Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, κατόπιν συνεννοήσεως και πάντως με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

"Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς"

  Απόψε στον ναό της Φανερωμένης Μπανάτου,  
  στιγμές από την Παράκληση προς την Παναγία, κατά το ζακύνθιο μουσικό ύφος  

Η Πλατυτέρα της Φανερωμένης Μπανάτου, δια χειρός Νικολάου Μπιάζη-Σεντή

Πικρές αναμνήσεις και σκέψεις στην επέτειο του Μεγάλου Σεισμού της 12ης Αυγούστου 1953


Γράφει η ΑΝΝΑ ΤΣΟΥΚΑΛΑ-ΚΟΥΦΟΥ
- Γιατί να μην κοιμηθούμε κάτω από τήν καρυδιά; αντέδρασε η ηλικιωμένη  γυναίκα στη νύφη της.
- Μήπως μπορούμε να κοιμηθούμε μέσα; 
- Να, το βράδυ εκπνέουν τα δένδρα, δεν έχουν οξυγόνο , απαντά η νεαρή γυναίκα και είναι και τα  παιδιά βλέπεις! 

Μα, πού αλλού να κοιμηθούμε;  της σιγοψιθυρίζει.
Ήτανε το πρώτο βράδυ μετά από τον μεγάλο  τράνταγμα  του Εγκέλαδου. Οι γυναίκες, ήταν η μητέρα μου και η γιαγιά μου. Η οικογένειά μου, μια και σώθηκε  από πέτρες και δοκάρια που χοροπηδούσαν από το διώροφο πέτρινο οικοδόμημα που κατοικούσε, έπρεπε κάπου να καταλύσει. Οι γυναίκες  συμφώνησαν στην αυλή με την καρυδιά ή έστω δίπλα στην καρυδιά. Ήταν και το πηγάδι  πιο πέρα με το πέτρινο φιλιατρό, παραγγελιά κι αυτό  από τον  παππού του πατέρα μου τον Μήτρο τον Τσουκαλά. Ο πατέρας μας δεν έφερε καμιά αντίρρηση  στην επιλογή της θέσης που θα διανυκτερεύαμε. Μα και γιατί; Οι γυναίκες καταλαβαίνουν καλύτερα απ’ αυτά τα θέματα. Αυτός είχε χρέος να προστατεύσει την οικογένεια από κάθε κίνδυνο άμεσο ή έμμεσο εξ αιτίας των μετασεισμών. Συνεχίζονταν και ήταν φανερό ότι θα συνεχιστούν  για πολύ καιρό ακόμη. Πιο πολύ τρόμαζε για μας, τα παιδιά. Εμένα και τον αδελφό μου, τρία χρόνια μεγαλύτερό μου.
Το πρωί  ενωρίς με τον πρώτο   μεγάλο  σεισμό που έγινε  κατά τις 6 η ώρα σείστηκε ο τόπος! Οι γονείς μας ήταν ξύπνιοι από τις 5 η ώρα. Στα καμποχώρια του νησιού, με την μεγάλη παραγωγή της σταφίδας, αυτόν τον καιρόν σηκώνονται νωρίς. Είναι βλέπεις η εποχή του τρύγου. Αύγουστος μήνας. Από τις πρώτες κιόλας μέρες του Αυγούστου αρχίζουν το καθάρισμα των αλωνιών, όλοι οι κάτοικοι, είτε έχουν μεγάλα κτήματα, είτε μικρά. Το κάθε αλώνι έχει σχήμα ορθογωνίου παραλληλόγραμμου, διαστάσεων περίπου 5 επί 10 μέτρων, 3 επί 6, ή 4 επί 6, ανάλογα με τις προτιμήσεις του νοικοκύρη. Στρόγγυλα ποτέ δεν είναι τα αλώνια της σταφίδας. Μόλις λοιπόν μπει ο Αύγουστος αρχίζει η  ετοιμασία  των αλωνιών, για να δεχθεί τον μελαχρινό καρπό, να ψηθεί.. Αυτός είναι η κορινθιακή σταφίδα. Αυτή καλλιεργείται στα νησιά του Ιονίου. Τις εκτάσεις λοιπόν αυτές τις καθάριζαν  από κάθε είδους χόρτο και  σκόνη  τοποθετούσαν επάνω το δίκτυ που αγόραζαν γι αυτόν τον σκοπό και ήταν έτοιμα να δεχθούν τον καρπό.
