Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Επίτιμος Καθηγητής του ΑΤΕΙ Ιονίων Νήσων ο Μητροπολίτης Ζακύνθου Χρυσόστομος





Κατά την διάρκεια της αποψινής τιμητικής εκδήλωσης για την τριπλή επέτειο του Μητροπολίτη Ζακύνθου κ. Χρυσοστόμου και την παρουσίαση του Τιμητικού - Επιστημονικού Τόμου "Φιόρα Τιμής" έγινε η Ανακήρυξή του σε Επίτιμο Καθηγητή του ΑΤΕΙ Ιονίων Νήσων και μάλιστα του Τμήματος Τεχνολογίας Περιβάλλοντος και Οικολογίας (που εδρεύει στη Ζάκυνθο), η ίδρυση του οποίου οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στον ίδιο τον Μητροπολίτη.
Για την προσωπικότητα του τιμωμένου μίλησε από καρδιάς ο Πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής Καθηγητής Γιώργος Καλκάνης, ενώ το σχετικό ψήφισμα ανέγνωσε ο Προϊστάμενος του Τμήματος Τεχνολογίας Περιβάλλοντος Καθηγητής Αριστοτέλης Μαρτίνης.
Μετά τα καθιερωμένα, ο κ. Χρυσόστομος -κατά τα ειωθότα παρόμοιων απονομών- έλαβε τον λόγο και ομίλησε ως εξής:

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ
τοῦ Μητροπολίτου Ζακύνθου Χρυσοστόμου

Μέ χαρά καί εὐχαρίστηση ἀποδέχομαι τήν σέ Ἐπίτιμο Καθηγητή Ἀνακήρυξή μου ἀπό τό Τμῆμα Τεχνολογίας Περιβάλλοντος καί Οἰκολογίας. Ἡ τιμή, ἀποβλέπει -θεωρῶ- πρός τήν Ἐκκλησία, ἐπειδή, ὅ,τι καί ἄν πράξουμε ἐμεῖς οἱ χοϊκοί καί πεπερασμένοι, ἐκ τῆς Χάριτος τοῦ Οὐρανοῦ ἀπορρέει ὡς δωρεά. Καί, σύμφωνα μέ τό ἱερό λόγο, «δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν δότε». Κατά συνέπειαν, ὁ ὁμιλῶν προσφέρει, ὄχι ἐξ ἰδίων, ἀλλ’ ἐκ τῶν δωρεῶν τοῦ Ποιητοῦ τῆς ὑπάρξεώς μας.
Συμμετείχαμε ὄντως ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεών μας στόν ἀγώνα ἱδρύσεως καί συνεχίζομε νά ἐργαζόμαστε ὅπου μᾶς ζητηθεῖ στήν ἀγωνία προόδου τοῦ περιβαλλοντικοῦ Τμήματος Α.Τ.Ε.Ι. τοῦ νησιοῦ μας, καθώς ἔχουμε πεισθεῖ γιά τήν ἀναγκαιότητα εὐαισθητοποιήσεως ὅλων, ἀλλά κυρίως τῆς νέας γενιᾶς περί τά οἰκολογικά προβλήματα, γιά τά ὁποῖα, ἐν συντομίᾳ πολλῇ, κάνω εὐθύς ἀμέσως ὁρισμένες θεολογικές σκέψεις:

Μέχρι τήν ἐποχή μας, ἀπό πολλές πλευρές ἀκούγεται ἡ ἄποψη περί δυνατότητος αὐτοϊάσεως τοῦ τραυματισμένου οἰκοσυστήματος. Καί δικαίως. Μέχρι πρότινος κάτι μποροῦσε νά κατορθωθεῖ. Ἤδη, κατά τίς ἐπισημάνσεις τῶν εἰδικῶν, οἱ δυνατότητες διορθώσεως ἐξαντλοῦνται δραματικῶς.

Κατά τήν χριστιανική θεώρηση τῶν πραγμάτων, ἡ θεία Χάρη ἔχει ἐκφρασθεῖ πρός τό ἀνθρώπινο γένος «πολυμερῶς καί πολυτρόπως». Τά δημιουργήματα τοῦ Σύμπαντος, μέ ἀνώτερο τόν Ἄνθρωπο, ἐξῆλθαν «καλά λίαν» ἀπό τά χέρια τοῦ Πλάστη. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως ἐπαναλαμβάνει τήν παρακοή τῶν Πρωτοπλάστων.

Ὁ ὁμιλῶν ἔχει καί σέ ἄλλες εὐκαιρίες παρατηρήσει, ὅτι τό οἰκολογικό πρόβλημα (τό ὁποῖο κατά πολλούς εἶναι ἕνα πρόβλημα πολιτικό), εἶναι σέ τελική ἀνάλυση πρόβλημα κυρίως π ν ε υ μ α τ ι κ ό. Συγκρούεται ξανά ὁ ἰδεαλισμός μέ τόν ὑλισμό. Ὁ ἄνθρωπος, ἀποτελούμενος ἀπό τήν ψυχή καί τό σῶμα, ἀπό στοιχεῖα πνευματικά δηλαδή καί ὑλικά, εἶναι ὑποχρεωμένος νά τηρεῖ μιάν ἁρμονία μεταξύ τῶν δύο. Ἐάν ἡ ἀξία τοῦ ἑνός συνθετικοῦ ἀπορροφηθεῖ ἀπό τό ἄλλο, ἐάν ἡ ψυχή δηλαδή ὑπερκεράσει τό σῶμα, ἤ, ἐάν στό σῶμα δοθεῖ ἔμφαση μεγαλύτερη ἔναντι τῆς ψυχῆς, τότε διασαλεύεται ἐπικίνδυνα ἡ ἰσορροπία, τήν ὁποίαν ὅρισε ὁ Δημιουργός καί κατά συνέπειαν ἐκπίπτομε θεολογικῶς, εἴτε στό στρατόπεδο τῶν εὐσεβιστῶν, εἴτε στό στρατόπεδο τῆς λατρείας τῆς ὕλης, σέ δυό ἀκραῖες πάντως καταστάσεις, καταδικασμένες στήν συνείδηση τῆς αὐθεντικῆς Ὀρθοδοξίας.
Κατ’ ἐπέκτασιν τῆς συλλογιστικῆς μας αὐτῆς, μόλις ὁ ἄνθρωπος ἐθεώρησε, ὅτι τό φυσικό περιβάλλον, μέ τό νά τό ὑποτάξει στίς ὀρέξεις του, θά ἠμποροῦσε νά τοῦ παρέχει ὅλο καί περισσότερα, ἄρχισε μεταξύ τους μιά ἰδιάζουσα σχέση, ἀφύσικη: Ὁ ἄνθρωπος διαρκῶς λήστευε, δυνάστευε τό περιβάλλον καί ἐκεῖνο, ἀμυνόμενο νά κρατήσει τήν ἁρμονία του, ἄρχισε ν’ ἀντιδρᾶ.
Τούς πικρούς καρπούς τῆς δεύτερης αὐτῆς πτώσεως γευόμαστε ὅλοι μας καί -δυστυχῶς- θά γεύονται καί τά παιδιά τῶν ἑπομένων γενεῶν. Ἐντός ὀλίγου δέν θά μποροῦμε πιά νά ζήσουμε ἐπάνω στή γῆ. Ἐξόριστοι ἀπό τό φυσικό μας περιβάλλον, τό ὁποῖο λεηλατήσαμε (πολλές φορές μάλιστα, ἀποδιωγμένοι καί ἀπό τόν ἴδιο μας τον ἑαυτό) ψάχνομε νά εὕρουμε τόπο κατάλληλο, ὥστε ἐκεῖ νά κρύψουμε τήν γυμνότητά μας.
Ἐάν ὁ ἄνθρωπος σεβόταν τά ἐν σοφίᾳ ποιήματα τοῦ Θεοῦ μέσα στόν κοινό Κῆπο-Κόσμο μας, ἐάν διέκρινε πίσω ἀπό τό κάθε κτίσμα τήν μυστική ἐνέργεια τοῦ Δημιουργοῦ, τότε θά προσέδιδε στά πράγματα τοῦ Περιβάλλοντος τήν σημασία πού τούς ἀνήκει. Ἀντιθέτως, πασχίζει ὅλο καί περισσότερο νά ἐκμεταλλευθεῖ τήν κάθε πτυχή καί δυνατότητα τοῦ οἰκοσυστήματος, προσβάλλοντας ἔτσι μέ βάναυσο τρόπο τίς ὁριοθετήσεις τοῦ Δημιουργοῦ. Τό πρόβλημα ἔγκειται σέ αὐτό ἀκριβῶς: Χάνοντας τήν πνευματικότητά μας, μεταθέσαμε τό κέντρο βάρους τοῦ ἐνδιαφέροντός μας στήν θεοποίηση τῆς ὕλης, γι’ αὐτό καί παταγωδῶς ἀποτύχαμε ὡς ὑπάρξεις καί πολιτισμός.

Ἡ συστράτευση τῶν χριστιανικῶν δυνάμεων ἔναντι τοῦ προβλήματος ἔχει ἀνθίσει καί ἐξελιχθεῖ ἱκανοποιητικῶς κατά τήν τελευταία εἰκοσαετία. Πρῶτος διδάξας ὁ μακαριστός Πατριάρχης Δημήτριος. Εἶναι γνωστόν, ὅτι τό 1989, ἐπί τῆς πατριαρχίας του καθιερώθηκε ἡ 1η Σεπτεμβρίου κάθε ἔτους ὡς ἡμέρα ἀναπέμψεως προσευχῶν γιά τήν προστασία τοῦ περιβάλλοντος. Μ’ ἕνα ἐμπνευσμένο Μήνυμά του ἐπεσήμανε τήν ἀναγκαιότητα τῆς πρωτοβουλίας αὐτῆς, προτρέποντας μάλιστα τούς μέν πιστούς, νά νουθετοῦν σχετικῶς καί τά παιδιά τους, τούς δέ κυβερνῆτες τῶν λαῶν, νά μή χρονοτριβοῦν στήν προστασία καί διάσωση τῆς φυσικῆς δημιουργίας.

Στό σημεῖο αὐτό θά μνησθοῦμε τῶν οἰκολογικῶν πρωτοβουλιῶν τοῦ σημερινοῦ Πρώτου τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ὁ ὁποῖος, ἀμέσως μόλις ἀνέλαβε τά ἡνία τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τό 1991, υἱοθέτησε τά οἰκολογικά ὁράματα τοῦ προκατόχου του. Εἶναι τέτοιας σημασίας οἱ δραστηριότητές του ὑπέρ τοῦ Περιβάλλοντος, ὥστε ἡ διεθνής κοινότητα, ἀναγνωρίζοντας τήν συμβολή του στήν μεγάλη ὑπόθεση τῆς εὐαισθητοποιήσεως τοῦ σύγχρονου κόσμου ὑπέρ τῶν δικαίων τῆς Κτίσεως, τόν ἔχει ὀνομάσει «Πράσινο Πατριάρχη» γιά ὅσα σκέπτεται καί πραγματοποιεῖ, συνεπικουρούμενος ἀπό τήν Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδο τοῦ Φαναρίου ὑπέρ τοῦ κοινοῦ στόχου.

Ἔκτοτε ἡ Ὀρθόδοξη Βιβλιογραφία πλήθει σοβαρότατων και ἐμπεριστατωμένων θεολογικῶν μελετῶν γιά τό ἐν λόγῳ θέμα, διαρκῶς μάλιστα ἐμπλουτίζεται μέ νεώτερες καταθέσεις.
Ἀξίζει ν’ ἀναφερθεῖ, ὅτι ὁ ὁμιλῶν ἔχει ἀπό τοῦ Ὀκτωβρίου 2007 εἰσηγηθεῖ στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅτι θά μπορούσαμε ὡς Συνοδικό Σῶμα νά προβοῦμε σέ ὁρισμένες κινήσεις εὐαισθητοποιήσεως τοῦ λαοῦ μας, δεδομένου ὅτι ὁ ρόλος μας εἶναι πνευματικός καί ἡ Ἐκκλησία μας μόνον ὡς Μητέρα δύναται νά νουθετήσει ἄρχοντες καί ἀρχόμενους. Ὁ σύγχρονος θεολογικός μας λόγος, εἶναι ἀνάγκη να γίνει κτῆμα ὅλων. Ξέχωρα ἀπό τό ὁτιδήποτε σκέπτεται ἤ ἤδη ἐφαρμόζει ὁ καθένας ἐξ ἡμῶν ἐντός τῶν ὁρίων τῆς ἐπισκοπικῆς του εὐθύνης, εἶναι ἀνάγκη νά ὑπάρξει ἕνα συνοπτικό corpus τῆς σύγχρονης «θεολογικῆς Οἰκολογίας». Ὁ περί Οἰκολογίας λόγος μας εἶναι ἀπαραίτητο νά γνωσθεῖ ἀπό μαθητές, σπουδαστές, φοιτητές καί ὅλους τούς νέους μας, ἐκπαιδευτικούς ὅλων τῶν βαθμίδων, κατοίκους τῶν πόλεων καί τῆς ὑπαίθρου, Κλῆρο και Λαό ἐν γένει.

Εὐχαριστῶ γιά τήν τιμή καί τήν ὑπομονή Σας καί μακάρι, ὁ καθένας ἀπό τόν χῶρο εὐθύνης του, νά κάμει τό δέον γενέσθαι ὑπέρ τοῦ Περιβάλλοντός του, δηλαδή ἐντέλει τοῦ ἴδιου του ἑαυτοῦ Του!
Γένοιτο!

Στην έκθεση φωτογραφίας για τον Ζακύνθου Χρυσόστομο





Στο φουαγιέ του Πολιτιστικού Κέντρου του Δήμου Αρκαδίων, εκεί όπου πραγματοποιείται σήμερα και αύριο το Α' Πανελλήνιο Συνέδριο για τις Προσκυνηματικές Περιηγήσεις, έχει στηθεί μια μικρή, αλλά αντιπροσωπευτική έκθεση φωτογραφιών της 15χρονης διακονίας του Μητροπολίτου Ζακύνθου Χρυσοστόμου στην γενέτειρά του, την μυροβόλο Ζάκυνθο.

Στο διάλειμμα του Συνεδρίου ο Ζακύνθου Χρυσόστομος ξενάγησε τους Προκαθημένους, Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόδωρο, Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Χρυσόστομο, Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερώνυμο, στην έκθεση αυτή, που φέρει την σφραγίδα του Ζακυνθίου φωτογράφου Χριστόδουλου Σούρμπη.



Εκκλησιαστικοί ιντερνετάνθρωποι επί το έργον!

Ο φακός μας τούς συνέλαβε επί το έργον! Πρώτος και καλύτερος ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων κ. Αμβρόσιος (είδηση η έλευσή του στη Ζάκυνθο!!!), ο οποίος αποτυπώνει με το κινητό του στιγμές του Συνεδρίου, μάλλον για το blog που συντηρεί!

Ο Αιμίλιος Πολυγένης αναμεταδίδει με το νετ-μπουκ στηριζόμενος ασφαλώς επί του αυτοκινήτου της Μητρόπολης Ζακύνθου για τη "Ρομφαία" του!

