Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Ο γέρος και το δισάκι του

Γράφει η Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά


Γνωρίζω ότι προκάλεσα λύπη κι ίσως προβλημάτισα με το κείμενο του προηγούμενου μήνα για το Γέρο και τη καρέκλα, όπου έθιξα το πολύ σοβαρό θέμα τής (έλλειψης;) φροντίδας των γερόντων. Όμως, ένα τόσο μεγάλο, σοβαρό και πάντα επίκαιρο θέμα, δεν εξαντλείται σε ένα ούτε δυο κείμενα.
Η Σιμόν Ντε Μποβουάρ (19/01/1908-14/04/1986), διάσημη Γαλλίδα φιλόσοφος, διανοούμενη και συγγραφέας, στο βιβλίο της «Τρίτη Ηλικία», ασχολείται αποκλειστικά με το τεράστιο αυτό θέμα, όπου έχει απασχολήσει κι εξακολουθεί να απασχολεί όλες τις κοινωνίες, σε όλες τις εποχές. Μέσα από μελέτες και έρευνες, καταδεικνύει το πώς μεταχειρίζονταν τους ηλικιωμένους για αιώνες σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης! Όταν το διάβασα για πρώτη φορά, κι ήμουν πολύ νέα τότε, (έκτοτε με την ωριμότητα το επισκέφθηκα πολλές φορές)  συγκλονίστηκα στην κυριολεξία, βλέποντας ποια η μοίρα των ηλικιωμένων...
Εκείνο που δεν μπόρεσα μέχρι σήμερα να ξεπεράσω ότι σε αρκετές φυλές, όταν ο γέρος δεν μπορούσε πια να προσφέρει στην οικογένεια αρκετή εργασία, ώστε να καλύπτεται το ψωμί που έτρωγε, τον έπαιρνε ο μεγαλύτερος γιος, του έδινε ένα δισάκι που είχε μέσα αρκετό ψωμί και νερό για 2-3 μέρες μόνο και μετά από πολύ μεγάλη πορεία  φτάνανε στην κορυφή του πιο ψηλού βουνού της περιοχής, όπου και τον εγκατέλειπε στη μοίρα του, καταδικάζοντάς τον να πεθάνει από τον αργό και οδυνηρό θάνατο πείνας και δίψας, εκτός φυσικά κι αν προλάβαινε να τον κατασπαράξει κάποιο εξ ίσου πεινασμένο άγριο ζώο!
Οι γυναίκες είχαν καλύτερη τύχη γιατί σε ό,τι ηλικία κι αν ήταν μπορούσαν ακόμα να βγάλουν το μετρημένο ψωμί που έτρωγαν, προσέχοντας τα μικρά παιδιά ή κάνοντας άλλες μικροδουλειές γύρω στην κατοικία.
Εδώ φυσικά δεν υπάρχει περιθώριο χώρου/χρόνου για εκτενή αναφορά στο υπέροχο αυτό βιβλίο, ήθελα όμως να σας δώσω μια μικρή ιδέα για τον τρόπο, με τον οποίο οι κοινωνίες των λαών φέρνονταν στους γερόντους.
Πριν λίγα χρόνια, είχα δώσει μια δημόσια διάλεξη εδώ στη Μελβούρνη, μέσω του Συνδέσμου Ελλήνων Συγγραφέων, με θέμα: «Η Μοναξιά των Ηλικιωμένων». Σε κείνη τη διάλεξη, αναφερόμενη σε πραγματικά περιστατικά από τις επαγγελματικές και κοινωνικές μου εμπειρίες,  επιχείρησα να δώσω μια μικρή μόνον εικόνα τού τι συμβαίνει στη Μελβούρνη, εδώ που ζω.
Εδώ όμως σήμερα, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας,  τι άλλο παρά  μια ακόμα θύμηση, κάτι που συνέβη πολλά χρόνια πριν εκεί..., στον δικό μας τον τόπο, σε διπλανό χωριό και σας διαβεβαιώ ότι για κείνα τα δύσκολα χρόνια δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό..
