσι απλά, με τον αυθορμητισμό και την αθωότητα που διακρίνει τα παιδιά.
Η εντολή στον αδελφό, είναι ρητή και κατηγορηματική: Μην την θάψετε, μπαίνω στο αεροπλάνο και έρχομαι. Εγωιστικό; Ίσως, μα δεν μπορώ να σκεφτώ λογικά
Πέθανε η μαμά μου!!! Αυτό μόνο κυριαρχεί σε ολόκληρο το είναι μου, τίποτα άλλο.
Υπερπόντιο το ταξίδι... Μελβούρνη-Αθήνα... Έχω παγώσει, αδυνατώντας να συνειδητοποιήσω την πραγματικότητα...
Το κατευόδιο στην Αθήνα, η ταφή στο αγαπημένο Νησί. Περνώ πρώτα από την Αγία Δύναμη, πάω να βρω τον παπάκη μου, να του πω τις νοβιτές... Προσεύχομαι να πάρω κουράγιο, παίρνω ένα μικρό λουλούδι από το εικονοστάσι να το πάω στη μάνα... Επιμένω ν' ανοίξουν το φέρετρο... Αγκαλιάζω την αγαπημένη... και της μιλώ, της μιλώ ψιθυριστά πολλή ώρα, μέχρι που με απομακρύνουν... Ακουμπάω τρυφερά το λουλούδι στα σταυρωμένα χέρια της...
Πρέπει να βρίσκομαι σε κατάσταση σοκ... Αυτές είναι οι μόνες θύμησες από κείνη την ημέρα, τίποτα άλλο... Μέρες μετά, ακούγοντας τ΄ αδέλφια να μιλούν για τον τάδε Μητροπολίτη, τους τάδε ιερείς, κ.λπ., που χοροστάτησαν και παρευρέθηκαν στην ακολουθία, ρωτάω απορημένη γι' αυτά που λένε... Προφανώς και τα τρία παιδιά του παπά Σπύρου, κληρονομήσαμε το αστείρευτο χιούμορ του...
-Η αδελφή μας χάζεψε, (λένε, δήθεν μεταξύ τους ),
της λέω πως τη μάνα μας τη διαβάσαμε εμείς, χωρίς παπάδες και δεν με πιστεύει... άκουσε, λέει, για δεσπότη και παπάδες.
Την άλλη μέρα, πολύ νωρίς, αναχωρούμε όλοι για Κυλλήνη, να προλάβουμε το πρώτο φέρι-μποτ γι' απέναντι. Φυσούν δυνατοί άνεμοι, 10 μποφόρ, απαγορευτικό και τα πλοία δεμένα... Τόσο ισχυροί, όπου αυτά που έρχονται, δεν μπορούν να πλησιάσουν στο λιμάνι και αγκυροβολούν μακριά.
Οι ώρες περνούν αργά μέσα σε αγωνία, όλοι κι όλα έτοιμα στο Νησί για την ταφή. Οι πολυπληθείς φίλοι, περιμένουν με υπομονή κάτω στο λιμάνι.
Κάποτε, κοπάζουν τόσο οι άνεμοι, όσο χρειάζεται για να αρθεί το απαγορευτικό.
Μολονότι αρκετοί που περίμεναν στην αποβάθρα του Νησιού από το πρωί κι είναι απόγευμα πια, αναγκάστηκαν να φύγουν, έχουν μείνει ακόμα πολλοί. Στο χωριό, μαθεύτηκε πως φτάσαμε και μαζεύτηκαν...
Λειτουργώ εντελώς μηχανικά, χωρίς πλήρη συναίσθηση των γεγονότων... Οι αθόρυβοι λυγμοί μέσα στην εκκλησία του Μπανάτου, τραντάζουν όχι μόνο το σώμα μέχρι το πιο μικρό κόκαλο, αλλά περισσότερο τη ψυχή... κι αυτή δεν έχει κόκαλα...
Μηχανικά παραμένει εκτεταμένο το χέρι, δεχόμενο τα συλλυπητήρια όλων και τα λόγια παρηγοριάς, χωρίς να βλέπω πρόσωπα, χωρίς ν΄ ακούω λόγια.
Μα, μέχρι τότε, η μάνα είναι εκεί δίπλα μου, την βλέπω, την αγγίζω...
Κάποια στιγμή, στο ύστατο χαίρε πριν την ταφή, βλέπω τον πάτερ Παναγιώτη να υψώνει ένα φτυάρι γεμάτο χώμα και να το ρίχνει στο πρόσωπο της μάνας... Μέχρι τότε, ο πόνος σιωπηλός, αθόρυβος, μα ξαφνικά χάνω τον έλεγχο... Μη... Όχι... ουρλιάζω...
Δε γίνεται να το κάνουν αυτό στη μάνα...πονάει, δεν βλέπουν, δε νιώθουν...
Δεν κλαίνε πια μόνο τα μάτια... Ολόκληρο το είναι συμμετέχει στην αβάσταχτη, την υπερβολική οδύνη...
Με απομακρύνουν απαλά κι ο πάτερ μού ψιθυρίζει ό,τι πρέπει... Με προτρέπει να ρίξω κι εγώ.... Πώς να πετάξεις χώμα στο πρόσωπο της αγαπημένης...
Αργά πια, παίρνουμε το δρόμο του γυρισμού... Φτάσαμε στην Αθήνα μετά τις 11 το βράδυ, καταπονημένοι όλοι πέφτουμε για ύπνο.
Μόνο που εμένα με αποφεύγει ο Μορφέας...
Χαράζει η καινούρια μέρα, πρώτη μέρα με την αγαπημένη, όχι πλέον επί αλλά υπό της γης... κι εμένα να γράφω στις κίτρινες χαρτοπετσέτες...


Στη Μνήμη της Μάνας μου

Μάνα δικιά μου

(Λίγες ώρες μετά το στερνό Αντίο)

Κι ήτανε ήπια, γαλήνια η μορφή Σου
Καθώς το δρόμο πήρες το μακρύ
Το δρόμο το μοναχικό
Όπου δεν έχει γυρισμό.

Πίσω δε γύρισες καθόλου να κοιτάξεις
Κι αν επροσπάθησα τα μάτια Σου να δω
Δεν το κατόρθωσα, έφυγες μόνη για να φτάσεις
Αφήνοντας σε μένα το λυγμό.

Δεν ωφελεί να σε κοιτώ, να σου μιλώ
Να προσπαθώ να σε ξυπνήσω
Εσύ, δεν με κοιτάς, δεν με ζητάς
Μάταια προσπαθώ για να σε συγκινήσω.

Κι ήτανε, τόσα ακόμα να σου πω,
Ίσως τα άργησα πολύ
Κι Εσύ κουράστηκες να περιμένεις
Και το φτωχό, το κλάμα το πικρό,

Τις τύψεις που εγώ θα κουβαλώ
Εσύ, μαζί τις παίρνεις.
Βουβό το κλάμα πια δεν ωφελεί
Ίσως εμένα να λυτρώσω προσπαθώ,

Απ΄ όλα αυτά που έπρεπε, κι όμως,
Ίσως δεν μπόρεσα για να σου δώσω
Τι κι αν προσπάθησα τόσες φορές
Αδέξια πάντα να αρθρώσω.

Δεν ξέρω, αγνοώ, αν την καρδιά Σου
Μπόρεσα κάποτε ν' αγγίξω,
Και τώρα τη σεπτή θωριά Σου

μες στη δική μου την καρδιά θα κουβαλώ.

Και ενοχές για όλα αυτά που Σου χρωστώ
Την παρουσία που σου στέρησα
Μάνα δικιά μου.