Ο Παναγιώτης Ανδριόπουλος (κι αυτός με το θαυματουργό νετ-μπουκ του) ολωσδιόλου χαμένος στη μετάδοση ειδήσεων στην "Ιδιωτική Οδό" του!!!

Στιγμιότυπα από την Α' Συνεδρία - Υποδοχή Πατριάρχη Αλεξανδρείας και Αρχιεπισκόπου Κύπρου





Μόλις ολοκληρώθηκε η πρωϊνή συνεδρία του Α' Πανελλήνιου Συνεδρίου για τις Προσκυνηματικές Περιηγήσεις, με την υψηλή παρουσία του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Θεοδώρου, του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου, του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου, του Αρχιεπισκόπου Σιναίου Δαμιανού και εκατοντάδων ιεραρχών, κληρικών, πανεπιστημιακών και πιστών.
Της πρώτης συνεδρίας προήδρευσε ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ. Αμβρόσιος (!!!) και ομίλησαν: ο Καθηγητής κ. Βλάσιος Φειδάς, ο Μέγας Πρωτοπρεσβύτερος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας π. Γεώργιος Τσέτσης και ο Αιδεσιμολογιότατος π. Ιωάννης Βερνέζος. Ακολούθησε εκτενής συζήτηση και η συνεδρία έκλεισε με χαιρετισμούς των Προκαθημένων.

Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ Προσκυνήματος και "Θρησκευτικού Τουρισμού"

Ὑπό ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΣΕΤΣΗ
Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου

(Εισήγηση κατά το Α΄ Πανελλήνιο Συνέδριο για τις Προσκυνηματικές Περιηγήσεις. Ζάκυνθος, 14 Νοεμβρίου 2009)


Στήν σημερινή ἐποχή τῆς καλπάζουσας παγκοσμιοποιήσεως, ὁ τουρισμός ἀποτελεῖ «μιά πολυεθνική καί πολυδιάστατη βιομηχανία (industry), ἕνα σημαντικό στοιχεῖο τῆς κοινωνικῆς, πολιτισμικῆς, πολιτικῆς καί οἰκονομικῆς πραγματικότητος τῆς ἐποχῆς μας» (1). Κατήντησε νά εἶναι μιά βιομηχανία ἡ ὁποία ἀναπτύσσεται μέ ταχύτατους ρυθμούς, συγκεκριμένα δέ κατά 23% ταχύτερα ἀπό ὁποιαδήποπτε ἄλλη δραστηριότητα. Βιομηχανία πού ἀπασχολεῖ, ποικιλοτρόπως καί σέ διάφορα ἐπίπεδα, ἕναν στούς κάθε ἐννέα κατοίκους τῆς γῆς, καί ἡ ὁποία ἀποφέρει τεράστια κέρδη, τά ὁποῖα ἀνέρχονται ἐτησίως περίπου σέ 3.5 τρισεκατομμύρια δολλάρια! (2)

Σύμφωνα μέ στοιχεῖα τοῦ «Περιβαλλοντικοῦ Προγράμματος τοῦ ΟΗΕ», (United Nations Environment Programme), σήμερα, σέ παγκόσμια κλίμακα, 950 ἑκατομμύρια ἀνθρώπων πορίζονται τά πρός τό ζῆν ἀπό τόν τουρισμό, ἐνῶ οἱ πρόσοδοι ἀπό τήν ἐνασχόληση αὐτή ἀντιπροσωπεύουν τό 10.5% τοῦ κατά κεφαλήν εἰσοδήματος, σέ παγκόσμια πάντοτε κλίμακα (3).

Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ὅτι ὁ τουρισμός διαδραματίζει πλέον ἕνα καθοριστικό ρόλο στήν ὅλη οἰκονομική ἀνάπτυξη μιᾶς κοινωνίας, δοθέντος ὅτι ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλει τήν βελτίωση τῶν ὑποδομῶν, συντελεῖ στήν ἄνθηση τοῦ ἐμπορίου, ἐνθαρρύνει τήν ποιοτική παραγωγή τῆς τοπικῆς χειροτεχνίας καί, τό κυριώτερο, ἀπασχολεῖ κόσμο καί γίνεται ἀφορμή δημιουργίας νέων θέσεων ἐργασίας, πού συμβάλλουν μεγάλως στήν ἄνοδο τοῦ βιωτικοῦ ἐπιπέδου τῶν κατοίκων μιᾶς περιοχῆς.

* * * * *
Ὁ ὅρος tourism-«τουρισμός», (δηλ. αὐτό πού στά ἑλληνικά ὀνομάζουμε «περιήγηση»), χρησιμοποιήθηκε γιά πρώτη φορά τό 1937 ἀπό τήν Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, τήν προκάτοχο τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν (ΟΗΕ), προκειμένου ὅπως χαρακτηρισθοῦν ἐκεῖνοι πού ἀποδημοῦσαν πρός ξένους τόπους γιά ἕνα διάστημα περισσότερο τῶν 24 ὡρῶν (4). Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, δέν θά ἦταν ὑπερβολή νά λεχθεῖ ὅτι οἱ πρῶτοι «περιηγηταί»-«τουρίστες» ὑπῆρξαν ἀναμφίβολα οἱ χριστιανοί, δοθέντος ὅτι ἡ ἀποδημία γιά προσκύνημα σέ χώρους ἱερούς, κυρίως στούς Ἁγίους Τόπους, ἦταν σύνηθες φαινόμενο ἤδη ἀπό τούς χρόνους τῆς πρωτογενοῦς Ἐκκλησίας. Τό «Ὁδοιπορικό» τῆς μοναχῆς Αἰθερίας πού περιγράφει τίς διατριβές της στό Σινᾶ, στήν Παλαιστίνη καί τήν Ἀντιόχεια, δίνει μιά σαφή ἰδέα περί τῆς εὐλαβοῦς αὐτῆς συνήθειας τῶν χριστιανῶν τῶν πρώτων αἰώνων (5). Ἀλλά καί τά «Γεροντικά» καί πολλά ἄλλα ἁγιοπατερικά βιβλία μιλοῦν «γιά τίς εὐλογημένες περιηγήσεις τῶν Χριστιανῶν σέ Μοναστήρια καί ἐρημητήρια, μέ μοναδικό σκοπό τήν πνευματική τους κατάρτησι καί τήν σωματική καί –κυρίως- τήν ψυχική τους ὑγεία» (6).

Ἡ ἀποδημία γιά λόγους ἀναψυχῆς, γι’αὐτό δηλαδή πού ἀποκαλοῦμε πλέον «τουρισμό», εἶναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο. Ὁ τουρισμός ἄρχισε νά ἐμφανίζεται, κάπως δειλά, περί τά μέσα τοῦ 19ου αἰῶνος, ἀναπτύχθηκε στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰῶνος μέ τήν ναυπήγηση πολυτελῶν ὑπερωκεανίων καί τήν ἀνέλιξη τοῦ διεθνοῦς σιδηροδρομικοῦ δικτύου, καί κορυφώθηκε, ἐκδημοκρατιζόμενος, κατά τό δεύτερο ἥμισυ τοῦ ἰδίου αἰῶνος, μέ τήν ἀνάπτυξη τῆς ἀεροναυτικῆς βιομηχανίας καί τήν ἀεροπορική σύνδεση σχεδόν ὅλων, ἀκόμη καί τῶν πιό ἀπομακρυσμένων, χωρῶν τῆς ὑφηλίου. Καί ἀκριβῶς, μέσα σ’ αὐτά τά πλαίσια τῆς παγκόσμιας τουριστικῆς δραστηριότητος, ἀναπτύχθηκε τελευταίως, μέ ταχύτατους μάλιστα ρυθμούς, καί ὁ λεγόμενος
«θρησκευτικός τουρισμός».

Στήν ἀνάπτυξη τοῦ «θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ» συνετέλεσαν πολλοί παράγοντες. Ὅπως λ.χ. ἡ λογοτεχνία μέ διάφορα ἱστορικοῦ περιεχομένου μυθιστορήματα καί μέ ταξιδιωτικές ἀναμνήσεις˙ τά εὐρείας κυκλοφορίας, καί ἐξειδικευμένα στήν προβολή ἀξιοθέατων τόπων καί μνημείων περιοδικά, (ὅπως τό GEO, τό ANIMAN, ἤ τό National Geographic Magazine)˙ ἡ κινηματογραφική βιομηχανία, πού ὄχι σπάνια ἐπιλέγει ἱστορικά, χριστιανικά καί μή, μνημεῖα ὡς σκηνικό γιά τό «γύρισμα» μιᾶς ταινίας˙ ἡ τηλεόραση μέ διάφορα documentaires ἀρχαιολογικοῦ ἤ πολιτισμικοῦ ἐνδιαφέροντος˙ τελευταίως δέ καί τό Διαδίκτυο. Χάρις στούς παράγοντας αὐτούς, ἄγνωστα μέχρις ἐσχάτων χριστιανικά μνημεῖα ἤ περιοχές τοῦ κόσμου, ἄρχισαν πλέον νά μπαίνουν στόν παγκόσμιο τουριστικό χάρτη, ὡς προορισμοί μείζονος «θρησκευτικοῦ ἐνδιαφέροντος».

Παράδειγμα, ἡ Rosslyn Chapel, ἕνας κομψός Ἀγγλικανικός Ναός τοῦ ιε΄αἰῶνος στά περίχωρα τοῦ Ἐδιμβούργου, πού βρισκόταν στό ἐπίκεντρο τῆς πλοκῆς τοῦ γνωστοῦ καί πολύκροτου μυθιστορήματος τοῦ Dan Brown “Da Vinci Code” καί τῆς ὁμώνυμης ταινίας. Ὁ ὁποῖος Ναός, ἐνῶ (λόγῳ ἐκκοσμικεύσεως) στερεῖται πληρώματος ὁσάκις τελοῦνται Ἱ. Ἀκολουθίες, σέ ὧρες ἐκτός θρησκευτικῶν ἐκδηλώσεων, κατακλύζεται ἀπό τουρίστες, οἱ ὁποῖοι τόν ἐπισκέπτονται ἁπλῶς γιά νά δοῦν τόν χῶρο (ἤ ἄν θέλετε τό «σκηνικό-ντεκόρ») ὅπου ἐκτυλισσόταν ἡ ὑπόθεση τοῦ ἐν λόγῳ ἀμφιλεγόμενου μυθιστορήματος (7). Σήμερα, ὁ ἱστορικός αὐτός Ναός ἀπέβη ὁ δημοφιλέστερος τουριστικός προορισμός τῆς Σκωτίας.

Ἕτερο παράδειγμα, ἡ Medjugorje. Μιά πολίχνη τῆς Βοσνίας-Ἑρζεγοβίνης, ἡ ὁποία σέ λίγα χρόνια εἶχε μιά καταπληκτική οἰκονομική ἀνάπτυξη, ἔπειτα ἀπό μιά πληροφορία πού εἶχε διοχετεύσει μέσῳ Διαδικτύου ἕνας Φραγκισκανός ἱερομόναχος, καί σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ Παναγία εἶχε φανερωθεῖ τόν Ἰούνιο τοῦ 1981 σέ ἕξι παιδιά τοῦ χωριοῦ, δίνοντας, μέσω αὐτῶν, μηνύματα εἰρήνης καί ἀγάπης στόν κόσμο. Ἔκτοτε, ἡ μικρή αὐτή κωμόπολις, δέχεται μυριάδες «προσκυνητῶν», πού ἀνήκουν σέ παρα-εκκλησιαστικές ὀργανώσεις καί «χαρισματικά κινήματα», (κυρίως τῆς Ἰταλίας, τῆς Αὐστρίας καί τῆς Γερμανίας) καί σήμερα τείνει νά ἐξελιχθεῖ σέ «Λούρδη τῶν Βαλκανίων» (8). Καί τοῦτο, παρά τήν ἀπαγόρευση τοῦ Βατικανοῦ (9), καί τίς σοβαρές ἐπιφυλάξεις τοῦ τοπικοῦ Ρωμαιοκαθολικοῦ Ἐπισκόπου.

* * * * *
Ἀναζητῶντας ὑλικό γιά τήν ἐκπόνηση τῆς ὁμιλίας αὐτῆς, βρῆκα οὐκ ὀλίγα ἐνδιαφέροντα κείμενα ἀναφερόμενα σέ προσπάθειες, διαφόρων ἐπισήμων καί μή φορέων τῆς Ἑλλάδας, οἱ ὁποῖες στόχευαν στήν ἀνάπτυξη τοῦ τουρισμοῦ, μάλιστα δέ τοῦ θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ.

Σ΄ἕνα ἀπό αὐτά, γινόταν λόγος περί τοῦ ἐνδιαφέροντος τῆς Πολιτείας καί τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν προσκυνηματικό τουρισμό, ὅπως καί γιά προσπάθειες νά διαμορφωθεῖ ἕνα θεσμικό πλαίσιο προωθήσεως τοῦ Θρησκευτικοῦ Τουρισμοῦ σέ μιά χώρα ὅπως ἡ Ἑλλάδα, μέ πληθύν χριστιανικῶν προσκυνημάτων καί ἱστορικῶν Μονῶν. Ὑπογραμμιζόταν, χωρίς περιστροφές, ὅτι «βασικός στόχος» τοῦ ἐγχειρήματος ἦταν νά ἐξελιχθεῖ ἡ Ἑλλάδα «σέ πόλο ἕλξης τουριστῶν», μιά καί τό εἶδος αὐτό τοῦ τουρισμοῦ, τοῦ θρησκευτικοῦ δηλ. τουρισμοῦ, «θά παίξει καθοριστικό ρόλο στήν περαιτέρω ἀνάπτυξη τοῦ τόπου μας». Ἔτσι, προτεινόταν σειρά ὅλη πρακτικῆς φύσεως μέτρων γιά τήν εὐώδοση τοῦ ἐγχειρήματος, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν ἡ «ἀποκατάσταση τῶν προσκυνημάτων καί τῶν ἱστορικῶν Μονῶν στό πλαίσιο τῆς πολιτιστικῆς καί τουριστικῆς ἀνάπτυξης», ἡ ἔκδοση «Προσκυνηματικοῦ Ὁδηγοῦ» μέ περιληπτικές πληροφορίες περί ὅλων τῶν προσκυνήματων τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὀργάνωση «ἐμποροπανηγύρεων», «παζαριῶν» καί «παραδοσιακῶν γλεντιῶν» σέ πλατεῖες χωριῶν, οἱ προσαρμογές τῶν ξενοδοχειακῶν μονάδων καί ἐστιατορίων στίς «ἰδιαίτερες ἀπαιτήσεις τοῦ θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ», καί τέλος ἡ ἀνέγερση ἑνός Πανελληνίου Ἱεροῦ Καθιδρύματος «πού θά βοηθοῦσε στήν ἀνάπτυξη τῆς (χώρας), μέ τήν ἀξιοποίηση τοῦ Θρησκευτικοῦ καί Προσκυνηματικοῦ Περιηγητισμοῦ, τοῦ μοναδικοῦ Τουρισμοῦ πού ποτέ δέν πρόκειται νά ἐκλείψει, ἀλλά ἀντίθετα πρός τά ἄλλα εἴδη, παρουσιάζει πάντα ὅλο καί περισσότερο ἀνοδικές τάσεις» (10).