Όταν κατά τις 6 η ώρα άρχιζε να κινείται συθέμελα το νησί το ανδρόγυνο βρισκόταν  στ’ αλώνια, κάτω ακριβώς από το λιθόκτιστο   σπίτι  τους με τις πελεκημένες πέτρες του μπαλκονιού, τα περίφημα  αετώματα, τη λαξευτή λιθοδομή στην πρόσοψη και στην περιμετρική ζώνη επαφής των λίθων και η νέα μητέρα έβγαλε μια  απελπισμένη κραυγή και άρχισε να τρέχει προς το σπίτι.
- Τα παιδιά, Μίμη, τα παιδιά!...
Ο πατέρας την κράτησε από το χέρι να μην προχωρήσει. Σοβάδες άρχισαν να κατρακυλούν , και μια τεράστια ρωγμή  έγινε φανερή στη βόρεια πλευρά του σπιτιού. Έτρεξε αυτός κατά την είσοδο. Ανέβηκε δύο-δύο τα σκαλοπάτια της ξύλινης εσωτερικής σκάλας κι έφθασε στην κρεβατοκάμαρά μας. Μας άρπαξε έτσι κοιμισμένα, το ένα στο ένα χέρι, το άλλο στο άλλο χέρι και άρχισε να κατεβαίνει καταϊδρωμένος τη σκάλα. Η αγωνία του ήταν μεγάλη, μήπως ακολουθήσει κάποιος μετασεισμός. Και οι μετασεισμοί  ήταν φοβεροί. Σαν έφθασε στην πόρτα κι αντίκρισε τη γυναίκα του, τη μητέρα μας, ανάσανε. Εκείνη, σταυροκοπήθηκε, μας πήρε στην αγκαλιά της. Στον   άνδρα της δεν είπε τίποτα. Του έριξε ένα βλέμμα γεμάτο αγάπη  κι ευγνωμοσύνη, που έλεγε πολύ περισσότερα. Εμείς, μισοκοιμισμένα, κουρνιάσαμε στην αγκαλιά της μητέρας μας. Δεν είχαμε συμπληρώσει τον ύπνο και θέλαμε κι άλλο να κοιμηθούμε.
Κι ενώ διαπραγματευόμαστε την έλλειψη του ύπνου μας, αρχίζει ξανά η γη να βρυχάται και να  προσπαθεί να  εξαφανίσει ό,τι  υπήρχε όρθιο από τα οικοδομήματα. Ήταν ένας ακόμη φοβερός μετασεισμός, όμοιος μ’ εκείνον της 6ης ώρας. Κόπηκε η μιλιά όλων. Κρατούσαμε την αναπνοή μας και περιμέναμε. Αφού σταμάτησε η οργή του εγκέλαδου παρέμεναν ακόμη άφωνοι. Εμείς ούτε που αναφέραμε άλλο την λέξη ύπνος. Ζαρώσαμε κοντά στη μητέρα και την γιαγιά. Ο πατέρας μας τόλμησε ν’ ανέβει  ξανά,  ήρεμα τώρα, την σκάλα  για να δει τις ζημίες. Ο διπλανός γείτονας και αυτός με τρομερές ζημιές στο διώροφο σπίτι του, άτεκνος, βρισκόταν κι αυτός στα αλώνια του, μα σταμάτησε εκεί η αγωνία του.
