Ιδιοκτήτης: π. Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, κατόπιν συνεννοήσεως και πάντως με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

Το τσιμποχειλιασμένο κατρουγυάλι, κοινώς ουροδοχείο

Γράφει η Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά

Μια και ο αγαπητός Κος Φουρνογεράκης αναφέρθηκε με τόση μαεστρία στο «εμαγιέ κατρουγυάλι», είπα κι εγώ να... θαρρέψω και να γράψω για το τσιμποχειλιασμένο κατρουγυάλι.

Αύγουστος ήταν και τότε, η ζέστη ανυπόφορη, το νερό που ποτέ δεν ήταν μπόλικο στη Ζάκυνθο, ακόμα λιγότερο λόγω συνθηκών. Με τους σεισμούς βούλιαξαν ή γέμισαν χαλάσματα τα περισσότερα πηγάδια οι φυσικές πηγές κι αυτές εξαφανίστηκαν ή στέρεψαν. Άσχημα τα πράγματα. Ναι, για το 1953 μιλάμε!... Δε θα μιλήσω για τις αποφράδες εκείνες ημέρες, τα είπαμε πολλές φορές, κι εμάς που τα ζήσαμε από πρώτο χέρι, μας πονούν ακόμα πολύ!...

Σήμερα θ' αναφερθώ σ' ένα από τα πολλά ευτράπελα εκείνης της εποχής. Ευτυχώς και οι δυνάμεις του ανθρώπου είναι ανεξάντλητες, το ίδιο και η υπομονή του. Ο Ζακυνθινός, ιδιαίτερα, βρίσκει πάντα τον τρόπο να δει και την αστεία πλευρά τής κάθε κατάστασης και πολλές φορές να διακωμωδεί και τον εαυτό του. Μεγάλο προσόν αυτό!

Αφού πέρασαν οι πρώτες μέρες, καταλάγιασε ο τρόμος και ο φόβος, κόπασαν οι απανωτοί σεισμοί, οι φωτιές είχαν κάπως περιοριστεί, οι άνθρωποι ανασύνταξαν τις δυνάμεις τους, μάζεψαν ό,τι λίγο ή κουτσό γλίτωσαν από την καταστροφή και προσπάθησαν να στήσουν το νοικοκυριό τους, όπου και όπως μπορούσαν. Μέναμε στην Μπόχαλη, στο κελί του παπά, δίπλα από την εκκλησία της Χρυσοπηγής, όπου εφημέρευε ο παπάκης μου. Φυσικά, η οργή του εγκέλαδου δεν άφησε τίποτα όρθιο. Με μεγάλο κίνδυνο προσπάθησαν μικροί και μεγάλοι, μέσα στα χαλάσματα των σπιτιών τους, να περισώσουν έστω και μικροπράγματα, μια κατσαρόλα, ένα μπρίκι να βράζουν γάλα ή να φτιάχνουν καφέ, λίγα ρούχα, όλα σακατεμένα και σε άθλια κατάσταση, μα έπρεπε να επιβιώσουμε. Στην Μπόχαλη ελάχιστα κτίρια γλίτωσαν κι εκείνα ετοιμόρροπα και επικίνδυνα. Οι ανασφάλειες, που ένιωθαν οι άνθρωποι, τους έφεραν πιο κοντά. Όλοι φρόντισαν να στήσουν τσαντίρι μαζί με άλλους, κοντά με άλλους. Αυτό βέβαια οφειλόταν και στο γεγονός ότι οι σκηνές που μάς μοίρασαν δεν ήταν αρκετές ώστε κάθε οικογένεια να έχει ατομική, επί πλέον χρειάζονταν χώροι μεγάλοι για να στηθούν. Έτσι δημιουργήθηκαν «συνοικισμοί», γειτονιές μέσα σε μεγάλα περιβόλια, όπου -δόξα τω Θεώ- διέθετε μπόλικα η καταπράσινη Πόχαλη. (Αχ, δεν μου πάει να την λέω, Μπόχαλη... Πόχαλη την διδάχτηκα, άσε που αυτό το, Μπόχαλη, μου θυμίζει μπόχα...).

Μέσα στο απέραντο περιβόλι του Λάτα (ο Γιάγκος μετέπειτα έγινε γαμπρός μου, παντρεύτηκε την αδελφή μου), είχαν στηθεί κάμποσες σκηνές, γειτονιά ολόκληρη! Κάθε φαμελιά, είχε οικειοποιηθεί από ένα δέντρο, λεμονιά ή πορτοκαλιά, που ήταν οι... σκαντζίες της κουζίνας τους, δηλαδή, τα ράφια και ντουλάπια όπου κρέμαγαν και φύλαγαν τα κατσαρολικά τους. Κάθε βράδυ, με το φως της λάμπας, μαζευόμαστε όλοι μαζί και πότε ο Γιάγκος, πότε ο παπάκης μου, διάβαζαν προς τέρψη και απόλαυση όλων μας, μικρών-μεγάλων, διάφορα βιβλία από την Ελληνική και ξένη Λογοτεχνία, κάμποσες σελίδες κάθε βράδυ. Αυτή ήταν η αγαπημένη μας ώρα, ακόμα κι εμάς των παιδιών!!!

Ένα βράδυ, ενώ όλοι -και πρέπει να είμαστε πάνω από 20-25 άτομα- καθισμένοι κάτω από τα δέντρα ακούγαμε με προσοχή και η αγωνία για την εξέλιξη της υπόθεσης είχε φτάσει στο κατακόρυφο, στο κεφάλαιο που διάβαζε ο παπάκης μου -αν θυμάμαι καλά-, ακούσαμε φωνές και χαλασμό από την... διπλανή γειτονιά. Ήταν η γριά Τασώρω, που τσακωνόταν με τη νύφη της, αλλά έτσι όπως φώναζαν κι οι δυο μαζί, δύσκολο να καταλάβεις περί τίνος επρόκειτο. Ο παπάς αφήνει το βιβλίο κάτω και τρέχουμε όλοι, ιδιαίτερα εμείς τα παιδιά -παρά τις προτροπές του να μην κουνηθούμε από τη θέση μας- να δούμε τι συμβαίνει. Ο γιος της Τασώρως, ο Νίκος, είχε παντρευτεί την Αθηνά από το Μπανάτο, όμως, νυφοπεθερά δεν τα πήγαιναν καλά, τρώγονταν συνέχεια και τις άκουγε η γειτονιά.

Μετά από πολλές... επεμβάσεις και παρεμβάσεις των περισσότερων της παρέας, κατάφερε ο παπάς να βρει την άκρη και να μάθουμε τι συμβαίνει. Η Τασώρω είχε ένα κατρουγυάλι για τις ανάγκες της, μα ήταν παμπάλαιο και τσιμποχειλιασμένο, δηλαδή, ξεφτισμένο γύρω στο «χείλος» με πολλά μικροσπασίματα αιχμηρά, που το καθιστούσαν άκρως επικίνδυνο. Η γριά όμως αρνείτο κατηγορηματικά να το αποχωριστεί. Ήταν, λέει, κειμήλιο από την προίκα της! Το είχε αγοράσει ο πατέρας της από την Πάτρα κατακαίνουριο κι αστραφτερό, πήλινο μεν, πανέμορφο και στολισμένο με ζωγραφιές δε! Ε, με τι καρδιά να το αποχωριστεί έστω κι αν πάλιωσε; Μ’ εκείνο μεγάλωσε και τα παιδιά της, μια ζωή το είχε, κομμάτι της ζωής της. Μήπως, άλλωστε, υπήρχε περίπτωση να αγοράσει άλλο; Πού θα πηγαίνει για την ανάγκη της τη νύχτα; Κάτω από τις συκιές να παρθεί από τα ανεραϊδικά; Άσε που γύρω-γύρω ήταν κόσμος… Τι ήθελε η νύφη της, να γίνει ρεζίλι γριά γυναίκα; Εκείνο το βράδυ, όμως, το χρησιμοποίησε ο μικρός γιος της Αθηνάς, με αποτέλεσμα να κοπεί και να γεμίσει αίματα, εξ ου οι φωνές και ο καβγάς. Είχε προχωρήσει πολύ η νύχτα, όταν ηρέμησαν τα πνεύματα και γυρίσαμε όλοι να κοιμηθούμε πια. Ομολογώ, όμως, ότι δεν θυμάμαι αν τελικά η γριά-Τασώρω κατόρθωσε να γλιτώσει το κατρουγυάλι της από τη μανία του γιου και της νύφης, που επέμεναν να το καταστρέψουν!

Ήταν κι αυτή μια εποχή από αυτές που δεν ξαναγυρίζουν... Κάθε σπιτικό που... σεβόταν τον εαυτό του, διέθετε και το κατρουγυάλι του, όντως απαραίτητο, μια και οι τουαλέτες -τουλάχιστον με τη σημερινή τους μορφή- ήταν σπάνιο είδος!

Καλό σας Μήνα και Καλό Δεκαπενταύγουστο σε όλους!

Με την αγάπη μου πάντα,
δ.μ.τ.