Σέ ἕτερο κείμενο, πού ἀναφερόταν σ’ἕνα Διεθνές Συμπόσιο μέ θέμα τόν «Πολιτιστικό Τουρισμό», ἀφοῦ πρῶτα παρετίθεντο στοιχεῖα σχετικά μέ τίς ἐνέργειες τῆς Πολιτείας καί ποικίλων τουριστικῶν φορέων νά διαφοροποιήσουν τήν τουριστική προσφορά στήν Ἑλλάδα, παρετηρεῖτο ὅτι «ὁ πολιτιστικός τουρισμός εἶναι, ἴσως, ἡ σπουδαιότερη μορφή ἐναλλακτικοῦ τουρισμοῦ, ἰδίως γιά τήν Ἑλλάδα, χώρα μέ ἀπαράμιλλα ἀνταγωνιστικά πλεονεκτήματα στή βάση τῶν πόρων πού στηρίζουν τήν τουριστική οἰκονομία» (11). Ἔπειτα δέ ἀπό τήν γενική αὐτή τοποθέτηση, οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ Συμποσίου παρουσίαζαν μιά δέσμη «εἰδικῶν μορφῶν πολιτιστικοῦ τουρισμοῦ», ὅπου συμπεριελαμβάνονταν, μεταξύ ἄλλων, οἱ «ἀθλητικές ἀναμετρήσεις»,«γαστρονομικός τουρισμός», περίπατοι σέ «δρόμους κρασιοῦ», ἐπισκέψεις σέ μουσεῖα καί ἐθνικά πάρκα, «φεστιβάλ», «συνάξεις-ἀνταμώματα», «ἐκθέσεις», «συνέδρια», δίπλα δέ στίς εἰδικές αὐτές κατηγορίες εὕρισκε κάποια θέση καί ὁ «θρησκευτικός τουρισμός»!! (12)

Ἕνα τρίτο κείμενο ἦταν μιά ὁμιλία τῆς (τότε) Ὑπουργοῦ Τουρισμοῦ τῆς Ἑλλάδος, πού εἶχε γίνει τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2006 στά πλαίσια τοῦ 5ου Συνεδρίου τοῦ «Συνδέσμου Ἑλληνικῶν Τουριστικῶν Ἐπιχειρήσεων», καί ὁποῖο ἦταν ἀφιερωμένο στόν «Τουρισμό καί τήν Ἀνάπτυξη». Παρουσιάζοντας τό Κυβερνητικό πρόγραμμα ὅσον ἀφορᾷ στόν ἐμπλουτισμό τῆς τουριστικῆς προσφορᾶς στήν Ἑλλάδα, καί ἀφοῦ παρατηροῦσε ὅτι «ἡ διαφοροποίηση τοῦ τουριστικοῦ προϊόντος εἶναι τό κλειδί τῆς βιώσιμης, ταχύρυθμης καί μακροπρόθεσμης τουριστικῆς ἀνάπτυξης», ἡ Ὑπουργός μιλοῦσε περί τῶν μέτρων τά ὁποῖα ἐλαμβάνοντο ἁρμοδίως γιά νά προωθηθοῦν «νέες μορφές ἐναλλακτικοῦ τουρισμοῦ πού δέν καλύπτονται ἀπό τόν ἀναπτυξιακό νόμο» τῆς Ἑλλάδος, καί προέβαλε ὡς πρότυπα ἐναλλακτικοῦ τουρισμοῦ τήν «γαστρονομία», τόν «θαλάσσιο», τόν «ἀναρριχητικό», τόν «καταδυτικό», τόν «ἀθλητικό» τουρισμό, σύν αὐτοῖς δέ καί τόν «θρησκευτικό τουρισμό» (13). Πρᾶγμα τό ὁποῖο ἐπιβεβαίωνε καί σέ συνέντευξή της σ’ἕνα ρωσσικό περιοδικό (τιτλοφορούμενο «Ἑλλάδα») (14) τόν Μάϊο τοῦ 2007, ὅπου μιλῶντας γιά τίς προσπάθειες τοῦ Κράτους νά ἐμπλουτισθεῖ τό «τουριστικό προϊόν» (sic) τῆς Ἑλλάδος, τόνιζε ὅτι «στό πλαίσιο αὐτό προωθοῦμε τήν ἀνάπτυξη ὅλων τῶν νέων μορφῶν τουρισμοῦ: τόν ἰαματικό, τόν πολιτιστικό, τόν περιηγητικό, τόν χιονοδρομικό, τόν θάλασσιο, τόν συνεδριακό, τόν προσκυνηματικό, τόν γαστρονομικό, τόν ἀθλητικό, τόν τουρισμό τῶν πόλεων» (15).

Τέλος ἕνα πρόσφατο δημοσίευμα (τόν Ἰούλιο τοῦ 2009), ἀναφερόταν σέ πρωτοβουλίες τοῦ «Πανελλαδικοῦ Συνεταιρισμοῦ (Partenariat) Ἐκκλησιαστικών Εἰδῶν καί Θρησκευτικοῦ Τουρισμοῦ», οἱ ὁποῖες στοχεύον στή δικτύωση ἑλληνικῶν ἐπιχειρήσεων μέ ἀνάλογες ἐπιχειρήσεις ἀπό ὁμόδοξες χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης. Καί τοῦτο μέ τό σκεπτικό ὅτι (καί σᾶς μεταφέρω αὐτολεξεί τά γραφόμενα) «ὁ κλάδος τῶν ἐκκλησιαστικῶν εἰδῶν καί ὁ θρησκευτικός τουρισμός εἶναι δύο πολύ ἀποδοτικά ἐπιχειρηματικά κεφάλαια» (16).

Διεξερχόμενος κανείς τά ὡς ἄνω κείμενα, ἀλλά καί πολλά ἄλλα σχετικά γραπτά, δέν μπορεῖ παρά νά ἐκφράσει χαρά καί ἱκανοποίηση γιά τίς προσπάθειες πού καταβάλλονται προκειμένου ὅπως ἕνας τόπος, προικισμένος μέ μοναδικές φυσικές καλλονές καί ἀνεκτίμητης ἀξίας μνημεῖα, ὅπως ἡ Ἑλλάδα, ἀποκτήσει μιά ἄξια τοῦ ὀνόματος της καί τῆς ἱστορίας της τουριστική ὑποδομή, πού θά εἶναι ἀναπόσπαστο μέρος τῆς προσπάθειας γιά μιά μακροπρόθεσμη καί βιώσιμη ἀνάπτυξη τῆς χώρας (17).

Ὡστόσο, δέν μπορεῖ νά ἀποκρύψει κανείς καί κάποιο ἐρεθισμό ὅταν διαπιστώνει πώς ἕνας πανάρχαιος ἱερός θεσμός τῆς Ἐκκλησίας ὅπως τό «προσκύνημα», ἐκλαμβάνεται ἁπλῶς ὡς ἕνα «τουριστικό προϊόν», ὡς «πραμάτεια», ὡς «ἀποδοτικό ἐπιχειρηματικό κεφάλαιο», ὡς ἕνας ἀπό τούς παντοειδεῖς οἰκονομικούς παράγοντας πού ἀναμένεται νά συμβάλει καί αὐτός στήν ἀνάπτυξη καί τήν εὐημερία ἑνός τόπου. Καί βεβαίως ἐνοχλεῖται, βλέποντας ὅτι οἱ περί τόν τουρισμόν ἀσχολούμενοι, ἀδυνατοῦν νά διακρίνουν τήν εἰδοποιό διαφορά ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξύ «τουρισμοῦ» καί «προσκυνήματος». Δηλ. μεταξύ αὐτοῦ πού κατά κύριο λόγο στοχεύει στήν ἀναψυχή τοῦ τουρίστα, καί ἐκείνου πού ἔχει μιά πνευματική διάσταση καί ἀποσκοπεῖ ὄχι στήν «ἀναψυχή», ἀλλά στήν «ψυχική ἀνάταση» καί τήν ἐν Κυρίῳ αὔξηση τοῦ ἀνθρώπου.

* * * * *
Ὅπως ἔγινε ἤδη λόγος, ἡ ἔνταξη τοῦ «θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ», μέσα στά εὐρύτερα πλαίσια τῆς τουριστικῆς καί ἀναπτυξιακῆς πολιτικῆς μιᾶς χώρας, εἶναι πλέον σύνηθες φαινόμενο σέ ὅλα τά μήκη καί πλάτη τῆς ὑφηλίου. Δέν εἶναι δέ τυχαῖο ὅτι καί στήν γειτονική Τουρκία, ὅπου, μετά τόν Μικρασιατικό ξεριζωμό καί τήν Συνθήκη τῆς Λωζάννης τό 1923, ἦταν ἀδιανόητο νά πραγματοποιηθεῖ μιά Ὀρθόδοξη λατρευτική Σύναξη στήν Ἀνατολία, σήμερα, ἐπίσημοι κρατικοί φορεῖς, ὅπως τό Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ καί Τουρισμοῦ, ἡ Διεύθυνση Θρησκευτικῶν Ὑποθέσεων, οἱ Δημοτικές Ἀρχές τῆς Καππαδοκίας, τῆς Ἰωνίας, τῆς Λυκίας, τῆς Βιθυνίας ἤ τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, ἐνθαρρύνουν πλέον τά Ὀρθόδοξα προσκυνηματικά ταξίδια, ἀνοίγοντας διάπλατα τίς πύλες ἀλειτούργητων μέχρις ἐσχάτων, καί σέ πολλές περιπτώσεις ἐρειπωμένων, Ναῶν μας.

Ἡ ἐξέλιξη αὐτή μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς μιά χειρονομία καλῆς θελήσεως τῶν Ἀρχῶν τῆς Τουρκίας στήν προσπάθεια ἐξομαλύνσεως τῶν σχέσεων της μέ τήν Ἑλλάδα. Καί ὄντως εἶναι μιά εὐπρόσδεκτη χειρονομία πού ὁπωσδήποτε συντελεῖ στήν προσέγγιση τῶν λαῶν τῶν δύο χωρῶν. Ὡστόσο, πρέπει νά ὁμολογηθεῖ ὅτι, σέ περιφερειακό τοὐλάχιστον ἐπίπεδο, τά οἰκονομικά ὠφέλη τῆς Τουρκίας ἀπό τίς ἐπισκέψεις χιλιάδων προσκυνητῶν τόσο ἀπό τήν Ἑλλάδα, ὅσο καί ἀπό τήν ἑλληνική διασπορά στίς προγονικές ἑστίες, στίς ρίζες τοῦ γένους, δέν εἶναι διόλου εὐκαταφρόνητα.

Πρέπει ὅμως νά ὑπογραμμισθεῖ ὅτι, ἄν κρατικοί, δημοτικοί καί τουριστικοί φορεῖς τῆς γειτονικῆς χώρας, δίνουν ἔμφαση κυρίως, (ἄν ὄχι ἀποκλειστικά), στό πολιτικο-οικονομικό σκέλος τοῦ Θρησκευτικοῦ Τουρισμοῦ, ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, πού ἐδῶ καί 15 χρόνια ἡγεῖται τῶν προσκυνημάτων ἀνά τήν Μικρά Ἀσία, δίνει μιά ἄλλη ἔμφαση, καί τοποθετεῖ μέσα στό σωστό ἐκκλησιαστικό, πνευματικό καί ποιμαντικό του πλαίσιο, τό ἐπ’ἐσχάτων ἀναβιωθέν πανάρχαιο εὐλαβές ἔθος τοῦ
«προσκυνηματικῶς ἀποδημεῖν».

Ἔτσι, μιλῶντας κατά τήν διάρκεια Ἑσπερινοῦ στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τῆς Μαλακοπῆς (Καππαδοκίας) τόν Ἰούλιο τοῦ 2005, ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ἀπευθυνόμενος σέ ὅμιλο προσκυνητῶν πού τόν εἶχαν συνοδεύσει, ρωτοῦσε: «Ποῖον εἶναι τό κινοῦν αἴτιον τῶν ἐπισκέψεών μας (στήν Καππαδοκία); Μία εὐλαβής ἰδιοτροπία ἤ ἔστω μία καλή προσκυνηματική συνήθεια;» Καί ἔδινε τήν ἀπάντηση. Εὑρισκόμεθα ἐδῶ στήν Καππαδοκία, ἔλεγε, διότι ὁ τόπος αὐτός «ἐκπέμπει ἁγιότητα, ὁσιότητα, μαρτυρικότητα, εὐαγγελικότητα». Καί συνέχιζε, τονίζοντας μέ ἔμφαση, ὅτι «ἐρχόμεθα καί θά ἐπανερχόμεθα ὡς πεινῶντες καί διψῶντες νά πίνωμεν καί τρώγωμεν ἐν Θείαις Λειτουργίαις τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου, ἐδῶ ὅπου, λειτουργικῶς ζῶντες, ἐβίωσαν οἱ Καππαδόκαι Ὀρθόδοξοι..., ἐρχόμεθα καί θά ἐρχόμεθα διά νά ἐπαναβαπτιζόμεθα εἰς τό προσευχητικόν κλῖμα τό ὁποῖον περιρρέει τόν ὅλον ὑποβλητικόν χῶρον..., ἐρχόμεθα καί θά ἐρχόμεθα πάλιν, διότι αἰσθανόμεθα ἐνταῦθα πληρέστερον τό μυστήριον τῆς ἐν Χριστῷ ἁγιότητος καί τῆς πραγματικότητος τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἑνός μυστικοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, εἰς τό ὁποῖον συμμετέχουν οἱ πρό ἡμῶν, οἱ σύγχρονοι ἡμῶν καί ὅσοι μετά ἀπό ἡμᾶς θά ἔχουν λάβει τό χριστοσφράγισμα τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, ζήσαντες, ζῶντες καί ζήσοντες ἐπ΄ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου» (18). Ἰδού λοιπόν, ἐκλεκτή ὁμήγυρης, ἡ πεμπτουσία τοῦ βιώματος αὐτοῦ πού ἡ Ἐκκλησία ἀποκαλεῖ «προσκύνημα», καί ὄχι «τουρισμό», ἔτσι ὅπως διατυπώνεται ἀπό χείλη Πατριαρχικά. [Παρενθετικῶς, θά ἦταν ἴσως ἐνδιαφέρον νά ἀναφερθεῖ ὅτι τό θέμα αὐτό, εἶχε συμπεριληφθεῖ στό ἀρχικό πινάκιο θεμάτων τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, πού εἶχε καταστρώσει ἡ Α΄Πανορθόδοξος Διάσκεψις τῆς Ρόδου τό 1961. Μόνο πού τότε δέν γινόταν λόγος περί «θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ», ἀλλά περί «ἀναπτύξεως τοῦ ἔθους τῶν Ὀρθοδόξων ὁδοιποριῶν πρός τά ἑκασταχοῦ Ἱερά Προσκυνήματα» (19).]