- Το πολύ-πολύ να χρειασθεί καμιά επισκευή το σπίτι, λέει ενθαρρυντικά στον πατέρα. Τούτο το θεριό, λέει δείχνοντας το σπίτι μας, άντεξε τους σεισμούς του 1893, ο συγχωρεμένος ο παππούς σου τόφτιαξε με  γερές πέτρες, τις κουβαλούσε με το κάρο  από το Καταστάρι κ’ οι πιο μεγάλες ζύγιζαν διακόσια κιλά.
Η σκαλιστή πέτρα  που  περιέχει το όνομα του  και  το έτος οικοδομήσεως του σπιτιού  σώζεται ακόμη  γράφει 1862. Έχει δε τεράστιους δεσμούς με σίδηρο στους αρμούς   και η λιθοδομή με γερές και μεγάλες πέτρες. H αγριδιά που κρατάει την στέγη έχει διάμετρο 50 εκατοστά
- Πολλές φορές, Μίμη, αναρωτιέμαι πώς κουβαλήθηκαν  αυτά τα υλικά, και πως τοποθετήθηκαν σ' αυτό το σπίτι!
Άφησε τα σκαλιστά αετώματα, τ’ ανάγλυφα του εξώστη και των παραθύρων της πρόσοψης.
- Μη φοβάσαι καημένε, τούτο το θεριό δεν παθαίνει  τίποτα. Μόνο αν βουλιάξει το νησί τότε μόνο θα χαθεί.
Σαν να αναθάρρησε ο πατέρας σ’ αυτά τα λόγια. Όμως κάποιες πέτρες είχαν αποδομηθεί προς το μέρος του Βοριά και τον έκαναν να μελαγχολήσει. Η γη είχε ηρεμήσει για λίγο. Πήρε  την απόφαση ν’ ανέβει στον πρώτο όροφο, να δει ξανά τί ζημιές υπάρχουν. Αργά-αργά ανέβηκε τα σκαλοπάτια της εσωτερικής σκάλας, μα τον έπνιγε η αγωνία! Πηγαίνει πρώτα στο δωμάτιό μας  και η καρδιά του άρχισε να κτυπά παράξενα. Στάθηκε για δευτερόλεπτα ακίνητος κι έκανε  τον σταυρό του. Ένα «δόξα τω Θεώ» ακούστηκε  στο δωμάτιο. Τα κρεβατάκια των παιδιών του, τα δικά μας δηλαδή, ήταν γεμάτα με τεράστιες πέτρες  και σοβάδες. Είχαμε σωθεί από θαύμα. Κοίταξε και τ’ άλλα δωμάτια, παντού σοβάδες και πέτρες, στο πάτωμα, στα έπιπλα. Στη σοφίτα ένα κοπάδι περιστέρια, που από χρόνια στόλιζαν τις καρδιές μας και το περιβάλλον, πέταξαν μακριά φοβισμένα. Κατέβαινε προσεκτικά την σκάλα και πάλι ένας μετασεισμός  τον κατέβασε απότομα από την σκάλα. Ανησύχησε.
«Θα ‘χουμε πολλούς μετασεισμούς», σκέφθηκε.
Στην αυλή με την καρυδιά στην μέση και το πηγάδι στην άκρη της αυλής  με το δροσερό νερό θα περνούσαμε  την νύχτα μας.
- Τουλάχιστον για μερικές ημέρες θα μείνουμε εδώ στην καρυδιά στην αυλή, είπε ο πατέρας.
Εξάλλου, κάθε Καλοκαίρι μερικά βράδια κοιμόμαστε έξω στα αλώνια μέχρι να μαζέψουμε τη σταφίδα. Το σπίτι χρειάζεται τεχνίτες  σοβάδες και, μέχρι να γίνουν όλ’ αυτά,  θα μένουμε στο ύπαιθρο. Δόθηκε αυστηρή εντολή, ούτε στο σπίτι μέσα να ανεβούμε, μήτε να παίζουμε κοντά  στο σπίτι. Δεν είμαστε τόσο μικρά, ώστε να μην αισθανόμαστε, αλλά ούτε τόσο μεγάλα, ώστε να τα καταλαβαίνουμε όλα. Το παιχνίδι για μας είχε προτεραιότητα.

