e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μ. Ζ. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2009

Οι ορθόδοξες διαστάσεις του Χριστιανικού Ναού


[Λόγος του π. Παναγιώτη Καποδίστρια, κατά την θεία Λειτουργία των Θυρανοιξίων
του ιερού Παρεκκλησίου των Παμμεγίστων Ταξιαρχών και Νικολάου
στο Μπανάτο Ζακύνθου, 6 Δεκεμβρίου 2009]

«Ο ναός του Θεού άγιός εστιν»
(Α΄ Κορ 3, 17α)

Με αγαλλίαση ψυχής και αναπεπταμένο τον νου και την καρδιά μας τελούμε σήμερα την πρώτη Ευχαριστιακή Σύναξη στο νεόδμητο τούτο Παρεκκλήσιο των Παμμεγίστων Ταξιαρχών και Νικολάου, το οποίο ανήγειρε εκ βάθρων η αγάπη της Οικογενείας Παναγιώτου και Αντωνίας Στραβοπόδη, εις μνήμην του μακαριστού και αείμνηστου υιού τους Μιχαήλ.

* * *

Όταν ιδρύεται ένα νέο «προσευκτήριο», ένα «κυριακό», όπως αλλιώτικα η εκκλησιαστική παράδοση έχει ονομάσει τον Οίκο του Θεού, συναγάλλονται και συγχορεύουν Ουρανός και Γη, διότι μέσα σε αυτό το κτίριο συναντώνται κι ενοποιούνται με μια σχέση εξαιρετικά συγκλονιστική, ο μηδαμινός και συχνότατα βαλτωμένος στην αποστασία του άνθρωπος με τον Ύψιστο Σωτήρα του.

Στον Χριστιανικό Ναό ο εισερχόμενος συνεχώς ανεβαίνει. Μοιάζει με σκάλα ο Ναός, που ανεβάζει στον Ουρανό και θεώνει, όσους πραγματικά το επιθυμήσουν.

Μόλις ανέβει ο συνειδητός πιστός τα σκαλοπάτια του Πρόναου, «πάσαν την βιοτικήν αποθέμενος μέριμναν», έχει κάμει το πρώτο και καθοριστικό βήμα προς την σωτηρία του. Έχει αφήσει πίσω του το φρόνημα του έξω βροχερού κόσμου και αποζητά την κάθαρση, τη νίψη της ψυχής του δια των τελεσιουργούμενων εδώ Μυστηρίων.

Εισερχόμενος στον Κυρίως Ναό, «στ’ ανάκτορα μπαίνει των ουρανών», σύμφωνα με την ποιητική έκφραση του ιερού Χρυσοστόμου. Εδώ, υπό το ακοίμητο βλέμμα της Κυρίας Θεοτόκου και όλων των Αγίων, οι οποίοι παραστέκουν στις κύκλωθεν Εικόνες, προετοιμάζεται και καθαρίζεται (το κατά δύναμιν) για την πολυποθούμενη Συνάντηση.

Φθάνει, λοιπόν, η στιγμή για την ανάβαση στο τελευταίο σκαλοπάτι, που τον φέρνει «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης» στο Άγιο Ποτήριο, στην συνάφεια και κοινωνία με τον Ουρανό!

Πραγματικά! Αφού ο εκούσια προσφερόμενος και θυσιαζόμενος Κυριάρχης του αγιασμένου τούτου κτιρίου είναι αιώνιος, όποιος κοινωνεί μαζί Του, αφενός μεν καθίσταται «ναός χριστοφόρος» (κατά Χρυσόστομον), αφετέρου δε προγεύεται τον μεταϊστορικό Χρόνο, την εσχατολογική μακαριότητα Εκείνου, ελπίζοντας στην ατελεύτητη ζωή κοντά Του και αναπνέοντας από εδώ και τώρα την δόξα της ουράνιας πατρίδας, την επανεύρεση του απωλεσμένου πολιτεύματος.