* * * * *

Ἕνα μνημόνιο τό ὁποῖο εἶχε ὑποβληθεῖ τόν Νοέμβριο τοῦ 2005 στό «Παγκόσμιο Φόρουμ Ἀστικῆς Κοινωνίας» (Global Civil Society Forum), πού τελοῦσε ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ ΟΗΕ, ἀφοῦ πρῶτα ἀναφερόταν στίς προβληματικές πτυχές τοῦ τουρισμοῦ καί τόνιζε τήν ἀνάγκη προαγωγῆς στόν κόσμο ἑνός δικαίου καί ἀειφόρου «οἰκοτουρισμοῦ», προέβαινε, ἐν συνεχείᾳ, στήν ἀπαρίθμηση σειρᾶς ὅλης μέτρων, τά ὁποῖα θά μποροῦσαν νά προσδώσουν ἕνα νέο, πιό «ἀνθρώπινο» κοινωνικό πρόσωπο στόν «τουρισμό μαζῶν», πού ἄρχισε ἐπ’ἐσχάτων νά παίρνει ἀνησυχητικές διαστάσεις, κυρίως στόν λεγόμενο «Τρίτο κόσμο». Μαζί δέ μέ τήν ἔκκληση νά προστατεύονται οἱ «οἰκολογικά εὐαίσθητες περιοχές» τοῦ κόσμου ἀπό ἕνα ἀνεξέλεγκτα ἀναπτυσσόμενο τουρισμό, τό ἐν λόγῳ μνημόνιο προέτρεπε κυβερνήσεις, δήμους καί τουριστικές ἐπιχειρήσεις, νά καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια πρός τρεῖς κυρίως κατευθύνσεις: α) τῆς διαφάνειας στίς τουριστικές ἐπιχειρήσεις, β) τῆς βελτιώσεως τῶν συνθηκῶν ἐργασίας καί τῆς διασφαλίσεως τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων τῶν ἐργαζομένων στόν τομέα τοῦ τουρισμοῦ, καί γ) τῆς εὐαισθητοποιήσεως τῶν τουριστῶν ὅσον ἀφορᾷ στήν ἱστορία, τήν πολιτισμική κληρονομιά, τήν ἰδιαιτερότητα καί τήν κοινωνική δομή τοῦ τόπου ἤ τῆς χώρας πού ἐπισκέπτονται (20).

Ἀπό τήν πλευρά του καί ὁ «Οἰκουμενικός Συνασπισμός Τουρισμοῦ» (Ecumenical Coalition on Tourism), πού ἀπό τό 1982 δραστηριοποιεῖται στόν τομέα τῆς καταπολεμήσεως τῶν ἀρνητικῶν πλευρῶν τοῦ τουρισμοῦ (ὅπως ἡ παιδοφιλία, πορνεία, ἐκμετάλλευση τοῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ, ἄνιση κατανομή τῶν εἰσοδημάτων), μέ κάποια ἀναφορά του συνηγοροῦσε καί αὐτός ὑπέρ τῆς εὐαισθητοποιήσεως τῶν περιηγητῶν ὅσον ἀφορᾷ στίς κοινωνικές ἀνισότητες καί τίς ἄθλιες συνθῆκες ἐργασίας στίς χῶρες πού ἐπισκέπτονται (21). Καί προέβαινε στήν ἐνέργεια αὐτή μέ τό σκεπτικό ὅτι, ἐγκλωβισμένοι μέσα στήν πολυτέλεια τοῦ ξενοδοχείου μιᾶς παραδείσιας ἀκρογιαλιᾶς τῆς Νοτιοανατολικῆς Ἀσίας, τῆς Ἀφρικῆς ἤ ὁρισμένων χωρῶν τῆς Καραϊβικῆς, ὅπου περνοῦν ἀμέριμνα τίς διακοπές τους, οἱ τουρίστες σπανίως βλέπουν τήν κόλαση μέσα στήν ὁποία πασχίζει νά βγάλει τόν ἐπιούσιον ἄρτον του ὁ δύσμοιρος αὐτόχθων πληθυσμός.

Ἄν λοιπόν, διεθνεῖς ὀργανισμοί καί παγκόσμια φόρα αἰσθάνονται σήμερα τήν ἀνάγκη νά παρέχουν ὁδηγίες στόν κόσμο γιά ἕνα κόσμιο, δίκαιο, συνάμα δέ καί ἐπωφελῆ «ψυχαγωγικό τουρισμό», τί εἴδους «κώδικα καλῆς συμπεριφορᾶς», τί εἴδους προτροπή, θά μποροῦσε νά δώσει ἡ Ἐκκλησία, σέ ὅσους ἑτοιμάζονται γιά μιά, ἐντός ἤ ἐκτός τῆς χώρας, «προσκυνηματική ἀποδημία»; Ὁ λόγος, ὄχι βέβαια γιά ἀποδημίες πιστῶν πού μεταβαίνουν ὄντως γιά «προσκύνημα» ἤ γιά κάποιο «τάμα» σέ χώρους ἱερούς, ὅπως λ.χ. στά Ἱεροσόλυμα, στήν Πόλη, στό Σινᾶ, στήν Τῆνο ἤ τήν Πάρο. Ὁ λόγος, γιά τίς «προσφορές-πακέτα» πού διαφημίζονται μέν ὡς «προσκύνημα», ἀλλά στήν πραγματικότητα συνιστοῦν «ἐκδρομές» οἱ ὁποῖες στό πλούσιο καί ἑλκυστικό πρόγραμμά τους συμπεριλαμβάνουν, μεταξύ ἄλλων, καί μιά ἐπίσκεψη σέ κάποιο ξακουστό Μοναστῆρι ἤ σέ ἕνα ἱστορικό χριστιανικό μνημεῖο!

Ὁ ἐν λόγῳ «κῶδιξ καλῆς συμπεριφορᾶς» πρέπει πρωτίστως νά βοηθᾶ τόν ὑπό μηλωτή «προσκυνητοῦ» περιφερόμενο σύγχρονο «τουρίστα», στό νά συλλαμβάνει τήν βαθύτερη ἔννοια τοῦ ἐγχειρήματός του. Στό νά συνειδητοποιεῖ τήν ἱερότητα τοῦ χώρου τόν ὁποῖο ἐπισκέπτεται, εἴτε εἶναι αὐτός ἐν λειτουργίᾳ ἐνοριακός ἤ μοναστηριακός Ναός, εἴτε ἐρειπωμένο χριστιανικό μνημεῖο ἤ, ἀκόμη, μουσεῖο. Στό νά ἔχει συναίσθηση ὅτι «ὁ τόπος ἐν ᾧ οὗτος ἔστηκε, γῆ ἁγία ἐστίν» (Ἔξοδος 3, 5). Νά μήν ἔχει δηλαδή τήν ἀνοίκεια συμπεριφορά κάποιου νεοέλληνος «προσκυνητοῦ», πού εὑρισκόμενος πρό τινος στήν Ἁγιασοφιά, «τό Παλλάδιο αὐτό τοῦ εὐλογημένου Γένους τῶν Ρωμηῶν» (22) ἔπειτα ἀπό μιά φευγαλέα ἐπίσκεψη στό Φανάρι, καί ἀδιαφορῶντας γιά ὅσα λέγονταν περί τῆς σημασίας γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν ἑλληνισμό τοῦ Ἱεροῦ αὐτοῦ προσκυνήματος (κι’ ἄς εἶναι σήμερα μουσεῖο), ἀδημονοῦσε, ζητῶντας ἐπίμονα ἀπό τόν ξεναγό νά συντομεύει, προκειμένου ὅπως τό «γκρούπ» του προλάβει νά πάει στήν περιώνυμη Κλειστή Ἀγορά τῆς Πόλης, προτοῦ αὐτή σχολάσει!!

Ὁ προσκυνητής δέν μεταβαίνει σέ «Προσκύνημα» γιά ἀναψυχή. Οὔτε καί γιά νά θαυμάσει μόνο ξακουστά ἀρχιτεκτονικά ἤ ἁγιογραφικά ἀριστουργήματα, πού δημιούργησαν κάποτε δεξιοτέχναι μαστόροι. Οὔτε δέ μεταβαίνει μέ τήν νοοτροπία τοῦ «ἦλθον, εἶδον, ἀπῆλθον»! Ὁ προσκυνητής μεταβαίνει σ’ἕνα χῶρο Ἱερό γιά νά προσκυνήσει, νά ἁγιασθεῖ, νά ἰαθεῖ, νά ὠφεληθεῖ πνευματικά, νά συγκεντρωθεῖ, νά συζητήσει, νά χωνέψει αὐτά πού εἶδε καί ἄκουσε, κυρίως δέ γιά νά μετάσχει στήν λειτουργική ζωή μιᾶς Ἱερᾶς Μονῆς (23), ἤ μιᾶς Ἐνορίας. Ὅπως παρατηροῦσε εὔστοχα ὁ φιλοξενῶν ἡμᾶς ἅγιος Ζακύνθου στό Β΄ Ελληνο-Ρωσσικό Φόρουμ τῆς Πετρουπόλεως τόν παρελθόντα Ἰούλιο, ὁ Ὀρθόδοξος προσκυνητής ἐπισκέπτεται χώρους στούς ὁποίους φανερώθηκε θαυμαστά ἡ δύναμη καί ἡ ἀγάπη τοῦ Κυρίου, κυρίως πρός ὠφέλειαν ψυχῆς καί πρός ἐξεύρεση θησαυρῶν πνευματικῶν (24). Μεταβαίνει ὁ προσκυνητής σ’ἕνα τόπο προκειμένου ὅπως βρεθεῖ σέ «κοινωνία» μέ τούς ἀνθρώπους τοῦ τόπου αὐτοῦ, τούς πιστούς πού εἶναι ἡ τοπική ἔκφραση τῆς «Μιᾶς» Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καί οἱ ὁποῖοι μαζί μέ μᾶς καί μαζί μέ τούς ἀνά τήν οἰκουμένη λοιπούς ὀρθοδόξους, ἀποτελοῦν Σῶμα Χριστοῦ καί εἶναι «μέλη ἐκ μέρους» (Α΄ Κορ. 12,27). Καί θά προσέθετα ἐπί πλέον, πώς μεταβαίνει ὁ προσκυνητής σ’ἕνα τόπο γιά νά ἐνδιαφερθεῖ καί γιά τήν τύχη αὐτῶν πού συνιστοῦν τήν τοπική ἐκκλησιαστική κοινωνία. Ὡς ἐκ τούτου, δέν ἔχει νόημα, νομίζω, νά ἐπισκεφθεῖ κανείς, ντόπιος ἤ ξένος, ἕνα ἱστορικό Ναό ἤ μιά Μονή κάποιου συρρικνωμένου ἀκριτικοῦ χωριοῦ τῆς ἑλληνικῆς ὑπαίθρου, χωρίς νά διερωτηθεῖ γιατί ἐρήμωσε ὁ τόπος καί πῶς ζοῦν σήμερα οἱ ἐναπομείναντες, γηραιοί κυρίως, κάτοικοί του. Οὔτε ἀρκεῖ νά μεταβεῖ κάποιος στήν Πόλη γιά ἐπίσκεψη στό Φανάρι, στήν Χάλκη καί στήν Ἁγιασοφιά, (ἐννοεῖται δέ καί στήν «Κλειστή ἀγορά» καί σέ κάποια ψαροταβέρνα τοῦ Βοσπόρου!), χωρίς νά προβληματισθεῖ γιά τήν τύχη τοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Πολίτικης Ρωμιοσύνης. Ὅπως δέν ἔχει νόημα νά ἐπισκεφθεῖ κανείς «προσκυνηματικά» τά Ἅγια χώματα τῆς Παλαιστίνης, τά Ἱεροσόλυμα, τήν Βηθλεέμ, τήν Ναζαρέτ, τό Θαβώρ, καί τόν Ἰορδάνη, χωρίς ταυτόχρονα νά διερωτηθεῖ γιά τά αἴτια ἐκεῖνα πού προκάλεσαν τήν συρρίκνωνση τοῦ ὀρθοδόξου καί γενικά τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἁγίας Πόλεως τά τελευταῖα σαράντα χρόνια, καί χωρίς νά ἐνδιαφερθεῖ γιά τήν μοῖρα καί τίς συνθῆκες διαβιώσεως, στήν ὑπό κατοχή πατρῴα τους γῆ, τῶν ἐναπομεινάντων λίγων αὐτοχθόνων πιστῶν, πού ἀποτελοῦν τόν κορμό τῆς Σιωνίτιδος Ἐκκλησίας, τουτέστι τῶν Παλαιστινίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.

