Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2008

...ήταν κι άλλα (μια εύθυμη θύμηση)

Γράφει η Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά

Τελευταίοι Χαιρετισμοί στην προσεισμική Ζάκυνθο, μοσχοβολάει η φύση Άνοιξη, γλυκαίνουν οι καρδιές των ανθρώπων, αγνοώντας ότι ο εγκέλαδος παραμονεύει.
Από νωρίς, έχουν αρχίσει να μαζεύονται οι πιστοί στη Χρυσοπηγή, από τις Βαρρές, το Κυδώνι, το Ακρωτήρι, Τσιλιβή, οπωσδήποτε οι κοντινοί Μποχαλιώτες και πολλοί, πάρα πολλοί χωραΐτες που έχουν πάρει τον ανήφορο να ακούσουν το «Άγγελος Πρωτοστάτης» και το «Ω Πανύμνητε Μήτερ» από την μελωδική φωνή του παπά Μούσουρα. Η τεράστια, για τα παιδικά μου μάτια εκκλησία, κατάμεστη.

Μένουμε στο Κελί του παπά, δίπλα, μάλλον προέκταση της εκκλησίας. Ήταν ένα όμορφο, ευρύχωρο σπίτι, με τρεις κάμερες, το μαγερείο, την τραπεζαρία και το μεγάλο πόρτεγο, που είχε όλα του τα παράθυρα, πράσινα παντζούρια, κατά την Ανατολή. Πόσο λίγο μπορούσα τότε να εκτιμήσω ότι ανοίγοντας τα παντζούρια είχα στα πόδια μου τη Χώρα και μπροστά μου το απέραντο γαλάζιο του Ιονίου...
Η παπαδιά, πολυάσχολη όπως πάντα πριν μπει στην εκκλησία, έριχνε μια τελευταία ματιά να βεβαιωθεί πως τα έπιπλα ήταν γυαλισμένα (με ίσα μέρη λαδιού και πετρελαίου, αυτό ήταν εμάς των κοριτσιών ευθύνη), πως δεν υπήρχε ίχνος σκόνης πουθενά, όλα στη θέση τους νοικοκυρεμένα και σωστά, ότι οι ανθοστήλες ήταν φορτωμένες με λουλούδια της εποχής, συνήθως αγριολούλουδα, ο καφές, η ζάχαρη, το μπρίκι, το νερό η γκαζιέρα όλα έτοιμα, τα φλυτζανάκια αραδιασμένα στους δίσκους και η βαντιέρα με τα νηστίσιμα παξιμάδια γεμάτη και σκεπασμένη με το χειροποίητο πετσετάκι από κοπανέλια. Το μποτσόνι με το πιοτό και τα γυαλόρακα έτοιμα κι αυτά στο δίσκο.
Μα, το πιο σημαντικό από όλα, ότι στη μικρή τουαλέτα στο πίσω μέρος της αυλής, υπήρχαν τουλάχιστον 3 σίγλοι γεμάτοι νερό από τη στέρνα έτοιμοι για χρήση. Εκείνα τα χρόνια τα περισσότερα σπίτια ούτε που είχαν κανονικές τουαλέτες με λεκάνη, κι εκείνοι που διέθεταν τέτοια πολυτέλεια, φρόντιζαν να υπάρχει και νερό, μια και δεν υπήρχε το σημερινό καζανάκι, όπου με ένα πάτημα κουμπιού... εξαφανίζεται κάθε ίχνος...
Ήταν απαράβατος κανόνας, μετά το πέρας κάθε ακολουθίας, να περνούν οι περισσότεροι πιστοί, ιδιαίτερα οι χωραΐτες κι αυτοί από τα πιο μακρινά μέρη, να χαιρετίσουν τον παπά, να πιουν το καφεδάκι και το λικέρ και να γευτούν, ανάλογα με την εποχή, τα εδέσματα που ετοίμαζε η παπαδιά με τόση τέχνη και μαεστρία. Το σπίτι του παπά, ανοιχτό και φιλόξενο πάντα.

Εκείνη την Παρασκευή, πέρασαν οι περισσότεροι για το καθιερωμένο καφεδάκι. Σαν την μέλισσα η παπαδιά έτρεχε από τον ένα στον άλλο να τους περιποιηθεί όλους, να μιλήσει με όλους σαν τέλεια οικοδέσποινα.
Κάποια στιγμή, μια ευτραφής κυρία, ευγενικής καταγωγής, μάλλον από τις Βαρρές, αν δεν με απατά η μνήμη, έψαχνε γεμάτη αγωνία να βρει την παπαδιά... Κάποτε κατάφερε να την ξεμοναχιάσει μέσα στον κόσμο, για να της εξηγήσει ζωηρά και με όρκους, ώστε να γίνει πιστευτή, ότι δεν είχε μείνει νερό στους σίγλους για να ρίξει, αλλά, δεν τάκαμε όλα εκείνη, ήταν κι άλλα...