Ιδιοκτήτης: π. Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, κατόπιν συνεννοήσεως και πάντως με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008

Το φιόρο τση νιότης

Γράφει η Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά
Σήμερα, είπα να αλλάξω λίγο κι αντί να γράψω για Μπανατιώτικες θύμησες, να μοιραστώ μαζί σας αυτούς τους λίγους στίχους που ακολουθούν.
Από κάποιο ταξίδι μου στο αγαπημένο νησί, έφερα στη Μελβούρνη, (διακινδυνεύοντας βαρύ πρόστιμο από τις Αυστραλιανές Αρχές, γιατί απαγορεύεται αυστηρά να φέρουμε οτιδήποτε φυτικό ή ζωικό που δεν είναι βιομηχανικά συσκευασμένο), σπόρους Γατζίας, το μόνο, σχεδόν, δέντρο που δεν υπάρχει εδώ.
Τα κίτρινα αρωματικά, χνουδωτά άνθια της Γατζίας, συμβόλιζαν πολλά για μένα, δεν ήταν μόνο από τα αγαπημένα μου λουλούδια, δεν ήταν που μέσα στις σελίδες του νεανικού Λευκώματος που κρατούσαμε τότε τα περισσότερα κοριτσόπουλα, με διάφορες ερωτήσεις, όπως Τι είναι έρως, Ποια είναι η γυναίκα των ονείρων σας, Τι γνώμη έχετε για τη φιλία, τι γνώμη έχετε για την κτήτορα, και άλλα τέτοια αθώα, έβαζα τα μικρά αυτά λουλούδια, όπως και ανάμεσα στις σελίδες των βιβλίων μου, αλλά και η αγαπημένη μου Μαμά, τις έβαζε στα συρτάρια με τα ασπρόρουχα που μοσχοβολούσαν.
Μετά φόβου Θεού φύτεψα τους σπόρους και περίμενα να φυτρώσουν... Αλλά γι' αυτό, θα σας μιλήσω μιαν άλλη φορά. Στο παράπονό μου επάνω που δεν φύτρωναν, κάθισα κι έγραψα αυτούς τους στίχους.
Καλό μήνα σε όλους, καλό καλοκαίρι,
Με αγάπη,
δ.μ.τ

Τση Ζάκυθος

Φύτεψα Τζαντζαμίνι στην αυλή, Μυρτιά στο παρεθύρι
μέσα στου κήπου μια γωνιά Γατζία είχα σπείρει.

Τσου γλυκομίλια την αυγή, τα πότιζα το βράδυ
στην κάψα του μεσημεριού τσούστερνα ανέμου χάδι.

Μα κείνα μού μαραίνονταν, δε λέγανε ν’ ανθίσουν
λυπητερά ψιθύριζαν, πως θέλουν να γυρίσουν

εκεί που ο ήλιος κι η βροχή, τ' αγέρι, το φεγγάρι
τσου λεν τραγούδια ερωτικά, ο ύπνος να τα πάρει.

Νανούρισμα γλυκό, απαλό, να δένουν, να μεστώνουν
και πριν τα βρει η χαραυγή κλώνους να μεγαλώνουν.

Τα μπουμπουκάκια για να βγουν καμπάνας θέλουνε αχό
απ΄ το Καμπαναριό τ' Αγίου τση Κυριακής το πρωινό.

Θέλουν σεργιάνι Πόχαλης και κανταδόρους τσι νυχτιές
στσι ρούγες τση να τριγυρνούν, να τραγουδούν στσι κοπελιές.

Εδώ ο ήλιος καψερός και το αγέρι κρύο
εδώ η βροχή ανέδροση σαν το πικρό το αντίο.

Ω Άγιε μου Διονύσιε, προστάτη όλου του Τζάντε
κάμε να σμίξουμε ξανά στο Φιόρο του Λεβάντε.

Να λουλουδίσει η Μυρτιά, ν’ ανθίσει μου η Γατζία
το Τζαντζαμίνι να ευωδιά στη Ρούγα την Πλατεία.

Κι εγώ, κεράκι να αξιωθώ, στη χάρη Σου ν’ ανάψω
γονατιστή μπροστά σ΄ Εσέ, δάκρυα χαράς να κλάψω.


Γλωσσάρι

Τση = της
Τζαντζαμίνι = Γιασεμί
Τσου = τους
Κάψα = ζέστη
Ρούγες = δρόμοι
Καψερός = καυτερός
Τζάντε = Ζάκυνθος
Φιόρο του Λεβάντε = Άνθος της Ανατολής (Οι Ενετοί ονόμασαν έτσι την Ζάκυνθο)
Πλατεία Ρούγα = Ο κεντρικός δρόμος της πόλης του Τζάντε.