Ἄλλο πρᾶγμα λοιπόν, σεβασμία καί ἐκλεκτή ὁμήγυρης, ἡ «Προσκυνηματική ἀποδημία», καί ἕτερον ὁ «Θρησκευτικός τουρισμός». Καί στήν συνειδητοποίηση, ἐκ μέρους τῶν ἀποδημούντων, τῆς οὐσιώδους διαφορᾶς πού ὑπάρχει μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν μορφῶν τοῦ «ἀποδημεῖν», πρέπει νά συμβάλλουν ἀποτελεσματικά τόσο οἱ διοργανωταί παρομοίων «ἐξορμήσεων», (Μητροπόλεις, Ἐνορίες, Σύλλογοι, Ταξιδιωτικά γραφεῖα), ὅσο καί οἱ Ἱερές Μονές καί Ἐνορίες πού φιλοξενοῦν ἄτομα ἤ ὁμάδες προσκυνητῶν. Χωρίς τήν βασική αὐτή ποιμαντική μέριμνα καί προϋπόθεση, τό «προσκύνημα» καταντᾶ νά εἶναι, ἁπλῶς, περιήγηση.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Raul Nicolau Gonsalves, New horizons for the Pastoral Care of Tourism, ἐν Perspectives in Tourism, Spirituality in Tourism, no. 2, σελ. 22
2. Antony Rogers, Bringing People Together for Just Peace-Challenges to Tourism in the 21 Century, ὅπ.π. σελ. 7
3. UNEP Global Civil Society Forum, UNEP/GCSF/5
4. Ron O’ Grady, The Τhreat of Tourism-Challenge to the Church, WCC Publications, Geneva, 2006, p. 75
5. Βλ. Αἰθερίας Ὁδοιπορικόν, ἐκδ. «Τῆνος».
6. Ἀρχιμανδρίτου Δοσιθέου, Ὁδηγός Ὀρθοδόξου Προσκυνητοῦ, ἐκδ. Δ΄, Ἱ. Μονή Παναγίας Τατάρνης, σελ. 30
7. Andrew Duff, Churches and Tourism, http://www.churchesandtourismassociation.info
8. Κατά πληροφορία τοῦ κροατικοῦ ἱδρύματος “Svetiste Kraljice Mira”- «Προσκύνημα τῆς Βασιλίσσης τῆς Εἰρήνης», σέ εἴκοσι ἑκατομμύρια ἀνέρχονται ἐκεῖνοι πού σέ μερικά χρόνια ἐπισκέφθηκαν τήν κωμόπολι αὐτή. Βλ. Apparitions de la Vièrge Marie Medjugorje, ἐν http://www.kroatien-ferien.com. Πρβλ. καί «Σέ ἄνοδο ὁ Θρησκευτικός τουρισμός», στήν ἐφημερίδα Ναυτεμπορική, 22/6/2007
9. Ὁ Καρδινάλιος Ratzinger, καί σήμερα Πάπας Βενέδικτος ις΄, εἶχε τότε χαρακτηρίσει τό φαινόμενο τῆς Medjugorje ὡς «ἁπλό ἐφεύρημα». Βλ. Rémi Fontaine, Le cas Medjugorje, Présent, 24 juin 2006
10. http://www.panagia-galaxa.gr./tourismos.html
11. Διεθνές Συμπόσιο γιά τόν Πολιτιστικό Τουρισμό 16-19/11/2006, βλ. http://www.helexpo.gr/portal. Event item.
12. ὅπ.π.
13. Βλ. www.seteconferences.com/ 5th Conferencespeaches
14.Βλ.www.traveldailynews.gr/new.asp
15. http//www.greece.ru/gr/cult
16, «Στό ἐπίκεντρο ὁ προσκυνηματικός καί θρησκευτικός τουρισμός,», Βλ. Αὐριανή, 2 Ἰουλίου 2009, σελ. 8
17. Τό ἴδιο μπορεῖ νά λεχθεῖ καί για ἄλλες Ὀρθόδοξες χῶρες ὅπως ἡ Κύπρος, ἡ Ρωσσία, ἡ Σερβία, ἡ Γεωργία, ἡ Οὐκρανία, ἤ ἡ Ρουμανική Μολδαβία.
18. Βαρθολομαίου Κωνσταντινουπόλεως, Ὁμιλία κατά τόν Ἑσπερινόν ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ Ἁγίου Θεροδώρου Μαλακοπῆς, (02.07.2005), Βλ. http//www.ec-patr.org/docdisplay
19. Μονογραφηθέντα Πρακτικά τῆς ἐν Ρόδῳ Πανορθοδόξου Διασκέψεως (24 Σεπτεμβρίου-1 Ὀκτωβρίου 1961), ἐν Ὀρθοδοξία, ΛΖ΄ (1962) σελ.70
20. Background Document on Tourism. EED-Tourism Watch, UNEP/GCSF/5 (01 October 2005) σελ. 8
21. An ECOT declaration on World Tourism Day 2006, στό http://www.ecotonline.org
22. Ἀρχιμ. Δοσιθέου, μν. ἔργ. σελ. 4
23. Αὐτόθι, σελ. 30 καί 62
24. Βλ.www.ecclesia.gr/greek/holysynod/committees/tourism/prosk_tour_anap.html

Μια εξόχως ενδιαφέρουσα εισήγηση: "Προσκυνηματικές Περιηγήσεις - Ιστορική εξέλιξη και σύγχρονες προοπτικές"




ΒΛΑΣΙΟΥ ΦΕΙΔΑ, Ομότιμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών

Εισήγηση στο Α' Πανελλήνιο Συνέδριο για τις Προσκυνηματικές Περιηγήσεις. Ζάκυνθος 14 Νοεμβρίου 2009


1. Ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό φυσικό του περιβάλλον προσδιορίσθηκε πάντοτε ἀπό τήν ἑρμηνεία τῆς σχέσεώς του μέ τόν Θεό καί μέ τόν κόσμο. Ἡ θρησκεία ἑρμήνευσε πάντοτε τή σχέση αὐτή μέ ἀφετηρία τόν Θεό, στόν ὁποῖο ἀναφέρεται ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, ἐνῶ ἡ φιλοσοφία ἑρμήνευσε πάντοτε τή σχέση αὐτή μέ ἀφετηρία τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο, χωρίς νά ἀμφισβητήση πάντοτε τήν ἀναφορικότητα τῆς ὑπάρξεώς τους πρός μία ὑπέρτατη ἐξωκοσμική δύναμη, προσωπική ἤ μή, ἡ ὁποία διέπει τή ζωή τους. Κοινός τόπος τῶν δύο ἑτερόκεντρων ἑρμηνειῶν ὑπῆρξε καί παραμένει πάντοτε ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά μέ τίς διαφορετικές προσεγγίσεις τῆς σχέσεώς του μέ τόν Θεό ἀπό τή θρησκεία (θεοκεντρική) καί ἀπό τή φιλοσοφία (ἀνθρωποκεντρική). Βεβαίως, τόσο ἡ θρησκεία, ὅσο καί ἡ φιλοσοφία προέβαλλαν πάντοτε τήν ἑνότητα τῆς ὑπερβατικῆς θείας δυνάμεως, προσωπικῆς ἤ μή, στήν ὁποία ἀναφερόταν ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί τοῦ κόσμου, γι᾽ αὐτό ἡ διαλεκτική αὐτή μεταξύ τῆς θρησκείας καί τῆς φιλοσοφίας καθιέρωσε τήν ἄρρηκτη συζυγία τους ὄχι μόνο στίς μεγάλες πολιτισμικές παραδόσεις, ἀλλά καί στή ζωή τῶν λαῶν.

Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ὅλα τά σημαντικά γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἤδη ἀπό τό λυκαυγές τῆς ἱστορίας ἐξέφραζαν πάντοτε τήν ἄρρηκτη συζυγία θρησκείας καί πολιτιστικῶν παραδόσεων, ἔστω καί ἄν διαφοροποιεῖται κατά περίπτωση ἡ ἔμφαση στά θρησκευτικά ἤ στά πολιτιστικά στοιχεῖα τῆς συζυγίας, μέ γνώμονα ὅμως πάντοτε τήν ἀναφορικότητα τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό καί τήν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἡ ἔμφυτη λοιπόν ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου νά γνωρίση τό οἰκοσύστημά του καί τούς ἄλλους ἐνοίκους σέ αὐτό ἐκφράσθηκε μέ ποικίλους τρόπους καί μέ διαφορετικά κριτήρια (μεταναστεύσεις λαῶν, κατακτητικές διεκδικήσεις, ἐμπορικές σχέσεις, συμμαχίες κ.λπ.), ἀλλά πάντοτε κατέληγε σέ μία γόνιμη συνάντηση λαῶν, θρησκειῶν καί πολιτιστικῶν παραδόσεων.

Εἶναι ὅμως εὐνόητον ὅτι ἡ κινητικότητα ἀνθρώπων καί λαῶν προσδιορίσθηκε στήν ἀρχαιότητα ἀπό τίς πολιτικές θεωρίες γιά τήν ταυτότητα τοῦ κράτους, ἀπό τή συνύπαρξή τους στήν ἴδια εὐρύτερη περιοχή, ἀπό τά οἰκονομικά κίνητρα τῶν ἐμπορικῶν τους σχέσεων καί ἀπό τήν περιορισμένη ἱκανότητα τῶν μεταφορικῶν μέσων σέ κάθε ἐποχή. Πράγματι, διαφορετική εἶναι ἡ κινητικότητα τῶν Ἑλλήνων κατά τούς κλασικούς χρόνους γιά τήν ἀνάπτυξη τῶν ἐμπορικῶν δραστηριοτήτων κάθε πόλεως-κράτους μέ τήν ἴδρυση ἀποικιῶν στίς παράκτιες ζῶνες τῆς Μεσογείου καί τοῦ Εὐξείνου πόντου, ὅπως ἦταν διαφορετική ἡ κινητικότητά τους κατά τούς ἑλληνιστικούς χρόνους στά πλαίσια τῆς ἀχανοῦς αὐτοκρατορίας τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου καί τῶν ἐπιγόνων του. Ἐν τούτοις, τόσο στούς κλασικούς, ὅσο καί στούς ἑλληνιστικούς χρόνους διατηρήθηκε ἀλώβητη ἡ συζυγία θρησκείας καί πολιτιστικῶν παραδόσεων, καίτοι ἐκφράσθηκε μέ διαφορετικούς τρόπους. Ἔτσι, οἱ ἀφιερωμένοι στούς θεούς πανελλήνιοι ἀθλητικοί ἀγῶνες συνδύαζαν τίς λατρευτικές ἐκδηλώσεις μέ τά ἀθλητικά ἀγωνίσματα τῶν ἀθλητῶν ἀπό τίς ἑλληνικές πόλεις καί τίς ἀποικίες τους, τούς ὁποίους συνόδευαν καί φιλοθεάμονες πολίτες τους. Ἡ σταδιακή παρακμή τους κατά τούς ὕστερους ἑλληνιστικούς χρόνους δέν ἀποδυνάμωσε τίς λατρευτικές ἐπισκέψεις στά μεγάλα Ἱερά τῆς ἀπολλώνειας κυρίως λατρείας, (ὅπως λ.χ. στά ἱερά τῶν Δελφῶν, τῆς Ἠλείας, τῆς Ἀντιοχείας κ.λπ.).

Ἡ ἐμφάνιση καί ἡ διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο διαφοροποίησαν τόν λόγο καί τόν τρόπο ἐκφράσεως τῆς προσκυνηματικῆς κινητικότητας τῶν χριστιανῶν. Τό ἱερό πλέον κέντρο τῆς θρησκευτικῆς εὐλάβειας τῶν χριστιανῶν ρωμαίων πολιτῶν μετατοπίσθηκε στήν εὐρύτερη περιοχή τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου γεννήθηκε, ἔδρασε καί σταυρώθηκε ὁ ἱδρυτής τῆς Ἐκκλησίας, ὁ σαρκωθείς Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ. Στήν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ ἀποκαταστάσθηκε ἡ ἑνότητα Θεοῦ, ἀνθρώπου καί κόσμου, ἐνῶ τό λυτρωτικό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου ἀπευθυνόταν σέ ὅλα τά ἔθνη τῆς γῆς γιά νά ὑπερβαθοῦν οἱ συγχύσεις τοῦ ἀνθρώπου γιά τή σχέσή του μέ τόν Θεό καί μέ τόν κόσμο. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, οἱ ἀπόστολοι καί οἱ συνεργοί τους ἀνέλαβαν συνεχεῖς καί ἐπίπονες περιοδεῖες σέ ὁλόκληρο τόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο καί στόν εὐρύτερο περίγυρο γιά νά κηρύξουν τό εὐαγγέλιο καί ἵδρυσαν τίς πρῶτες χριστιανικές ἐκκλησίες στίς σημαντικότερες πόλεις τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, οἱ ὁποῖες συνέχισαν τό ἱεραποστολικό τους ἔργο παρά τούς ἀπηνεῖς διωγμούς τῶν ρωμαϊκῶν ἀρχῶν.

Βεβαίως, οἱ ἀπόστολοι καί οἱ διάδοχοί τους ὑποστήριζαν τίς νεοσύστατες τοπικές ἐκκλησίες μέ ἐπισκέψεις, ἀποστολές καί ἐπιστολές, ἐνῶ τό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, τά ὁποῖα ἦσαν στό ἐπίκεντρο τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος, ἐρέθιζαν τήν εὐλάβεια τῶν χριστιανῶν γιά προσκυνηματικές ἐπισκέψεις στούς θεοβάδιστους ἱερούς τόπους τῆς Παλαιστίνης. Ἡ πραγματοποίηση ὄμως τῆς εὐλαβοῦς αὐτῆς ἐπιθυμίας ἦταν δυνατή μόνο γιά ὅσους χριστιανούς ἀνῆκαν σέ πλησιόχωρες τοπικές ἐκκλησίες ἤ εἶχαν τήν εὐχέρεια χρόνου καί χρημάτων γιά νά τό ἀποφασίσουν. Ὅσοι πραγματοποιοῦσαν τήν ἐπιθυμία τους συνδύαζαν τίς προσκυνηματικές ἐπισκέψεις τῶν ἱερῶν τόπων μέ τή συμμετοχή τους καί στίς ἰδιαίτερες ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, οἱ ὁποῖες ἀνεφέροντο στή σχέση τῶν ἱερῶν τόπων μέ τά γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Ὅσοι ἀδυνατοῦσαν νά ἀναλάβουν μία τόσο δαπανηρή προσκυνηματική ἐπίσκεψη ἐξέφραζαν τήν εὐλάβειά τους μέ τήν ἐπίσκεψη τῶν τάφων τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως ἀποστόλων, ἐπισκόπων, λοιπῶν κληρικῶν καί λαϊκῶν, στούς ὁποίους συνέρρεαν οἱ πιστοί τῆς εὐρύτερης περιοχῆς γιά νά τιμήσουν τούς μάρτυρες καί νά ἐνισχυθοῦν στήν πίστη τους.

2. Μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ καί τό τέλος τῶν διωγμῶν ἡ εὐλάβεια τῶν πιστῶν ἀναζήτησε πνευματικά ἐρείσματα στόν ὑποδειγματικό βίο τῶν σκληρῶν πνευματικῶν ἀγωνισμάτων τῶν ἀσκητῶν, τά ὁποῖα ὁ Μ. Ἀθανάσιος παραλληλίζει πρός τόν ἀγώνα τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως (P.G. 26, 1173) καί ὁ Ἱερώνυμος τά χαρακτηρίζει ὡς «καθημερινό μαρτύριο» (cotidianum martyrium, Epist., 108, 31). Βεβαίως, στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ἦταν σαφής ἡ ὑπεροχή τοῦ μαρτυρίου τοῦ αἵματος ἔναντι τοῦ «μαρτυρίου τῶν δακρύων τῆς μετανοίας», ἀλλά ἦταν γενική ἡ ἀναγνώριση ὅτι τό δεύτερο ἦταν μία αὐθεντική συνέχεια τοῦ πρώτου. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή ἐξηγεῖται ὄχι μόνον ὁ εὔλογος θαυμασμός τῶν πιστῶν γιά νά ἀσκητικά κατορθώματα τῶν μεγάλων ἀσκητῶν τῆς ἐρήμου, ἀλλά καί ἡ σφοδρή ἐπιθυμία τους νά ἀποκτήσουν προσωπική ἐμπειρία τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας, γι᾽ αὐτό πραγματοποιοῦσαν προσκυνηματικές ἐπισκέψεις στά μεγάλα μοναστικά κέντρα τῆς Αἰγύπτου, τῆς Παλαιστίνης καί τῆς Συρίας, ἀκόμη καί σέ ὅσα εἶχαν ἀναπτυχθῆ στά βάθη τῆς ἐρήμου (Νιτρίας, Σινᾶ, Λαύρα τοῦ ἁγίου Σάβα κ.ἄ.).

