E-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μ. Ζ. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Τρίτη, 29 Απριλίου 2008

Ο Νικόλας και ο Ανδρέας

Γράφει η Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά

Παλιοί Μπανατιώτες, της εποχής που ο μακαρίτης ο παπάκης μου, ήταν παιδί ακόμα, δεδομένου ότι αν ζούσε σήμερα θα ήταν πάνω από 100 χρονών, αντιλαμβάνεστε για ποια εποχή μιλάμε. Από αυτόν άκουσα πολλές φορές την ιστορία τους. Μας τη διηγιόταν και τα μάτια του τρέχανε δάκρυα από τα γέλια. Κι εμείς τον τσιγκράαμε να μας την πει πάλι και πάλι.
Γραφικοί χαρακτήρες και οι δυο. Με τις ιδιομορφίες και παραξενιές τους, τις μάντσιες τους και τις παστόκες τους, μα πάνω από όλα, έναν φοβερό ανταγωνισμό που υπήρχε ανάμεσα τους. Ό,τι έκανε ο ένας, όχι μόνο το προσπαθούσε και ο άλλος, αλλά με στόχο να τον ξεπεράσει. Κάποτε ο Νικόλας που στεκόταν κάπως καλύτερα οικονομικά, αγόρασε ποδήλατο! Πολυτέλεια μεγάλη για την εποχή εκείνη. Τσακώθηκε με τη γυναίκα του, φώναζαν οι δικοί του πως δεν έχει μυαλό κουκούτσι να δώσει τόσα λεφτά για ένα άχρηστο πράγμα, όταν η φαμελιά του είχε τόσες ανάγκες, αυτός όμως καμάρωνε σαν το γύφτικο σκεπάρνι από τη χαρά του!
Ο Ανδρέας, να σκάσει από το κακό του, όμως, αυτή η σκασίλα, δεν κράτησε πολύ. Πλησίαζε ο Αύγουστος, καλή η σοδειά της σταφίδας εκείνη τη χρονιά και ο καιρός πρίμος. Η φαμελιά του περίμενε πώς και πώς να πουληθεί η σταφίδα, όχι μόνο να ξεχρεώσουν την Τράπεζα που είχαν δανειστεί για να περάσουν το χειμώνα, αλλά να περισσέψει και κάτι «να βουλώσουν καμιά τρούπα», εννοώντας, να καλύψουν βασικές ανάγκες. Όμως, άλλες οι βουλές της φαμελιάς και άλλες οι βουλές του Ανδρέα. Δεν άντεχε να περνάει κορδωτός και καμαρωτός μπροστά του ο Νικόλας και να τόνε σκάει με το ποδήλατο. Έτσι, με την είσπραξη, πήγε κατευθείαν και αγόρασε το πιο ακριβό ποδήλατο... Το στόλισε, τού έβαλε σημαιούλες, κάμποσα κουδούνια και, μπήκε... θριαμβευτικά στο χωριό χτυπώντας δαιμονισμένα τα κουδούνια και κάνοντας φιγούρες! Σούσουρο στο χωριό, τον πήραν από πίσω τα παιδιά, βγήκαν από το μαγαζί οι θαμώνες να θαυμάσουν το καινούριο απόκτημα του Ανδρέα... Απελπισία και οργή κυρίεψε τη γυναίκα του, που απειλούσε θεούς και δαίμονες, αλλά ας το αφήσουμε αυτό. Λίγες μέρες μετά, ο Νικόλας ερχόταν από τη Χώρα και ο Ανδρέας πήγαινε. Κοντά στον Άγιο Θόδωρο, από τις πολλές φιγούρες και κόνξες που έκαναν αμφότεροι, τρακάρουν μετωπικά, παθαίνουν διάσειση εγκεφάλου από τα τραύματα, σπάνε πόδια, χέρια και μεταφέρονται επειγόντως στην Πάτρα.
Λίγες μέρες μετά, έτσι όπως τους είχαν μπαντάρει τα κεφάλια και καλά-καλά δεν έβλεπαν από το πρήξιμο του προσώπου και τους επιδέσμους, σηκώνεται από το κρεβάτι ο Νικόλας και πάει κούτσα-κούτσα να μιλήσει στους συν-ασθενείς του, χωρίς να ξέρει ποιοι βρίσκονται στο θάλαμο. Για κακή του τύχη, πλησιάζει και τον Ανδρέα, χωρίς να τον βλέπει, τον ρωτάει τι έπαθε και γιατί είναι εκεί κι όταν ακούει τη... γνώριμη φωνή και τις κατάρες και βρισιές του Ανδρέα (που ούτε κι εκείνος έβλεπε καθαρά, για να δει σε ποιόν μιλούσε) για έναν... ηλίθιο, βλάκα, κοκορόμυαλο, κλπ, που για να κάνει μπομφανίες με το ποδήλατο στο χωριό τους επήγε να τον σκοτώσει, αρπάζονται στις μπουνιές και τις κλοτσιές έτσι στα τυφλά, όσο τους επέτρεπαν τα σπασμένα κόκαλα, ξεσηκώνουν το Νοσοκομείο με τις φωνές τους, ξανά ανοίγουν τα ήδη σπασμένα κεφάλια τους, σπάνε οι γύψοι και περνούν άλλες δυο βδομάδες στο Νοσοκομείο...
Έπεσαν όμως μεσολαβητές εκεί μέσα, τούς τα φτιάξανε και γύρισαν σακατεμένοι και με γύψους αλλά μονοιασμένοι πλέον στο Μπανάτο, όπου όχι μόνο είχαν να αντιμετωπίσουν τα γέλια και την ειρωνεία των συγχωριανών τους, αλλά κυρίως την οργή και το μένος των συμβίων τους... για το οποίο, δεν θα σας μιλήσω εγώ, το αφήνω στην φαντασία σας!