Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Νυχθημερόν παρόντες στο "Νυχθημερόν"!

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Επεισοδιακή μέρα

Γράφει από τη Μελβούρνη η Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά


Καλοκαιράκι κάπου 20 χρόνια πριν. Βρίσκομαι στο αγαπημένο νησί με την κόρη μου και μια φίλη της, είμαι στο Μπανάτο με τ’ αδέλφια, ζούσε κι η Μάνα τότε! Η κόρη μου με τη φίλη της έμεναν στη χώρα κι έρχονταν κάθε μέρα εκεί με ένα μικρό μηχανάκι!

Ξεκινάμε για του Τσιλιβή, προηγείται η κόρη μου με τη φίλη της στο μηχανάκι, ακολουθούμε εμείς με τη Μαρία, πολύ καινούρια οδηγό! [Γεια σου, Μαρία!] Στο αμάξι, η Χρυσή, η Κατερίνα, ο Σπύρος κι εγώ. Για κάποιο λόγο που δεν θυμάμαι πια, έπρεπε πρώτα να σταματήσουμε κάπου, περνώντας από ένα στενό καντούνι που μόλις και με το ζόρι χωρούσε το αυτοκίνητο, κι εκεί που κάνουμε προσευχές και παρακλήσεις να μη συναντήσουμε άλλο αμάξι από την αντίθετη κατεύθυνση, κοντά στα έβγα του καντουνιού, μια γίδα δεμένη στον όχτο που έχει κατηφορίσει και φράζει το στενό καντούνι. Κορνάρει και ξανακορνάρει η Μαρία, πέρα βρέχει για τη γίδα.

Ο Σπύρος, ο μόνος άνδρας της παρέας, μολονότι ούτε 10 χρονών, κατεβαίνει παλικαρίσια να τραβήξει τη γίδα από το σκοινί να περάσει το αμάξι. Έλα μου, όμως, που μουλάρωσε η γίδα και δεν ίδρωνε τ’ αυτί της! Από τη μια να φωνάζουμε όλοι της γίδας να φύγει από την άλλη να τραβάει απεγνωσμένα ο Σπύρος το σκοινί, η Μαρία να ξυπνάει και τους πεθαμένους με την κόρνα, εμείς όλοι να κρατάμε την κοιλιά μας από τα γέλια, τα κορίτσια μπροστά να απαθανατίζουν τη στιγμή τραβώντας απανωτές φωτογραφίες και η γίδα το χαβά της!!! Με τα πολλά βάσανα καταφέρνει ο Σπύρος να τραβήξει επάνω στον όχτο τη γίδα, πανηγυρίζουμε εμείς, τρίζουν οι ρόδες κι ο μπουχός σύννεφο από τη βιάση της Μαρίας μπας κι αλλάξει γνώμη η γίδα και ροβολήσει πάλι προς τα κάτω κι επί τέλους περνάμε, τρέχει ο Σπύρος, μπαίνει μέσα και με δάκρυα στα μάτια από τα γέλια, προχωρούμε.

Μπαίνουμε πλέον στον κεντρικό δρόμο, τον από πάνω. Καλά-καλά δεν έχουμε συνέλθει από τα γέλια και τα ξεφωνητά με τη γίδα και, πάνω σε μια στροφή, τρακάρουμε με αυτοκίνητο ερχόμενο από απέναντι! Σαν τους περισσότερους οδηγούς, βγαίνει φουριόζα η Μαρία να ζητήσει το λόγο από τον άλλο οδηγό που διέπεται ακριβώς από τις ίδιες επιθετικές διαθέσεις κι αρχίζει τρικούβερτος καβγάς για το ποιος έφταιγε και ποιος έπρεπε να δώσει δρόμο! Φωνάζει η Μαρία, φωνάζει ο άλλος, βγαίνουμε όλοι από το αμάξι, σταματάνε τα κορίτσια με το μηχανάκι και απολαμβάνουμε όλοι το θέαμα! Ξαφνικά, βλέπουμε από τη μαΐστρα ενός σπιτιού να έρχεται τρέχοντας με μια μεγάλη βέργα στα χέρια και άγριες διαθέσεις μια γριούλα απειλώντας θεούς και δαίμονες που βρήκαμε να σκοτωθούμε μπροστά στο σπίτι της και να ξεκουμπιστούμε από κει να πάμε πάρα πέρα!

Οι δυο οδηγοί, που εξακολουθούν να ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις, γυρνάνε θυμωμένοι να βάλουν στη θέση τους αυτήν που φωνάζει και βλέποντας τη γριούλα με τη βέργα να κινείται απειλητικά προς το μέρος τους, βάζουν τα γέλια, αποφορτίζεται η ατμόσφαιρα, η Μαρία γνώρισε τη γριούλα, καλή χωριανή, γειτόνισσα και φίλη, συμφωνούν τελικά οι οδηγοί να μοιραστούν την ευθύνη κι αποχωρεί ο άλλος.

Απολογείται η γριούλα που δεν πρόλαβε να δει, πριν πάρει φόρα, πως επρόκειτο για τα παιδιά κι εγγόνια της παπαδιάς, τρέχει μέσα και φέρνει πορτοκαλάδες και κρύο νερό, φωνάζει στη νύφη της να φέρει έξω το καρβέλι που μόλις ξεφούρνισε μ΄ ένα μαχαίρι και την μπότσα με το λάδι, το στήνουμε στο φαγοπότι εκεί στη μαΐστρα, στρωμένοι κάτω στο χόρτο, έρχεται και η υπόλοιπη φαμελιά της καλής γειτόνισσας με πιάτα, ποτήρια, κρασί, ντόπιο τυρί κι ελιές, πιάνουμε το τραγούδι με μπροστάρισσα την καλή γειτόνισσα και γίνεται τρικούβερτο γλέντι!

Έτσι ήταν οι Μπανατιώτες: Πρόθυμοι, φιλόξενοι, με την καρδιά και την πόρτα του φτωχικού τους ορθάνοιχτη πάντα! Ίσως, γιατί δεν είχαν χτίσει ακόμα τα μεγαλοπρεπή πολυώροφα, που αξιώθηκαν να χτίσουν μετά. Ίσως, γιατί οι μαΐστρες, δεν είχαν κάγκελα και καγκελόπορτες, ούτε λυκόσκυλα να φυλάνε τα έχια τους, αποτρέποντας απαξάπαντες ακόμα και σε ώρα ανάγκης να χτυπήσουν την πόρτα τους, ίσως, γιατί τότε χωρούσαν όλοι στο σπίτι μέσα, δικοί και φίλοι και γειτόνοι. Ίσως… ίσως...

Με μεγάλη νοσταλγία θυμάμαι εκείνη την ημέρα. Πολλές φορές -τηλεφωνικώς πια- γελάμε με τη Μαρία και τα παιδιά για κείνη την, όντως, επεισοδιακή μέρα!...

Με την αγάπη μου σε όλους,
δ.μ.τ.