Ἡ ἵδρυση μεγάλων μονῶν στήν εὐρύτερη περιοχή τῆς Κπόλεως ἀπό τίς ἀρχές τοῦ Ε’ αἰώνα λειτουργοῦσε ὡς συνεχής πρόσκληση ἤ καί ὡς πρόκληση πρός τούς πιστούς τῆς εὐρύτερης περιοχῆς γιά προσκυνηματικές ἐπισκέψεις. Ὁ συνδυασμός τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς τῶν μοναχῶν μέ τήν ἀδιάκοπη εἰκοσιτετράωρη θεία λατρεία στίς μονές τῶν Ἀκοιμήτων, καίτοι ἦταν καινοτομία στίς ἀσκητικές παραδόσεις, αὔξησε μέ ἐντυπωσιακό τρόπο ὄχι μόνο τόν ἀριθμό τῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν ἀπό τήν Κπόλη καί τήν εὐρύτερη περιοχή, ἀλλά καί τήν πνευματική ἀκτινοβολία τῆς μονῆς. Ὁ εἰσηγητής τῆς πρακτικῆς αὐτῆς ἡγούμενος Ἀλέξανδρος κατένειμε τούς μοναχούς σέ ἕξι χορούς γιά τήν κάλυψη τῆς συνεχοῦς εἰκοσιτετράωρης θείας λατρείας, γι᾽ αὐτό καί ἐγκωμιάζεται ὅτι «νόμον εἰσάγει καινόν μέν, ἀλλά τόν ἁπανταχοῦ κάλλιστον, μηδέποτε τῶν εἰς Θεόν ὕμνων τό συνεχές διακόπτεσθαι, ἀλλά, τῇ κατά διαδοχήν τῶν λειτουργούντων ὑπαλλαγῇ, τήν ἀσίγητον ταύτην καί ἄπαυτον τῷ Δεσπότῃ περιποιεῖσθαι δοξολογίαν» (PG 116, 705-746). Ἀνάλογη ἦταν ἡ ἀκτινοβολία καί τῶν ἐκκεντρικῶν μορφῶν ἀσκήσεως, ὅπως τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Στυλίτη στή Β. Συρία, ὁ Στύλος τοῦ ὁποίου προσείλκυε προσκυνητές ἀπό ὁλόκληρη τήν Ἀνατολή καί ἐπηρέαζε μέ τήν ἀκτινοβολία του ὄχι μόνο τήν πνευματική, ἀλλά καί τήν πολιτική ζωή τῆς Συρίας κ.λπ.


Βεβαίως, ὁ μοναχισμός καθιερώθηκε στήν ἐκκλησιαστική συνείδηση ὡς μία ὑπεροχική ἔκφραση τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας τοῦ ὅλου ἐκκλησιαστικοῦ σώματος ὄχι μόνο στήν Ἀνατολή, ἀλλά καί στή Δύση, ὅπου διαδόθηκε ἀπό τόν Μ. Ἀθανάσιο καί τούς ἄλλους ὀρθοδόξους ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι ἐξορίσθηκαν στή Δύση ἀπό τούς ἀρειανόφρονες αὐτοκράτορες. Ὁ Βίος τοῦ Μ. Ἀντωνίου, οἱ ἀσκητικοί Ὅροι τοῦ Μ. Βασιλείου καί ὁ ζῆλος τοῦ Ἱερωνύμου καί τοῦ Ρουφίνου γιά τή μεταφορά τοῦ μοναχισμοῦ στή Δύση ἀπέδωσαν καρπούς. Ὁ Ρουφίνος ἵδρυσε μία ἀξιόλογη γυναικεία μονή στά Ἱεροσόλυμα (374) μέ τήν οἰκονομική ὑποστήριξη τῆς πλούσιας ρωμαίας Μελανίας, ἡ ὁποία ἔγινε μοναχή, ἐνῶ ὁ Ἱερώνυμος ἵδρυσε μέ τήν οἰκονομική ὑποστήριξη τῆς ἐπίσης πλουσίας ρωμαίας χήρας Παύλας τρεῖς γυναικεῖες καί μία ἀνδρική μονή στά Ἱεροσόλυμα (389), ὅπου συνέρρεαν πολλοί προσκυνητές ἀπό τή Δύση. Ἔτσι, ὁ μοναχισμός διαδόθηκε στήν Ἰταλία, τή Γαλλία, τήν Ἱσπανία καί τή Β. Ἀφρική, ἀλλά ἡ ἀκμή του ἄρχισε μέ τήν ἵδρυση ἀπό τόν καταφυγόντα στή Δύση διάκονο τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου Κασσιανό στήν περιοχή τῆς Μασσαλίας δύο μονῶν, μιᾶς γυναικείας καί μιᾶς ἀνδρικῆς.

Οἱ μονές αὐτές ἔγιναν ὑπόδειγμα ὄχι μόνο γιά τήν ἵδρυση καί ἄλλων μονῶν στήν εὐρύτερη περιοχή, ἀλλά καί γιά τήν ἀνάπτυξη τοῦ μοναχισμοῦ στήν Ἀγγλία, τήν Ἰρλανδία καί τή Σκωτία, ἀπό τόν ὁποῖο ἀναδείχθηκαν οἱ περίφημοι γιά τό ἱεραποστολικό τους ἔργο στόν κόσμο τῶν Φράγκων ἰρλανδοσκῶτοι μοναχοί. Ἡ ἵδρυση ἀπό τόν ἅγιο Βενέδικτο τῆς περίφημης κοινοβιακῆς μονῆς στό Μόντε Κασσίνο τῆς Καμπανίας (529) ἐπηρέασε τήν ἐξέλιξη τοῦ μοναχισμοῦ τῆς Δύσεως. Ὁ Κανόνας τοῦ ἁγίου Βενεδίκτου συντάχθηκε μέ βάση τούς Ὅρους τοῦ Μ. Βασιλείου καί ἔγινε ἡ κύρια πηγή γιά τήν ἀναδιοργάνωση τῶν κοινοβιακῶν μονῶν τῆς Δύσεως, ἐνῶ τό τάγμα τῶν Βενεδικτίνων ἔγινε ὑπόδειγμα γιά τή λειτουργία τους. Ὡστόσο, ὁ δυτικός μοναχισμός ἐνισχύθηκε ἀπό ἀθρόα μετακίνηση πρός τή Δύση πολλῶν μοναχῶν τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι ἵδρυσαν ἀκμαῖες μονές στήν Ἰταλία καί τή Β. Ἀφρική ἀπό τά μέσα ἤδη τοῦ ΣΤ’ αἰώνα καί ἐπηρέασαν μέ τήν ἀκτινοβολία τους ὅλες τίς πτυχές τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου τῆς Δύσεως, ἰδιαίτερα κατά τήν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας (727-843).

Εἶναι λοιπόν προφανές ὅτι ὁ μοναχισμός δημιούργησε γιά τούς εὐλαβεῖς πιστούς νέα πνευματικά κέντρα προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων, οἱ ὁποῖες προσέφεραν καί οἰκονομική ὑποστήριξη ὄχι μόνο γιά τή λειτουργία τους, ἀλλά καί γιά τούς ἀγῶνες τους ὑπέρ τῆς πίστεως. Ἐν τούτοις, ἡ οἰκονομική αὐτή προοπτική τῶν προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων δέν παραβίαζε τά ὅρια τῆς ἀκτημοσύνης τῶν μοναχῶν, γι᾽ αὐτό καί κατά τήν πρώτη χιλιετία τοῦ ἱστορικοῦ βίου τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐκδηλώθηκαν ἀκραῖες πλουτομανεῖς τάσεις ἀπό τούς μοναχούς ἤ τίς μονές μέ καθαρῶς οἰκονομικά κίνητρα, παρά τίς αὐθαιρεσίες ὁρισμένων μοναχῶν στίς περιοδεῖες τους γιά τήν «ἱερή ζητεία» ὑπέρ τῶν ἀναγκῶν τῆς μονῆς. Οἱ αὐθαιρεσίες αὐτές, καίτοι ἀποδοκιμάσθηκαν ἐπισήμως ἀπό τήν Ἐκκλησία, δέν ἀποδυνάμωσαν τήν ἰδιαίτερη πνευματική εὐαισθησία τῶν πιστῶν γιά τήν ἀσκητική ἐμπειρία τῶν μοναχῶν. Ἄλλωστε, οἱ σκληροί διωγμοί τῶν εἰκονομάχων αὐτοκρατόρων ἐναντίον τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς τιμῆς τῶν ἱερῶν εἰκόνων μοναχῶν συνοδεύθηκαν μέ τό κλείσιμο πολλῶν μονῶν καί τή δήμευση τῶν περιουσιῶν τους, τά ὁποῖα ἱεροποιοῦσαν ὄχι μόνο τούς ἀγῶνες τους, ἀλλά καί τίς ὁποιεσδήποτε ὑπερβολές στίς «ἱερές ζητεῖες».

Οἱ σκληρές ὅμως δοκιμασίες τοῦ μοναχισμοῦ κατά τήν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας (727-843) κατέστησαν ἀναγκαία τή δημιουργία σέ ἀπομακρυσμένες ἀπό τίς πόλεις δυσπρόσιτες ὀρεινές περιοχές μεγάλων μοναστικῶν πολιτειῶν, στίς ὁποῖες κατέφευγαν ὅλοι οἱ διωκόμενοι μοναχοί γιά νά ἐπιδοθοῦν στά ἀσκητικά ἀγωνίσματα τῆς προσωπικῆς τους ἐπιλογῆς (Ὄλυμπος Βιθυνίας, Λάτρος κ.λπ.). Ἡ παράλληλη ἀνάπτυξη στίς μοναστικές αὐτές πολιτεῖες ὅλων τῶν μορφῶν τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας (Κοινόβια, Λαῦρες, Σκῆτες, Ἐρημίτες, Στυλίτες, Σπηλαιῶτες κ.λπ.) καί οἱ κοινοί ἀγῶνες ἐναντίον τῆς εἰκονομαχίας ἀνέδειξαν τά νέα μοναστικά κέντρα ὡς τούς αὐθεντικούς ἐκφραστές τῆς βαθυτέρας σχέσεως τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας πρός τήν ὀρθοδοξία τῆς πίστεως, γι᾽ αὐτό συνέρρεαν σέ αὐτά εὐλαβεῖς πιστοί, κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί, γιά νά ἐνισχυθοῦν στή δική τους πνευματική ζωή ἀπό τά ἀγωνίσματα τῶν ἀσκητῶν. Ἡ ἵδρυση τῆς μοναστικῆς πολιτείας τοῦ Ἁγίου Ὄρους στή χερσόνησο τοῦ Ἄθω καθιέρωσε τή νέα αὐτή προοπτική τοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ ὄχι μόνο μέ τή σταδιακή ἵδρυση τῶν εἴκοσι μεγάλων κοινοβιακῶν μονῶν, ἀλλά καί μέ τήν πολλαπλῆ ὑποστήριξη τῆς ἀναπτύξεως τοῦ μοναχισμοῦ στίς νεοσύστατες Ἐκκλησίες τῶν σλαβικῶν λαῶν, οἱ ὁποῖες ἱδρύθηκαν ἀπό τήν ἐντυπωσιακή δράση τῆς βυζαντινῆς ἱεραποστολῆς κατά τούς Θ’ καί Ι’ αἰῶνες. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ πανορθόδοξη ἀκτινοβολία τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ λειτούργησε κατά τή δεύτερη χιλιετία τοῦ ἱστορικοῦ βίου τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐγγύηση τόσο γιά τήν πνευματική ἑνότητα τοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ, ὅσο καί γιά τήν πιστότητά του στίς παραδοσιακές ἀρχές τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητας, γι᾽ αὐτό καθιερώθηκε ὡς κέντρο προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων ὄχι μόνο γιά τούς ὀρθοδόξους, ἀλλά καί γιά ὅλους τούς χριστιανούς.