Ένα καράβι, μια κιβωτός είναι ο Ναός, που ταξιδεύει μες από θύελλες και νηνεμίες, σώο και αβλαβές προς την θεία δόξα. Κυβερνήτης στο πηδάλιο της Εκκλησίας στέκει ο ίδιος ο Χριστός. Πλήρωμά του όλοι εμείς οι Χριστιανοί. Γι’ αυτό ακριβώς, προσευχόμενοι Τον παρακαλούμε: «Οδήγησον ημάς επί λιμένα θελήματός σου» (ευχή β΄ Εσπερινού) και «το πλήρωμα της Εκκλησίας σου φύλαξον» (ευχή οπισθάμβωνος).

Εκείνο πάντως, που, πριν και πάνω απ’ όλ’ αυτά, δεν πρέπει ποτέ να λησμονάμε είναι, ότι κατά κύριο λόγο εμείς οι πιστοί, που απαρτίζουμε την Εκκλησία, αποτελούμε τους αυθεντικούς Ναούς, τα σκηνώματα του Αγίου Πνεύματος.

«Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού εστέ και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν;», τονίζει ευστοχότατα προς τους Κορινθίους μαθητές του ο Απόστολος Παύλος και άλλοτε πάλι, με ιδιαίτερη έμφαση, επιμένει: «Το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστιν» (Α΄ Κορ 3, 16 και 19). Μέσα όμως στο υλικό κτίσμα οικοδομούμαστε πνευματικά, παιδαγωγούμαστε εις Χριστόν, ανακαλύπτουμε την καταγωγή και τον προορισμό μας, διαπερνά την ύπαρξή μας «φως ιλαρόν αγίας δόξης», αναγεννιόμαστε, ή, κατά τον Απόστολο Παύλο, γινόμαστε «Θεού συνεργοί, Θεού γεώργιον, Θεού οικοδομή».

Αυτές με κάθε δυνατή συντομία είναι οι ορθόδοξες διαστάσεις του Χριστιανικού Ναού. Αποτελεί χώρο συνάντησης και αγάπης. Δεν εχθρεύεται κανέναν, μήτε διχάζει τους ανθρώπους. Για τον Θεό είναι όλοι ίσοι. Αγκαλιάζει κι ενώνει τους πάντες, δίχως καμιάν απολύτως εξαίρεση ή διάκριση, δεδομένου ότι «το φως Χριστού φαίνει πάσι», με σκοπό να υπάρξει εντέλει «μία ποίμνη, εις ποιμήν» (Ιω 10, 16).

Είναι όμως βέβαιο, ότι, στον καιρό της αποκαθήλωσης των αξιών και των συμβόλων, κάποιοι σύγχρονοι σταυρωτές του Χριστού, θα προβάλουν και πάλι την αντίρρησή τους:
-Ακόμη εκκλησίες; Ναοί στον εικοστό πρώτο αιώνα;

Η δική μας απάντηση, νηφάλια (επειδή προσβλέπει στο πέραν της Ιστορίας) και ακλόνητη (επειδή εδράζεται στην συμπαγή Παράδοση τόσων αιώνων) είναι αυτή:
-Ναι, ακόμη Ναοί! Τώρα και πάντα! Σήμερα ιδιαίτερα, που διανύουμε παράδοξους καιρούς, η Ορθοδοξία ορθώνει αποξαρχής -όπου χρειάζεται- τους οδηγητικούς της φάρους. Όχι ως ένδειξη επικυριαρχίας έναντι ουδενός, αλλά ως σημεία ενότητας και αγάπης και διακονίας του συνανθρώπου. Στερεώνει πάνω τους το ιερό της σύμβολο, τον Σταυρό, καλώντας έτσι σ’ επανευαγγελισμό ψυχών πλανευομένων και διασώζοντας συνάμα από την απώλεια το λεκιασμένο ανθρώπινο πρόσωπο. Αυτό, άλλωστε, υπήρξε ανέκαθεν και το έργο όλων των θεοφόρων εκκλησιαστικών Πατέρων: Ασίγαστη αγωνία και μέριμνά τους ήταν (έναντι μαρτυρίου συνείδησης ή και αίματος πολύ συχνά) «νύκτα και ημέραν», να στρέψουν «ένα έκαστον» στη θέα του Θεού, να τον πείσουν να εισέλθει στο ιατρείο των ψυχών, στον Χριστιανικό Ναό δηλαδή, όπου εύρισκε πάντοτε την θεραπεία από τους παντοειδείς πόνους των παθών, την στοργή και την σιγουριά της γονεϊκής αγκαλιάς.