Ξημέρωσε και η Δωδεκάτη  Αυγούστου… Κατά τις 11:30 η ώρα ακούστηκε μια υπόκωφη βοή μεγάλη… Άρχισε πάλι να βρυχάται ο Εγκέλαδος… Ό,τι είχε απομείνει ισοπεδώθηκε… Μία σκόνη καπνού έβλεπες και τίποτα άλλο. Τα γειτονικά μας σπίτια ισοπεδώθηκαν. Το δικό μας, βαριά τραυματισμένο, η βόρεια πλευρά του είχε  καταρρεύσει μέχρι τη μέση του κτηρίου. Το μπαλκόνι με τα σκαλιστά λιθάρια έπεσε μονοκόμματο. Ο θρήνος του Ιερεμία. Οι μεγάλοι, με την απόγνωση στα μάτια και την καρδιά σφιγμένη, παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα. Δεν υπήρχε νερό και δεν τολμούσαμε να πλησιάσουμε το πηγάδι λόγω κατολισθήσεων. Ό,τι τρόφιμο υπήρχε ήταν στο μαγειρείο δίπλα από το σπίτι που καταπλακώθηκε από τον όγκο των λίθων του σπιτιού. Η απόλυτη θλίψη...
Το απόγευμα άρχισαν ελικόπτερα να πετούν τόσο χαμηλά, που τρομάξαμε. Ήταν η πρώτη ανθρωπιστική βοήθεια που έφθανε.  Στην ανάμνησή μου έχει μείνει το νερό και κάτι μπισκότα που η μητέρα τα έλεγε γαλέτες. Ήταν απερίγραπτη η σύγχυση και ο φόβος μας… Σαν να μη έφθανε αυτό, το βράδυ τα νηπιακά μας μάτια αντίκρισαν το φοβερό θέαμα της πυρκαγιάς της χώρας. Μία τεράστια φλόγα έφθανε μέχρι τον ουρανό και η ατμόσφαιρα ήταν  αποπνικτική.
Σαν αυτές τις ημέρες θάφτηκε η παλιά Ζάκυνθος για πάντα. Εμείς δεν θυμόμαστε σχεδόν τίποτα σημαντικό γι’ αυτήν. Μόνο μερικές στιγμές  της καταστροφής στο στενό οικογενειακό περιβάλλον. Μόνον ό,τι μελετάμε στα βιβλία και τ’ ακούσματα των παλιών. Χάθηκαν πολλές ζωές ανθρώπων, χάθηκαν περιουσίες, χάθηκε ένας πολιτισμός ολόκληρος. Η Ζάκυνθος ξαναχτίστηκε. Την παλιά δεν την ζήσαμε, απλά την ανιχνεύσαμε εμείς οι μετασεισμικοί Ζακυνθινοί  ή, καλλίτερα, εμείς οι Ζακυνθινοί του μεταίχμιου. Δεν θρηνούμε, ούτε θρηνήσαμε ποτέ για τις αλλαγές,  απλά  θρηνήσαμε τις απώλειες και ήταν πολλές!   Είτε μακριά, είτε κοντά στο αγαπημένο μας νησί, ζούμε τους παλμούς του τους σημερινούς, που δεν είναι αλλιώτικοι από τους παλμούς μιας ολόκληρης Ελλάδας και σήμερα μιας Ευρώπης. Το «τα πάντα ρει» του Ηράκλειτου  είναι αναπόφευκτο. Δεν ήταν απαραίτητο όμως οι μεταβολές να επέλθουν κατ’ αυτόν τον τρόπον, με μια εφάπαξ ανατροπή και με τόσο οδυνηρό τρόπο. Έχουμε μάθει  στην ζωή να κοιτάζομε μπροστά, μόνον έτσι επέρχεται η πρόοδος. Να κρατήσουμε στην μνήμη μας  την παλιά με όλα τα καλά  και την ιστορία της και να συμβάλουμε σήμερα στην πραγματική  πρόοδο του νησιού μας. Η συνάντηση της παλιάς Ζακύνθου και της νέας έδωσε στο νησί νέες μορφές σκέψης, νέες μορφές λόγου, νέα φορεσιά  που άλλους χαροποιεί, άλλους θλίβει...
Θα ευχόμουν όχι άλλα δάκρυα, όχι  άλλους  θρήνους για την παλιά Ζάκυνθο, αλλά αγώνας  με πνευματικές αξίες  για την καινούργια, γιατί της αξίζει!
11 Αυγούστου 2012