3. Ἀντιθέτως, ὁ μοναχισμός τῆς Δύσεως ἀποσυνδέθηκε σταδιακά μέσα τόν ΙΑ’ αἰώνα ἀπό τίς παραδοσιακές ἀρχές τοῦ Κανόνα τοῦ ἁγίου Βενεδίκτου καί εἰσήγαγε νέες ἀρχές στήν ὀργάνωση καί στή διοίκηση τῶν μοναστικῶν ταγμάτων, τά ὁποῖα εἶχαν ὡς κέντρο τή μητέρα μονή καί ἀνέπτυξαν θυγατρικές μονές σέ πολλές χῶρες τῆς Δύσεως μέ τή δωρεά μεγάλων ἐκτάσεων γῆς ἀπό τούς τοπικούς ἡγεμόνες (τάγμα Κλουνιακῶν) ἤ καί χωρίς τήν ἀποδοχή δωρεῶν (τάγμα Κιστερσιανῶν). Ἡ ἐσωτερική ἑνότητα τῆς μητέρας καί τῶν θυγατέρων μονῶν κατοχυρωνόταν ἀπό τόν ἰδιαίτερο Κανόνα κάθε τάγματος καί βεβαιωνόταν ἀπό τήν ἐξαιρετική αὐθεντία τοῦ ἡγουμένου τῆς μητέρας μονῆς στίς τακτικές ἐτήσιες συνελεύσεις τῶν ἡγουμένων ὅλων τῶν θυγατρικῶν μονῶν, ἀφοῦ ὅλες οἱ μονές τοῦ τάγματος εἶχαν τήν ἀναφορά τους διά τοῦ ἡγουμένου τῆς μητέρας μονῆς κατ᾽ εὐθείαν στόν πάπα καί ὄχι στούς ἐπιχωρίους ἐπισκόπους. Ἡ σημαντική ἐκκλησιαστική, ἐκπαιδευτική καί κοινωνική προσφορά τῶν μοναστικῶν ταγμάτων αὔξησε ὄχι μόνο τόν πλοῦτο τοῦ τάγματος μέ τήν ἀποδοχή γαιῶν καί οἰκονομικῶν προνομίων ἀπό τούς τοπικούς ἡγεμόνες ἤ φεουδάρχες, ἀλλά καί τήν ἀποδοκιμασία ἀπό τούς πιστούς τόσο τῆς ἀκόρεστης πλουτομανίας τῶν μοναχῶν, ὅσο καί τῆς ἐξαρτήσεως τῶν ἡγουμένων ἀπό τούς κοσμικούς ἄρχοντες. Ἡ παρακμή τοῦ πανίσχυρου τάγματος τῶν Κλουνιακῶν κατά τόν ΙΒ’ αἰώνα καί ἡ ἐντυπωσιακή ἀπήχηση τῆς αἱρέσεως τῶν Καθαρῶν ἤ Ἀλβιγίων ἐξηγοῦν τίς ἐπιλογές τῶν λεγομένων «ἐπαιτικῶν» μοναστικῶν ταγμάτων (Δομινικανῶν, Φραγκισκανῶν) ἀφ᾽ ἑνός μέν νά μιμηθοῦν τήν ἀπόλυτη πτωχεία τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀποστόλων, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ νά ἀφιερωθοῦν μέ ἀποστολικό ζῆλο γιά τό κήρυγμα Εὐαγγελίου. Ὡστόσο, ἡ τήρηση τῶν ἐπιλογῶν αὐτῶν ἀτόνησε μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου μέ τόν πλασματικό μάλιστα συλλογισμό ὅτι ἡ ἀκτημοσύνη ἀναφέρεται στούς μοναχούς καί ὄχι στό τάγμα, γι᾽ αὐτό ἐνέταξαν στά οἰκονομικά τους κίνητρα ἀκόμη καί τίς προσκυνηματικές ἐπισκέψεις τῶν χριστιανῶν τῆς Δύσεως στούς ἐλεγχόμενους ἀπό τούς Σταυροφόρους Ἁγίους Τόπους.Στόν ἀντίποδα ὅμως τῆς πτωχείας τῶν «ἐπαιτικῶν» ταγμάτων ἀναπτύχθηκαν τά καθαρῶς οἰκονομικά κίνητρα τῶν λεγομένων «ἱπποτικῶν» ταγμάτων (Ἰωαννιτῶν, Ναϊτῶν), τά ὁποῖα συνδύαζαν τίς μοναστικές ὑποσχέσεις (ἀγαμία, ἀκτημοσύνη, ὑπακοή) καί ἄρτια στρατιωτική ὀργάνωση μέ τό πρόσχημα ὅτι ἔτσι μποροῦσαν νά προσφέρουν πολυτιμότερη προστασία τόσο στούς δυτικούς προσκυνητές, ὅσο καί στούς λατίνους ἡγεμόνες τῶν Ἱεροσολύμων. Τά «ἱπποτικά» τάγματα ἀξιοποίησαν τή συρροή δυτικῶν προσκυνητῶν στούς Ἁγίους Τόπους καί πλούτισαν ὄχι μόνο ἀπό τά ἔσοδα γιά τή φιλοξενία καί τήν προστασία τους, ἀλλά καί ἀπό τίς οἰκονομικές συμφωνίες τους μέ ὅσους ἀναλάμβαναν τή μεταφορά τῶν προσκυνητῶν. Ἔτσι, ἀπέκτησαν τεράστια περιουσία τόσο στήν Παλαιστίνη, ὅσο καί στά σημαντικότερα κέντρα τῆς ἐμπορικῆς ὁδοῦ ἀπό τή Δύση πρός τήν Παλαιστίνη. Βεβαίως, ἡ συρροή πλούτου προκάλεσε τή χαλάρωση τῶν μοναστικῶν ὑποσχέσεων καί τήν τόνωση τῶν οἰκονομικῶν τους δραστηριοτήτων στά μεγάλα κράτη τῆς Δύσεως (Γαλλία, Ἱσπανία, Ἀγγλία κ.ἄ.), οἱ βασιλεῖς τῶν ὁποίων εἶχαν δεχθῆ τήν οἰκονομική ὑποστήριξη τοῦ πολύπλοκου τραπεζικοῦ συστήματος τῶν δύο «ἱπποτικῶν ταγμάτων» μέ ἐπαχθῆ μάλιστα ἀνταλλάγματα (δωρεές γαιῶν, εὐνοϊκές οἰκονομικές ρυθμίσεις κ.ἄ.). Μετά τήν ἐκδίωξη τῶν Σταυροφόρων ἀπό τήν Παλαιστίνη (1291) τά «ἱπποτικά» τάγματα μετέφεραν τήν ἕδρα τους στήν Κύπρο, ἀλλά τό μέν τάγμα τῶν Ναϊτῶν καταδικάσθηκε ὡς αἱρετικό ὑπό τήν πίεση τοῦ βασιλιά τῆς Γαλλίας Φιλίππου Δ’ τοῦ Ὡραίου καί διαλύθηκε (1307) γιά τήν ἁρπαγή τῆς μεγάλης περιουσίας του στή Γαλλία, ἐνώ τό τάγμα τῶν Ἰωαννιτῶν ἐγκαταστάθηκε τελικῶς στή Ρόδο μέχρι τήν ἅλωση τῆς νήσου ἀπό τούς τούρκους (1309-1522) καί μετά στή Μάλτα μέχρι τήν κατάληψη τῆς νήσου ἀπό τόν Ναπολέοντα (1522-1798) καί τή διάλυση τοῦ τάγματος γιά τή δήμευση τῆς περιουσίας του. Συνεπῶς, οὔτε τά ἐπαιτικά τάγματα ἄντεξαν στή μόνιμη τήρηση τῆς πτωχείας τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀποστόλων, οὔτε τά ἱπποτικά τάγματα ἄντεξαν στήν πρόκληση τοῦ εὔκολου πλουτισμοῦ ἀπό τήν καταχρηστική οἰκονομική ἐκμετάλλευση τοῦ προσκυνηματικοῦ ζήλου τῶν εὐλαβῶν χριστιανῶν τῆς Δύσεως, ὅπως καί τό τάγμα τῶν Ἰησουϊτῶν δέν ἄντεξε στήν ὀρθή χρήση τοῦ εὔκολου πλουτισμοῦ ἀπό τήν ἐκμετάλλευση τῶν ἀποικιοκρατικῶν καθεστώτων τῆς Ν. Ἀμερικῆς, γι᾿ αὐτό διαλύθηκε σέ ὅλα τά κράτη τῆς Δύσεως κατά τόν ΙΗ’ αἰώνα. Ἐν τούτοις, ὁ εὔκολος πλουτισμός τῶν «ἱπποτικῶν» ταγμάτων καί ἡ ἐντυπωσιακή ἀνάπτυξη τῶν «ἐπαιτικῶν» ταγμάτων ἀποτέλεσαν σημαντικά κίνητρα γιά τόν ἐμπερίστατο παπικό θρόνο κατά τήν περίοδο τῆς «βαβυλώνιας αἰχμαλωσίας» του στήν Ἀβινιόν τῆς Γαλλίας (1309-1378) νά ἀναζητήση τήν κάλυψη τῶν πιεστικῶν οἰκονομικῶν του δυσκολιῶν μέ τήν ἐπίσημη καθιέρωση ὁμαδικῶν προσκυνηματικῶν ὁδοιποριῶν τῶν ρωμαιοκαθολικῶν πιστῶν πρός τή Ρώμη. Ἔτσι, ὁ πάπας Βονιφάτιος Η’ (1294-1303) συνέδεσε τόν θεσμό τῶν «ἰωβηλαίων ἐτῶν» μέ τίς περίφημες «ἀφέσεις», ἤτοι τά συγχωροχάρτια (indulgentiae), γιά νά ἐπιτύχη τήν ὁμαδική συμμετοχή τῶν πιστῶν στίς προσκυνηματικές ὁδοιπορίες πρός τή Ρώμη, τίς ὁποῖες ὑποστήριζαν μέ ὑπερβάλλοντα ζῆλο τά «ἐπαιτικά» τάγματα, ἰδιαίτερα ὅμως οἱ Δομινικανοί. Ὁ θεσμός εἶχε τίς ρίζες του στίς ἰουδαϊκή παράδοση (Λευιτ., 25, 8 κἑξ.), ἡ ὁποία ἀφιέρωνε κάθε πεντηκοστό ἔτος στόν Θεό μέ σημαντικές κοινωνικές προεκτάσεις (ἐπιστροφή πωληθέντων κτημάτων, ἀπελευθέρωση δούλων κ.λπ.), ἡ ἔναρξη δέ τοῦ ἰωβηλαίου ἔτους κηρυσσόταν ὑπό τόν ἦχο σάλπιγγας (ἑβρ. γιομπέλ=σάλπιγγα). Ὁ Βονιφάτιος ὅρισε τόν ἑορτασμό τῶν ἰωβηλαίων ἐτῶν κάθε ἑκατό ἔτη (1300), ἀλλά οἱ διογκούμενες οἰκονομικές ἀνάγκες τοῦ παπικοῦ θρόνου κατέστησαν ἀναγκαία καί τή συντόμευση τοῦ ἐνδιάμεσου χρόνου μεταξύ τῶν ἰωβηλαίων ἐτῶν. Ἔτσι, ὁ πάπας Βενέδικτος Β’ περιόρισε τόν ἐνδιάμεσο χρόνο στά πενήντα ἔτη (1340), ὁ Οὐρβανόν ΣΤ’ στά τριάντα ἔτη (1389) καί ὁ Παῦλος Β’ στά εἰκοσιπέντε ἔτη (1470).Ἡ πρόθυμη ὑποστήριξη τῶν προσκυνηματικῶν ὁδοιποριῶν ἀπό τά «ἐπαιτικά» τάγματα, τά ὁποῖα ἐπενέδυαν σέ αὐτές καί δικά τους οἰκονομικά κίνητρα (φιλοξενεῖες κ.λπ.), ἐξηγεῖ ὄχι μόνο τή συρροή προσκυνητῶν στή Ρώμη, ἀλλά καί τά σημαντικά οἰκονομικά ἔσοδα ὅλων τῶν ἐμπλεκομένων σέ αὐτές ἐκκλησιαστικῶν φορέων. Οἱ συμμετέχοντες στίς προσκυνηματικές ὁδοιπορίες τοῦ ἰωβηλαίου ἔτους πιστοί ἀπό ὅλα σχεδόν τά κράτη τῆς Δύσεως ὄφειλαν νά παραμείνουν 15 τουλάχιστον ἡμέρες στή Ρώμη, ὅπου συμμετεῖχαν σέ εἰδικές λατρευτικές τελετές, ἐξομολογοῦντο στούς πνευματικούς καί λάμβαναν «ἀφέσεις» (συγχωροχάρτια) ἁμαρτιῶν καί τιμωριῶν. Ὅσοι πιστοί ἀδυνατοῦσαν γιά διάφορους λόγους νά πραγματοποιήσουν τήν προσκυνηματική ἐπίσκεψη στή Ρώμη μποροῦσαν νά ἀποστείλουν τό ἀνάλογο χρηματικό ποσό γιά νά λάβουν τά συγχωροχάρτια. Ἡ ἀποσύνδεση ὅμως αὐτή ἐπιβάρυνε περισσότερο τήν ἤδη ἐπικίνδυνη σύγχυση πνευματικῶν καί οἰκονομικῶν κινήτρων, καίτοι προβαλλόταν πάντοτε ὡς πρόσχημα κάποιος συγκεκριμένος ἱερός σκοπός γιά τήν πώληση τῶν συγχωροχαρτίων. Ἔτσι, οἱ γνωστές καταχρηστικές ἐνέργειες τοῦ παπικοῦ θρόνου καί τῶν ἐπαιτικῶν ταγμάτων γιά τήν πώληση συγχωροχαρτίων μέ πρόσχημα τήν ἀνέγερση τῆς περικαλλοῦς Βασιλικῆς τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου στή Ρώμη, εἶχαν ὡς ἀναπόφευκτες συνέπειες ὄχι μόνο τήν κατάργηση τοῦ θεσμοῦ τῶν ἰωβηλαίων ἐτῶν, ἀλλά καί τήν τραγική διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δύσεως κατά τόν ΙΣΤ’ αἰώνα, χωρίς μάλιστα νά καταστήσουν πλουσιότερο τόν παπικό θρόνο.

4. Εἶναι λοιπόν προφανές τό συμπέρασμα ὅτι τά ὀργανωμένα προσκυνηματικά προγράμματα ἐμπεριεῖχαν πάντοτε τόν πειρασμό μιᾶς ἐπικίνδυνης συγχύσεως μεταξύ τῶν πνευματικῶν καί τῶν ὑλικῶν στοιχείων, τά ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα γιά τήν πραγματοποίησή τους. Ὁ πειρασμός αὐτός παρενοχλεῖ τή σκέψη ὅλων τῶν παραγόντων, οἱ ὁποῖοι ἐμπλέκονται σέ ἕνα προσκυνηματικό πρόγραμμα, ἤτοι τούς διαχειριστές τῶν ἱερῶν τόπων ὑποδοχῆς ἤ καί φιλοξενίας τῶν προσκυνητῶν, τούς ἀναλαμβάνοντες τή διακίνηση ἤ καί τή διαμονή τῶν προσκυνητῶν, τήν τοπική κοινωνία τῶν ἱερῶν τόπων καί, τέλος, τούς ἴδιους τούς προσκυνητές. Ἡ ἀπόκρουση τοῦ πειρασμοῦ ἤ ἔστω τῶν ἐπικινδύνων συγχύσεων εἶναι ἀνέφικτη ἀκόμη καί μέ τήν ἀξιοποίηση τῆς παραδοσιακῆς σέ τέτοιες περιπτώσεις «εὐλαβοῦς ὑποκρισίας», ἀφοῦ ἡ ὁποιαδήποτε σύγχυση κινήτρων ὄχι μόνο δέν εἶναι δυνατόν νά συγκαλυφθῆ, ἀλλ᾽ ἀντιθέτως προκαλεῖ τελικῶς καί τόν σκανδαλισμό τῶν προσκυνητῶν μέ εὐνόητες ἀρνητικές συνέπειες γιά τόν συγκεκριμένο τουλάχιστον προσκυνηματικό προορισμό. Προφανῶς, ἡ ὀρθή διαχείριση τοῦ τρόπου, τοῦ τόπου καί τοῦ χρόνου τῶν προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων στούς ἱερούς τόπους λατρείας ἤ ἀσκήσεως προϋποθέτει ἀπαραιτήτως ἀφ᾽ ἑνός μέν τήν πρόθυμη ὑποδοχή τῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ τόν σεβασμό τῶν προσκυνητῶν πρός τήν ἱερότητα τῶν σκοπῶν καί τῆς λειτουργίας τοῦ τόπου, τά ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα γιά τή μή ἀλλοτρίωση τοῦ πνευματικοῦ χαρακτήρα τῶν προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων. Ὁ κίνδυνος αὐτός εἶναι σήμερον μεγαλύτερος, ἀφοῦ οἱ προσκυνηματικές ἐπισκέψεις ἐντάσσονται πλέον στά εὐρύτερα πλαίσια ὀργανωμένων τουριστικῶν προγραμμάτων καί προορισμῶν ὡς προτάσεις τῶν ὀργανωτῶν καί ὄχι ὡς ἐπιλογές τῶν συμμετεχόντων, γι᾽ αὐτό ὑφέρπει πάντοτε ὁ κίνδυνος ἐμπορευματικῆς ἐκμεταλλεύσεως καί τῶν προγραμματισμένων ἐπισκέψεων σέ ἱερούς τόπους.