Είναι καιρός -πιστεύουμε- να οργανωθεί η ζωντανή (και όχι φολκλορική) επιστροφή μας στον ευλογημένο χώρο των Ναών μας. Έξω από την Εκκλησία, ο άνθρωπος συνθλίβεται οργανικά και συντρίβεται πνευματικά. Αντίθετα, μέσα στον Ναό τού διαρκώς εν Τριάδι Αποκαλυπτόμενου Θεού ουδείς ποτέ θα τον μειώσει ως Πρόσωπο, μήτε ποτέ θα επιχειρήσει να τού φορέσει Προσωπείο. Μέσα εδώ θα οχυρωθεί, θα ορθανοίξει τα σύμπαντά του, θα εκφράσει τα όποια συμβαίνοντα στα μύχια της καρδιάς του, θα γιατρευτεί, εντέλει θα σωθεί.

Αυτή ακριβώς η Επιστροφή αποτελεί -ομολογουμένως- από μόνη της μια Πρόκληση. Συνήθως οι σύγχρονοι άνθρωποι αρεσκόμαστε στις προκλήσεις. Τι λέτε; Θ’ ανταποκριθούμε σ’ ετούτην εδώ;

* * *

Κατακλείοντας αυτές τις σκέψεις, δεν έχουμε παρά να στραφούμε προς τους Αξιότιμους Δωρητές της νέας ετούτης ιερής στέγης. Οφειλέτες είμαστε -πράγματι- άπαντες στην καλή και υποδειγματική Οικογένεια των συντοπιτών μας, ότι δεν οικοδόμησαν ναό σ’ ένα προσωπικό τους κτήμα κι ενδεχομένως για ιδιωτική / ψυχολογική τέρψη, αλλά σ’ έναν τόπο, ο οποίος ανήκει ιδιοκτησιακά στο νομικό πρόσωπο της Ενορίας μας, όπου μάλιστα υπήρχε παλαιόθεν το νεκροταφειακό ναΰδριο του Αγίου Νικολάου και το οποίο -ως γνωστόν- αφανίσθηκε κατά τους Σεισμούς του 1953. Έτσι, η αξιομνημόνευτη πράξη της Οικογενείας Στραβοπόδη λαμβάνει άλλες διαστάσεις και αφορά πλέον ως προσφορά σε όλους μας, παρελθόντες - σύγχρονους και μέλλοντες, διότι αφενός μεν αναζωπυρώνει την μνήμη ενός παλαίφατου παρεκκλησίου μας, αφετέρου δε πρόκειται να υπάρχει ως τόπος λατρευτικός του κοινού της περιοχής μας πολύ-πολύ μετά από όλους εμάς, εις το διηνεκές.

Αναγνωρίζοντας λοιπόν την σημαντικότατη αυτή προσφορά των Στραβοποδαίων στην Ενορία μας, το Εκκλησιαστικό μας Συμβούλιο, στην Συνεδρίασή του της 28ης Νοεμβρίου 2009, αποφάσισε να τους απονείμει την ύψιστη τιμή που θα μπορούσε: Ανακηρύσσει τον κ. Παναγιώτη και την κ. Αντωνία Μεγάλους Ευεργέτες της Ενορίας, τίτλο που διαχρονικά έχει απονείμει με φειδώ σε τρεις μόνον προηγούμενες περιπτώσεις.

Ευχόμαστε και προσευχόμαστε από βάθους αγαλλομένης καρδίας, οι Άγιοι Ασώματοι Ταξιάρχες και ο σήμερα τιμώμενος Άγιος «της γης και του πελάγους», Αρχιεπίσκοπος των Μυρέων Νικόλαος ο θαυματουργός, να περιφρουρούν τη ζωή και τα έργα τόσο των Ευεργετών μας όσο και όλων μας, ώστε, με μακρότητα ευλογημένων χρόνων, να βιώνουμε το θαύμα των Μυστηρίων του Θεού, εντός του ιερού τούτου νέου κτίσματος!

Άξιοι πάντοτε!