Ιδιοκτήτης: π. Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, κατόπιν συνεννοήσεως και πάντως με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2008

Μια ζωντανή μαρτυρία της Σεισμοπυρκαγιάς του 1953

Γράφει η Διονυσία Μούσουρα

Αποφράδα Ημέρα

«Η νύχτα Αυγουστιάτικη και το φεγγάρι ολόγιομο...». Έτσι αρχίζει το διήγημα «Η Παραμυθένια Πολιτεία», στο βιβλίο μου «Ο Κραταιός Νόστος» [σελίδα 67, εκδόσεις Πανεπιστημίου RMIT Μελβούρνης, 2000].
Είναι η δική μου κατάθεση για τους καταστρεπτικούς σεισμούς του 1953, όπου μεταξύ μύθου και γεγονότων, προσπαθώ να καταγράψω αυτό το τραγικό γεγονός, έτσι όπως το βίωσα τότε στο αγαπημένο νησί, 12χρονο παιδί.
Εδώ δεν θα αναφερθώ στα γνωστά, πολλά έχουν γραφτεί από πολλούς και άξιους, θα προσπαθήσω μόνο να μοιραστώ μαζί σας κάποιες οδυνηρές μνήμες εκείνων των ημερών όπου ο καταλύτης χρόνος δεν κατάφερε να σβήσει 55 χρόνια αργότερα.
Η συχωρεμένη η Νόνα μου αποβραδίς της συμφοράς (12ης Αυγούστου) ήλθε στη Μπόχαλη να πάρει εμένα και την αδελφή μου στο Μπανάτο, ώστε να μπορεί η Μαμά μου να φροντίζει το μικρό μας αδελφό, κανείς δεν ήξερε τι θα φέρει η καινούρια μέρα, και να βγάλουν με τον Παπάκη μου έξω στην αυλή ό,τι προλάβαιναν από το κελί της εκκλησίας της Χρυσοπηγής που μέναμε, τουλάχιστον τα ρούχα μας, τα κρεβάτια και τα απολύτως αναγκαία. Ο φόβος για το μεγάλο κακό που ερχόταν, ήταν διάχυτος.
Πήγαμε στη Γαργατσούρα, στο χτήμα του Νόνου. Εκεί, με το φόβο ζωγραφισμένο στα μάτια είχαν μαζευτεί όλοι οι χωριανοί που είχαν χτήματα εκεί κοντά, κι άλλοι λίγο πιο πέρα. Μια εσωτερική ανάγκη για στήριγμα και παρηγοριά ο ένας του άλλου. Κανείς δεν είχε διάθεση για δουλειά, ακόμα κι οι γυρολόγοι με τα ζωντανά φορτωμένα κάθονταν κάτω αγωνιώντας.

Με τον πρώτο σεισμό, στις 11.30 περίπου ο φόβος έγινε τρόμος, σκοτείνιασε ξαφνικά ο τόπος, ακούστηκε μια φοβερή βουή και το αλύχτισμα των σκυλιών... Ούρλιαζαν, τα άλογα έκοψαν τις τριχιές κι άρχισαν να χλιμιντρούν άγρια, αφηνιάσαν και, πετώντας εμπορεύματα, έτρεχαν τσαλαπατώντας ό,τι έβρισκαν στο δρόμο τους. Φωνές και κλάματα ακούγονταν από παντού κι άνθρωποι που έτρεχαν πίσω στο χωριό που είχαν μείνει δικοί τους να δουν τι απόγιναν... Όπου και να κοιτάζαμε ερείπια και γκρεμισμένα..., η γης άνοιγε κι εμείς τα παιδιά τρομοκρατημένα είχαμε χάσει τη λαλιά μας... Μα στις 2.30 περίπου, όπου στο άμοιρο νησί δόθηκε η χαριστική βολή από τον Εγκέλαδο, τότε πια ήλθε η συντέλεια του κόσμου... Θυμάμαι τις γυναίκες κλαίγοντας να εκλιπαρούν όλους, να πέσουμε στα γόνατα και να δεηθούμε γιατί ήλθε το τέλος μας... κι εμείς να τρέμουμε από το φόβο μας, πως, αν πέσουμε στη γη, θα ανοίξει περισσότερο και θα μας καταπιεί... Γινόταν χαμός, έχανε μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Η αδελφή μου κι εγώ να κλαίμε ασταμάτητα ζητώντας τους γονείς μας... Μόλις ξημέρωσε η άλλη μέρα, άυπνες, τρέμοντας από φόβο, νηστικές, διψασμένες, όπως όλοι, χωρίς ρούχο ν’ αλλάξουμε, επιμέναμε να φύγουμε, να πάμε στη Μπόχαλη... και φυσικά δεν μας άφηναν... Πού θα πηγαίναμε δυο μικρά παιδιά, που οι φήμες έδιναν κι έπαιρναν, ότι βυθίστηκε το Ακρωτήρι, βουλιάζει το νησί, δεν υπάρχουν δρόμοι πια, βουνά και σωροί από ερείπια μόνο... Πού θα περάσουμε, μα εμείς επιμένουμε, ζητάμε διαρκώς τη μάνα... Κάποια στιγμή που δεν πρόσεχε κανείς, κοιταχτήκαμε αποφασιστικά με την αδελφή μου και βουβά συνεννοηθήκαμε, ότι πρέπει να φύγουμε...
Πιαστήκαμε από το χέρι και ξεκινήσαμε κλαίγοντας, χωρίς ψωμί, χωρίς νερό μη γνωρίζοντας τι θα βρίσκαμε μπροστά μας και πού θα καταλήξουμε... Δεν ξέραμε ποιο δρόμο να πάρουμε... Απ΄ όπου περνούσαμε απαντούσαμε χωριανούς, ακόμα και ξένους, που μας παρότρυναν να γυρίσουμε πίσω γιατί θα χαθούμε... θα αφανιστούμε... Η γη κουνιόταν συνεχώς από αλλεπάλληλες δονήσεις κι εμείς με τον τρόμο στη καρδιά, κρατημένες γερά από το χέρι από φόβο μη χωριστούμε, αποφασισμένες να πάμε στους γονείς μας...

Πόσες ώρες περπατούσαμε; Ποιο δρόμο ακολουθήσαμε; Πώς καταφέραμε και κάποια στιγμή φτάσαμε στην Μπόχαλη;..
Κλαμένες, πεινασμένες, φοβισμένες, λερωμένες από τις πολλές φορές που σκοντάψαμε και κατρακυλήσαμε στα ερείπια, μια και δεν υπήρχαν δρόμοι και χάναμε τον προσανατολισμό μας, με μουτζουρωμένα πρόσωπα από τα δάκρυα και τις σκόνες, πέσαμε στην αγκαλιά του παπάκη μας, όπου γεμάτος αγωνία βρισκόταν συνεχώς κάτω από την εκκλησία του Αρίγγου, εκεί στο ξάγναντο, μήπως και μας δει... Έκλαιγε σαν μικρό παιδί και μάς έσφιγγε στην αγκαλιά του ευχαριστώντας το Θεό, που εισάκουσε τις προσευχές του και προστάτεψε τα παιδιά του, γιατί έτρεμε πως ίσως σκοτωθήκαμε και δεν θα μας ξανάβλεπε ποτέ...

Οποία οδύνη, όμως, όταν φτάνοντας στα πεζούλια της Χρυσοπηγής, αγνάντεψα την ολική καταστροφή... Ολόκληρη τη Χώρα σε σωρούς από ερείπια, με μερικούς τοίχους να στέκονται όρθιοι εδώ κι εκεί, σημαδούρες, απειλώντας τους τολμηρούς ή απελπισμένους όπου έψαχναν στα συντρίμμια ανταποκρινόμενοι στις κραυγές για βοήθεια των εγκλωβισμένων, έρμαιοι της φωτιάς που εξαπλωνόταν με φοβερή ταχύτητα. Εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, καιγόταν το ιερό της Μητρόπολης... Όταν αντίκρισα την Αγία Τράπεζα ζωσμένη στις φλόγες που έφταναν μέτρα ψηλά, δεν άντεξε η παιδική καρδιά μου κι έπεσα λιπόθυμη...

Ανάπλαση του Πλατώματος της Φανερωμένης Μπανάτου





Άρχισαν αυτές τις μέρες οι εργασίες για την ανάπλαση του αμφιθεατρικού Πλατώματος της Φανερωμένης μας, οι οποίες αναμένονται να ολοκληρωθούν πρίν από το Δεκαπενταύγουστο.

Τα σχέδια εκπονήθηκαν από τις Τεχνικές Υπηρεσίες του Δήμου Αρκαδίων. Σημειωτέον, ότι ο Δήμος ανέλαβε εξ ολοκλήρου την δαπάνη.

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο εκφράζει προκαταβολικά και από αυτή τη θέση τις ευχαριστίες του προς τον Δήμαρχο και το Δημοτικό Συμβούλιο για την πραγμάτωση της βούλησής τους για μια ευπρόσωπη και άνετη πλατεία.