Ο Μίμης και η Ευανθία, Βανθία όπως την έλεγε εκείνος, είχαν ένα τσούρμο παιδιά, «όσα είχε η κοιλιά μου τα γέννησα», έλεγε η Βανθία. Με φτώχεια κι ανέχεια, αλλά και σκληρή δουλειά, όπως όλες οι φαμελιές εκείνα τα χρόνια  μεγάλωσαν τα παιδιά, παντρεύτηκαν όλα, τα περισσότερα εκεί στο νησί, ένας γιος στη Αθήνα κι ένας στο Μεσολόγγι. 
Έμειναν μόνοι ο Μίμης και η Βανθία.
Κάποτε, οι γιοι στο χωριό απαίτησαν από το γέρο να μοιράσει εν ζωή, την περιουσία που είχε στα παιδιά του, κάνοντας εικονική πώληση, κάτι συνηθισμένο, τουλάχιστον για τότε. Όλοι συμφώνησαν, εκτός από τη μεγάλη κόρη.
-Όχι πατέρα,  μην κάνεις τέτοιο πράγμα, γιατί θα σας πετάξουν και θα μείνετε στο δρόμο με τη μάνα. Μα η πίεση είναι μεγάλη... Αρχίζουν προστριβές ανάμεσα στ’ αδέλφια, άρχισαν ήδη να μαλώνουν για τη μοιρασιά, μαλώνουν μεταξύ τους και όλοι μαλώνουν  το γέρο Μίμη και τη Βανθία.
Οι γιοι κάλεσαν και τους δυο, που ζούσαν εκτός του νησιού, για ενίσχυση. Κι όλοι μαζί πιέζουν, όχι πάντα με τον καλύτερο τρόπο, το γέρο και τη γριά, αφού κι αυτή είχε ένα μεγάλο αμπέλι από την προίκα της. Άδικες οι προσπάθειες της κόρης τόσο προς τα αδέλφια, ν’ αφήσουν τους γέρους ήσυχους, όπου νάναι θα πεθάνουν και θα πάρουν ό,τι τους βγαίνει, αλλά και στους γονείς, που από τη μια ο φόβος πως, αν δεν συμμορφωθούν, θα τους εγκαταλείψουν στην τύχη τους, λες και τώρα γνοιάζονταν καθόλου, από την άλλη οι πιέσεις, τελικά ενέδωσαν κι έγινε το θέλημα τους.
Πριν καλά σύρουν τους γέρους στο Συμβολαιογραφείο, είχε ξεσπάσει άγριος  πόλεμος ανάμεσα στους κληρονόμους για το τι θα γράψουν στον καθένα.
Μέχρι να έλθει η ώρα, ούτε καλημέρα δεν έλεγαν τ’ αδέλφια μεταξύ τους, άφησαν τις απειλές στους γέρους, που τους είχαν σίγουρους πλέον κι άρχισαν μεταξύ τους τα βάρβαρα κι απάνθρωπα θα...θα...
-…δε θα προλάβεις να τα χαρείς, γιατί θα σε καθαρίσω..., θα σου βγάλω τα άντερα και θα τα κάμω γαρδούμπα..., θα σε ξεκοιλιάσω και θα κρεμάσω τα άντερα σου στη πόρτα σου, να τα βλέπουν όλοι... κι άλλες τέτοιες...φιλοφρονήσεις και αβρότητες.
Με την επέμβαση του Ενωματάρχη, πήγαν μόνοι στο Συμβολαιογράφο οι γέροι κι ό,τι καλύτερο μπορούσαν, ώστε να ευχαριστήσουν όλους έκαναν, μένοντας εκείνοι επί ξύλου κρεμάμενοι στο έλεος τέκνων που τα αισθήματα τους κάθε άλλο παρά ανθρώπινα...
Και τότε άρχισε ο Γολγοθάς. Ένα καρβέλι ψωμί να ζητούσε ο γέρος από τη νύφη, «να πας στον άλλο σου γιο, να του ζητήσεις που τούγραψες το καλύτερο κομμάτι». Λίγο μούστο γύρεψε η γριά που πατούσε σταφύλια άλλος γιος για να κάμει πετιμέζι, φάρμακο βήχα για το Χειμώνα, ή ακόμα να έχει να βάλει στις τηγανίτες ή να κάνει δυο παξιμάδια, η ίδια αντίδραση.
Στην απελπισία τους, έγραψαν στους γιους που ήταν Αθήνα και Μεσολόγγι, εκλιπαρώντας βοήθεια, για να μην πεθάνουν της πείνας. Ήταν περήφανοι άνθρωποι και ντρέπονταν να ζητήσουν κάτι από γειτόνους, μολονότι πολλοί γείτονες τους λυπόταν κι όλο και τους έδιναν από τα λιγοστά που είχαν κι εκείνοι.
Ήλθαν οι γιοι, αγανακτισμένοι που για δεύτερη φορά υποχρεώνονταν να κάνουν «τέτοιο» ταξίδι. Για να λέμε την αλήθεια, δεν ήταν εύκολα τα ταξίδια Αθήνα-Ζάκυνθος  ή και από αλλού εκείνα τα χρόνια. Αφού έγιναν κάμποσα οικογενειακά – επεισοδιακά συμβούλια, κατέληξαν πως κάθε γιος είχε υποχρέωση να παίρνει το γέρο για έξη μήνες και το ίδιο διάστημα άλλος θα έπαιρνε τη γριά. Αυτή η... αλλαξιά θα γινόταν δυο φορές το χρόνο, αλλά οι γέροι, δυστυχώς, σπάνια θα βλέπονταν μεταξύ τους...
Πόσο απάνθρωπο να χωρίζεις δυο γέρους ανθρώπους στα στερνά τους... Για τη Βανθία, κάπως, ας πούμε πιο εύκολο, με την έννοια πως σαν  γυναίκα μπορούσε κουτσά-στραβά να φροντίσει για την ιδιαίτερη προσωπική της φροντίδα. Φοβερά δύσκολο για το Μίμη. Καμιά από τις νύφες ή κι από τους γιους δεν ήταν διατεθειμένοι να τον βοηθήσουν έστω και να λουστεί λίγες φορές το χρόνο, ούτε να του μπαλώσει τα τσουράπια ή το σκισμένο ρούχο... Στο αχυρόσπιτο τού έβαλαν ένα ντιβάνι... Μύριζε, μύριζε άσχημα ο φουκαράς ο γέρος από την απλυσιά του κορμιού και των ρούχων... Όποτε τα κατάφερνε, έβγαζε λίγο νερό από το πηγάδι και προσπαθούσε να πλένει το σώβρακο του. Το άπλωνε στο φράχτη και φώναζε η νύφη πως φαίνεται από το δρόμο και τους ντροπιάζει... Μια φορά μόνο τόλμησε ο Μίμης να διαμαρτυρηθεί και να πει «ας μη με χωρίζατε από τη γριά, να μου το έπλενε εκείνη ή πλύνε το εσύ...». Με τη σπρωξιά που έφαγε από το γιο...έπεσε κάτω κι έσπασε το χέρι του σε δυο μεριές...
Εδώ θα σταματήσω. Ήταν θλιβερό το τέλος του γέρου και δε θέλω να σας μελαγχολήσω περισσότερο... Θα σας αφήσω με μια δική μου απορία μόνο: Μήπως ήταν καλύτερα τότε, εκεί που ο γιος έπαιρνε το γέρο με το δισάκι και τον πήγαινε στο βουνό; Όσο οδυνηρός ο θάνατος εκεί, στις πρωτόγονες φυλές, ίσως, πιο σύντομος  από αυτόν των... πολιτισμένων.
Με την αγάπη μου πάντα σε όλους,
δ.μ.τ.

[Εικαστικό σχόλιο στο διήγημα: Γέρος σε θλίψη, στο κατώφλι της αιωνιότητας. Έργο Βαν Γκογκ]