Οἱ κίνδυνοι αὐτοί εἶναι μεγαλύτεροι γιά τούς ἱερούς τόπους τῶν καθιερωμένων γνωστῶν τουριστικῶν προορισμῶν, στούς ὁποίους ἐξέχουσα θέση κατέχουν τά νησιά τοῦ Ἰονίου καί τοῦ Αἰγαίου πελάγους καί ἡ Κρήτη, ἀφ᾽ ἑνός μέν γιατί οἱ ἐπισκέπτες εἶναι συνήθως πολλοί καί μέ διαφορετικές πνευματικές ἀναζητήσεις, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ γιατί οἱ ἱεροί τόποι ἀντιμετωπίζονται ἁπλῶς ὡς ἀξιοθέατα στοιχεῖα τῆς περιοχῆς. Ἄν λοιπόν οἱ προσκυνηματικές ἐπισκέψεις ἀντιγράψουν τά τουριστικά προγράμματα, τότε δέν εἶναι ἀναγκαῖες ὄχι μόνο γιατί οἱ ἐπισκέπτες τῶν ἱερῶν τόπων εἶναι ἤδη πολλοί, ἀλλά καί γιατί ἡ αὐξησή τους θά πολλαπλασιάση τά προβλήματα γιά τήν κατάλληλη πνευματική ἀξιοποίηση τῶν ἐπισκέψεων. Ἄν ὅμως ἀποσυνδεθοῦν ἀπό τά τουριστικά προγράμματα, τότε θά πρέπει νά συνδεθοῦν μέ κατάλληλες λατρευτικές ἐκδηλώσεις γιά νά εἶναι οἱ ἐπισκέψεις πράγματι προσκυνηματικές. Τά Ἑπτάνησα διαθέτουν ὅλα τά ἑλκυστικά στοιχεῖα φυσικοῦ κάλλους καί εὐλαβῶν παραδόσεων, τά ὁποῖα ἐπιτρέπουν μία ἐποικοδομητική σύνθεση προσκυνηματικῶν καί τουριστικῶν ἐπισκέψεων μέ ἐπίκεντρο τίς καθιερωμένες στήν ὀρθόδοξη παράδοση ἀκολουθίες (σύντομο ἑσπερινό, παράκληση κ.λπ.). Ἡ προοπτική τῆς συνθέσεως εἶναι ἐποικοδομητική, γιατί ἔτσι καθορίζονται ἀφ᾽ ἑνός μέν ὁ κατάλληλος χρόνος προγραμματισμοῦ τῶν ἐπισκέψεων, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ ὁ κατάλληλος τρόπος ἐκκλησιαστικῆς ὑποδοχῆς τῶν ἐπισκεπτῶν, οἱ ὁποῖοι θά πλουτίσουν τή φυσιοκρατική περιέργεια τοῦ τουρισμοῦ μέ τήν πνευματική ἐμπειρία μιᾶς προσκυνηματικῆς ἐπισκέψεως.


Τά Ἑπτάνησα ὑπῆρξαν πάντοτε σταθερή γέφυρα ἐπικοινωνίας μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἡ ὁποία ἀξιοποιήθηκε μέ ἐντυπωσιακή συνέχεια ἀπό τούς κλασικούς ἤδη χρόνους γιά τήν ἐπικοινωνία τῶν ἑλληνικῶν πόλεων μέ τίς ἀποικίες τους στήν Ἰταλία, ἔγινε πυκνότερη κατά τούς ρωμαϊκούς χρόνους καί κορυφώθηκε κατά τή βυζαντινή περίοδο μέ κύριο ἄξονα τήν ἀνάπτυξη τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο. Ὅλες αὐτές οἱ ἐποχές ἔχουν ἀφήσει ἀνεξίτηλα τά ἴχνη τους ὄχι μόνο στά ἐδάφη τῶν νήσων τοῦ Ἰονίου πελάγους, ἀλλά καί στήν ἱστορική μνήμη τῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πρόσθετους λόγους νά ἐντάσσουν τά Ἑπτάνησα στίς κύριες ἐπιλογές τῶν τουριστικῶν τους ἐπισκέψεων.Πράγματι, ἡ ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο προσέθεσε ἰδιαίτερα στοιχεῖα στόν φυσικό καί ἱστορικό πλοῦτο τῶν Ἑπτανήσων ὄχι μόνο μέ τήν ἑνότητα τῆς πνευματικῆς ἀκτινοβολίας, ἀλλά καί μέ τίς τραγικές συνέπειες τοῦ σχίσματος τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως (1054). Ἔτσι, τά Ἑπτάνησα ἀπέκτησαν κατά τήν δεύτερη χιλιετία τῆς χριστιανικῆς περιόδου καθοριστική στρατηγική ἀξία ὄχι μόνο γιά τίς ἐμπορικές δραστηριότητες τῆς ναυτικῆς δημοκρατίας τῆς Βενετίας, ἀλλά καί γιά τά γενικότερα συμφέροντα τῶν χριστιανικῶν κρατῶν τῆς Δύσεως τόσο πρίν, ὅσο καί μετά τήν πτώση τοῦ Βυζαντίου. Κατά τή μακρά περίοδο τῆς βενετοκρατίας τά Ἑπτάνησα, καίτοι γνώρισαν τήν οἰκονομική καί τήν ὁμολογιακή καταπίεση τῶν κρατούντων, διατήρησαν σημαντικά προνόμια κοινοτικῆς ὀργανώσεως καί οἰκονομικῶν δραστηριοτήτων, γιατί οἱ Βενετοί θεωροῦσαν ἀναγκαία τή συμπαράσταση τῶν Ἑπτανησίων ὄχι μόνο στίς ἐμπορικές τους δραστηριότητες, ἀλλά καί στούς ἀλλεπάλληλους πολέμους ἐναντίον τῶν Τούρκων.

Ἡ ἀλληλέγγυα ὅμως ἀνοχή σέ ἕνα ἀναπόφευκτο ἱστορικό συμβιβασμό ὑπῆρξε ἐπωφελής καί γιά τίς δύο πλευρές, ἀφοῦ οἱ μέν Βενετοί κέρδισαν τή συμπαράσταση τῶν Ἑπτανησίων σέ κάθε ἐξωτερική ἀπειλή, οἱ δέ Ἑπτανήσιοι κέρδισαν τήν ἐλεγχόμενη ἔστω συμμετοχή τους στήν οἰκονομική εὐμάρεια τῆς Βενετίας. Ἡ ἰδιότυπη αὐτή ἀλληλέγγυα ἀνοχή παρήγαγε μία ἐπίσης ἰδιότυπη πολιτιστική συνάντηση Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἡ ὁποία ἀποτυπώθηκε μέ ποικίλους τρόπους ὄχι μόνο στό χῶρο, ἀλλά καί στόν τρόπο ὅλων σχεδόν τῶν ἐκφράσεων τῆς κοινοτικῆς, τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί τῆς ἰδιωτικῆς ζωῆς τῶν Ἑπτανησίων. Εἶναι λοιπόν εὐνόητος ὁ λόγος, γιά τόν ὁποῖο τά Ἑπτάνησα παρέμειναν ἀνοικτή γέφυρα γιά τήν ἀμφίδρομη κίνηση ἀνθρώπων καί ἰδέων μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἡ ὁποία ἦταν ποικιλοτρόπως εὐεργετική γιά τούς ἐμπερίστατους Ἕλληνες ὄχι μόνο τῶν βενετοκρατούμενων, ἀλλά καί τῶν τουρκοκρατούμενων περιοχῶν, ἰδιαίτερα δέ γιά τήν ἀναδιοργάνωση τῆς παιδείας τοῦ Γένους κατά τούς χαλεπούς καιρούς τῆς τουρκοκρατίας.

Συνεπῶς, τά μνημεῖα καί οἱ μνῆμες τῶν ἱστορικῶν ἐμπειριῶν τῶν Ἑπτανήσων ἐκφράζουν ὄχι βεβαίως μουσειακά στοιχεῖα μιᾶς ἰδιότυπης συγκυρίας τοῦ παρελθόντος, ἀλλά μιᾶς ἰδιοφυοῦς ἤ καί ἰδιότροπης ἀντιμετωπίσεως τῶν προκλήσεων τῶν καιρῶν, γι᾽αὐτό ἀποτελοῦν ζωντανά στοιχεῖα στήν πολιτιστική παράδοση καί στή ζωή τῶν Ἑπτανησίων μέχρι σήμερον. Ἄλλωστε, ἕνας ἀλληλέγγυος συμβιβασμός μεταξύ Βενετσάνων καί Ἑπτανησίων δέν μποροῦσε νά εἶναι παρά μόνο ἰδιοφυής στή σύλληψή του καί ἰδιότροπος στήν ἐφαρμογή του, γι᾽ αὐτό στά Ἑπτάνησα οἱ ζωντανές πολιτιστικές καί ἐκκλησιαστικές παραδόσεις εἶναι τό αὐθεντικότερο ὑπόμνημα γιά τήν ἑρμηνεία τῶν μνημείων τῆς τέχνης καί τῆς πίστεως. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, τά Ἑπτάνησα εἶναι ἤδη στόν ὑψηλότερο δείκτη τῶν τουριστικῶν ἐπιλογῶν καί προσφέρονται γιά ἕνα συνετό προγραμματισμό τῶν προσκυνηματικῶν ἐπισκέψεων, ἀφοῦ ἡ ἰδιοτροπία τῶν πολιτιστικῶν τους παραδόσεων ἐκφράζεται μέ τήν ἴδια εὐαισθησία καί στόν ἱερό χῶρο τῆς λατρείας.


Γενεύη, 8 Ὀκτωβρίου 2009

Με την παρουσία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών η έναρξη Α΄ Πανελληνίου Συνεδρίου για τις Προσκυνηματικές Περιηγήσεις



Σ΄ ένα ανοιξιάτικα φθινοπωρινό περιβάλλον, με την παρουσία στελεχών από τις Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος, πλήθους προσκεκλημένων, Αρχιερέων, τοπικών Αρχών και Λαού, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος ετέλεσε σήμερα το πρωί, στο κατάμεστο Συνεδριακό Κέντρο του Δήμου Αρκαδίων (του Δήμου μας) τον Αγιασμό επί τη ενάρξει των εργασιών του Α΄ Πανελλήνιου Συνεδρίου για τις Προσκυνηματικές Περιηγήσεις και δη στα Επτάνησα, το οποίο φιλοξενείται αυτές τις μέρες στη Ζάκυνθο.



ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΖΑΚΥΝΘΟΥ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμε, Άγιοι Εκπρόσωποι του Οικουμενικού Πατριάρχου και της Σιωνίτιδος Εκκλησίας, Σεβασμιώτατοι Άγιοι Αρχιερείς, Αξιότιμοι Άρχοντες του τόπου, Κυρίες και Κύριοι Σύνεδροι,

Με αισθήματα μεγάλης χαράς χαιρετίζω την έναρξη του παρόντος Α΄ Πανελλήνιου Συνεδρίου, που διοργανώνει η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος υπό την αιγίδα του Συνοδικού Γραφείου Αναπτύξεως των Προσκυνηματικών Περιηγήσεων και το οποίο φιλοξενούμε εδώ, στο Φιόρο του Λεβάντε, την πανέμορφη και αγιοτόκο Ζάκυνθο.
Στο παρόν Συνέδριο, έχουμε την ύψιστη τιμή να παρευρίσκεται και να συμμετέχει στις εργασίες του ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, αναμένονται μάλιστα οι Μακαριώτατοι Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας κ.κ. Θεόδωρος και Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομος, ἀδελφοί εκλεκτοί Ιεράρχες, ελλογιμότατοι Καθηγητές και εκπρόσωποι των καθ’ Ελλάδα Ορθοδόξων τοπικών Εκκλησιών καθώς και λοιποί προσκεκλημένοι μας.

Μέσα στον σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κόσμο που μας περιβάλλει, στον οποίο έχουν «καταργηθεί» τα διακρατικά σύνορα μέσω της απρόσκοπτης ελευθερίας μετακίνησης των πολιτών όπου γης, τον εκμηδενισμό του χρόνου και των αποστάσεων συνεπεία της αλματώδους ανάπτυξης της τεχνολογίας, η Εκκλησία καλείται να προσαρμοσθεί στα νέα δεδομένα και να προβάλει στα μέλη Της –και όχι μόνον- κάτι, που ενώ στα μάτια των πολλών ίσως φαίνεται παρωχημένο και ξεπερασμένο, γι΄ Αυτήν όμως είναι δοκιμασμένο και αποδεδειγμένα ωφέλιμο ψυχικά, στο διάβα των αιώνων. Τούτο είναι οι «θρησκευτικές περιηγήσεις» ἤ απλούστερα ο θρησκευτικός τουρισμός.

Στο Συνέδριο αυτό, με τη βοήθεια των εκλεκτών Εισηγητών,
α) θα ανατρέξουμε στην μακραίωνη Εκκλησιαστική ιστορία και θα εντοπίσουμε πώς τα μέλη της Εκκλησίας αντιλαμβάνονταν την έννοια των προσκυνηματικών περιηγήσεων,
β) θα συγκεκριμενοποιήσουμε πώς αντιλαμβανόμαστε τις έννοιες προσκύνημα και θρησκευτικός τουρισμός,
γ) θα γίνουμε κοινωνοί εμπειριών και μαρτυριών συνδεδεμένων με προσκυνηματικούς προορισμούς,
δ) θα αναζητήσουμε τρόπους ανάπτυξης αυτού του προσκυνηματικού πνεύματος,
ε) θα εστιάσουμε στον χώρο των Επτανήσων, ακραγγίζοντας στιγμές της Ιστορίας και της εκκλησιαστικής Παράδοσής τους και τέλος
στ) θα προγραμματίσουμε τον επόμενο τόπο, που φρονώ ότι πρέπει να είναι η Μακεδονία μας.

Στόχος μας είναι, να γίνουμε σοφότεροι και κατ’ επέκτασιν ικανότεροι στην δημιουργία γόνιμης συνεργασίας με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς στα θέματα αναπτύξεως των εναλλακτικών μορφών τουρισμού, μεταξύ των οποίων οι προσκυνηματικές περιηγήσεις.

Σας ευχαριστώ.

Μια πρώτη ξενάγηση στο νέο Δημαρχείο του Μπανάτου

Σήμερα, πολύ νωρίς το πρωί, είχαμε την ευκαιρία να έχουμε μια "πριβέ" ξενάγηση στο νέο Δημαρχείο μας, εδώ στο Μπανάτο - έδρα του Δήμου Αρκαδίων Ζακύνθου. Ξεναγός μας ο φιλοπρόοδος Δήμαρχος κ. Στέλιος Μποζίκης, ο οποίος δικαιολογημένα αισθάνεται υπερήφανος για την επίτευξη ενός τέτοιου μεγάλου έργου. Σημειωτέον, ότι αύριο το πρωί θα εγκαινιασθεί το Μέγαρο αυτό (κόσμημα για την περιοχή μας) με την παρουσία των Προκαθημένων της Ορθοδοξίας, οι οποίοι -ως γνωστόν- παρεπιδημούν, στο νησί και στον Δήμο μας.

Εκείνο πάντως που μάς κέντρισε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον είναι, ότι το Δημαρχείο διακοσμήθηκε με έργα κορυφαίας Τέχνης, εννοώ Παιδικής Τέχνης και τούτο -κατά την προσωπική μας εκτίμηση- είναι θαυμαστό ως κίνηση, αλλά και ως αποτέλεσμα, όπως θα διαπιστώσετε κι εσείς παρακάτω. Οι λιλιπούτειοι ζωγράφοι είναι τα παιδιά του Ολοήμερου Πειραματικού Σχολείου "Παναγιώτης Χιώτης", που εδρεύει στο Μπανάτο. Τα έργα παρήχθησαν μάλιστα μετά από διαγωνισμό, τον οποίον προκήρυξε ο Δήμος ειδικά γι' αυτό τον σκοπό.
Εύγε στα παιδιά και στην Δημοτική Αρχή για την έμπνευση και το υπέροχο αποτέλεσμα!!! Θαυμάστε κι εσείς: