Ιδιοκτήτης: π. Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, κατόπιν συνεννοήσεως και πάντως με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Πώς απεβίωσε, έτσι ξαφνικά, ο Μητροπολίτης Ιεραπύτνης και Σητείας Ευγένιος

Πληροφορίες από Radiolasithi.gr


Εκοιμήθη σε ηλικία 64 ετών ο Μητροπολίτης Ιεραπύτνης και Σητείας Ευγένιος πριν λίγη ώρα, βράδυ Πέμπτης. Σύμφωνα με πληροφορίες ο θάνατος ήταν ξαφνικός και ο Μητροπολίτης βρισκόταν εν πτήσει προς την Αθήνα.

Σύμφωνα πληροφορίες, ο Μητροπολίτης λιποθύμησε ενώ βρισκόταν εν πτήσει από την Κρήτη για την Αθήνα. Δυστυχώς όσοι ήταν κοντά, δεν κατάφεραν να τον βοηθήσουν.

Μάλιστα το τελευταίο διάστημα είχε ενοχλήσεις και αποφάσισε να ανέβει στην Αθήνα για ιατρικές εξετάσεις στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Μετά τη λιποθυμία του εντός του αεροπλάνου, στο αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος περίμενε ασθενοφόρο για να τον μεταφέρει στο εφημερεύον νοσοκομείο, δυστυχώς όμως στο δρόμο εξέπνευσε.

Οι γιατροί στο νοσοκομείο απλά διαπίστωσαν το θάνατό του.

Αξίζει να σημειωθεί πως σήμερα συμπληρώθηκαν εννέα ημέρες από τον θάνατο της μητέρας του, κάτι που όπως λένε οι άνθρωποι που ήταν κοντά στον μακαριστό, του στοίχησε πολύ.

Πληροφορίες  αναφέρουν πως αύριο, Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου θα συνεδριάσει εκτάκτως στις 10.00 η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας της Κρήτης, ώστε να οριστεί Τοποτηρητής.

Επίσης η Ιερά Σύνοδος θα αποφασίσει τα σχετικά για την εξόδιο και την ταφή του μακαριστού Μητροπολίτου Ιεραπύτνης κυρού Ευγενίου, του οποίου ο θάνατος έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία στο νησί της Κρήτης.

Εκοιμήθη αιφνίδια ο Μητροπολίτης Ιεραπύτνης και Σητείας Ευγένιος

 έκτακτο 

Μόλις πληροφορούμαστε, εξ εγκύρου πηγής, ότι εκοιμήθη όλως αιφνιδίως ο Μητροπολίτης Ιεραπύτνης και Σητείας Ευγένιος, σε ηλικία 64 ετών, εξαιτίας ισχαιμικού επεισοδίου. 

Θυμίζουμε ότι, λίγες ημέρες πριν, μόλις εννέα, είχε κοιμηθεί η μητέρα του. Όπως είναι κατανοητό, η τοπική κοινωνία, τόσο της Μητροπόλεως του μεταστάντος, όσο και της μεγαλονήσου Κρήτης, έκπληκτη μαθαίνει το θλιβερό γεγονός... 

Αιωνία ας είναι η μνήμη του...

Ο μεταστάς Μητροπολίτης Ιεραπύτνης και Σητείας, Υπέρτιμος και Έξαρχος Ανατολικής Κρήτης κυρός Ευγένιος (Πολίτης) εγεννήθη εις Ηράκλειον Κρήτης το έτος 1952. Παρηκολούθησεν εις Ηράκλειον τας γυμνασιακάς σπουδάς και το έτος 1971 εισήχθη εις την Ανωτέραν Παιδαγωγικήν Εκκλησιαστικήν Ακαδημίαν Θεσσαλονίκης απ’ όπου και απεφοίτησεν λαβών το πτυχίον του Ιεροδιδασκάλου. Το 1973 εισήχθη με Πανελλήνιες εξετάσεις εις την Θεολογικήν Σχολήν Θεσσαλονίκης λαβών το πτυχίον αυτής το 1977. Το 1978 - 1980 εισάγεται και εγγράφεται εις το Μεταπτυχιακόν τμήμα Σπουδών της Θεολογικής Σχολής και προσλαμβάνεται ως Επιστημονικός Συνεργάτης εις την έδραν του Κανονικού Δικαίου και Ποιμαντικής. Μετέσχε διασκέψεων και συνεδρίων ως υπότροφος του Οικουμενικού Πατριαρχείου καθ’ όλην την διάρκειαν των σπουδών. Το 1980 επιστρέψας εις Κρήτην, κείρεται Μοναχός και χειροτονείται Διάκονος εις την Ιεράν Μονήν Αγ. Γεωργίου Επανωσήφη. Το 1982 χειροτονείται Πρεσβύτερος, λαμβάνει το οφφίκιον του Αρχιμανδρίτου και διορίζεται Ιεροκήρυξ της Ι. Αρχιεπισκοπής Κρήτης. Το 1984 προχειρίζεται Ηγούμενος της Ι. Μονής Αγ. Γεωργίου Γοργολαΐνι και εργάζεται δια την ανακαίνισιν και λειτουργίαν της Ι. Μονής μέχρι και της εις Επίσκοπον εκλογής του, την 14ην Ιουνίου 1994, εις την Ιεράν Μητρόπολιν Ιεραπύτνης και Σητείας. Ησχολήθη με την Ιεράν Εξομολόγησιν, το κήρυγμα και την κατήχησιν της Νεότητος, μετέσχε εις συνέδρια και εδημοσίευσεν άρθρα εις διάφορα περιοδικά. Την 14ην Ιουνίου 1994 εξελέγη παμψηφεί υπό της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης Μητροπολίτης Ιεραπύτνης και Σητείας.


Οδοιπορικό στη Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου [τηλεόραση ΣΚΑΪ - video]


Οι συντελεστές της εκπομπής "Αταίριαστοι" του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΪ επισκέφτηκαν την Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου και παρουσίασαν, σε δύο συνέχειες (14 και 15.9.2016) τις εμπειρίες του οδοιπορικού τους! Αξίζει να το παρακολουθήσετε κι εσείς!





Ένα πολυσήμαντο ρεπορτάζ της "Ορθόδοξης Αλήθειας" για τη μεγάλη ανατροπή στη ζωή του Αλ. Βέλιου | Όλος ο διάλογος του Βέλιου με τον Μητροπολίτη Νέας Ιωνίας

Γράφει ο Δημήτρης Ριζούλης στην εφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, 15.9.2016
Πηγή της εδώ αναδημοσίευσης: www.dimokratianews.gr


Έχουν περάσει δέκα μέρες από τον θάνατο του Αλέξανδρου Βέλιου, του δημοσιογράφου που διαγνώστηκε πριν από περίπου έναν χρόνο με καρκίνο και στις αρχές του καλοκαιριού ανακοίνωσε ότι σκοπεύει να υποβληθεί σε ευθανασία. Τελικά, αποφάσισε να δώσει μόνος του τέλος στη ζωή του το βράδυ της Κυριακής 4 Σεπτεμβρίου, αρνούμενος να πιει μέχρι τέλους το πικρό ποτήρι της σωματικής φθοράς και των φρικτών πόνων. Όπως έχω γράψει και παλαιότερα, με τον Αλέξανδρο συνδεόμασταν με πολύχρονη φιλία και υπήρξαμε για μεγάλο διάστημα στενοί συνεργάτες (και μάλιστα στα καλύτερά του τηλεοπτικά χρόνια, όπως έλεγε ο ίδιος). Χαθήκαμε για καιρό, όμως τους τελευταίους μήνες της ζωής του συνδεθήκαμε και πάλι με αφορμή την περιπέτεια της υγείας του. Ο Βέλιος δήλωνε σε κάθε ευκαιρία μη θρησκευόμενος, ενώ μεγάλο μέρος του τηλεοπτικού κοινού τον θεωρούσε «ορκισμένο εχθρό» της Ορθοδοξίας. Ωστόσο τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι... Παρότι δεν πίστευε, ποτέ δεν έκλεισε την πόρτα στην Εκκλησία. Αντιθέτως, έψαχνε κάθε ευκαιρία για να συνδιαλλαγεί μαζί της. Θυμάμαι ότι στις παλιές τηλεοπτικές εκπομπές του πάντα ζητούσε να υπάρχει στο πάνελ ένας εκπρόσωπός της (συχνά ήταν ο παπα-Γιώργης Μεταλληνός). Απολάμβανε τις αντιπαραθέσεις για τα θρησκευτικά ζητήματα, όμως όσο σκληρές κι αν ήταν, διατηρούσε πάντα την ευγένειά του και αντιμετώπιζε κυρίως τους κληρικούς με πολύ μεγάλο σεβασμό. Δεν επρόκειτο, δηλαδή, για κάποιον δογματικό άθεο, από αυτούς που έχουν μίσος για την Ορθοδοξία, αλλά για «θρησκευόμενο άθεο», όπως έλεγε ο ίδιος, που αποδεχόταν τους πάντες. Γι' αυτούς τους λόγους, άλλωστε, είχε επιδιώξει περίπου το 2002 να συναντηθεί με τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο και μάλιστα η συζήτηση που είχε μαζί του τον είχε εντυπωσιάσει.

Κακά τα ψέματα όμως, ο Βέλιος δεν πίστευε στον Θεό και το έδειχνε σε κάθε ευκαιρία, ακόμα και με υπερβολικό τρόπο. Ενδιαφερόταν παρ' όλα αυτά για την Εκκλησία και τον «εκσυγχρονισμό» της, κυρίως επειδή τη θεωρούσε αναπόσπαστο κομμάτι της ιδιοσυγκρασίας του Έλληνα και όχι έναν «επικίνδυνο» θεσμό, όπως πολλοί φανατικοί άθεοι, που δεν έχουν το υπόβαθρο και την παιδεία του Βέλιου.

Στις συζητήσεις που είχαμε κατά καιρούς για θεολογικά ζητήματα μου έκαναν μεγάλη εντύπωση οι γνώσεις του για τον Απόστολο Παύλο, τους βίους των Αγίων, τις διαφορές ορθόδοξης Ανατολής και σχολαστικής Δύσης, τις παραβολές του Ιησού, ακόμα και τις ιστορίες της Παλαιάς Διαθήκης. Θεωρούσα ότι είχε μελετήσει όλα αυτά, για να μπορεί να απαντά στην «απέναντι» πλευρά.

Οταν όμως έφτασε ένα βήμα πριν από το θάνατο, κατάλαβα ότι η αιτία ίσως ήταν άλλη...

Γράφω, λοιπόν, σήμερα αυτό το κείμενο, κατ' εντολή του Αλέξανδρου Βέλιου, για να περιγράψω τη μεγάλη ανατροπή που συντελέστηκε τον τελευταίο μήνα της ζωής του. Τη συμφιλίωσή του με τον εαυτό του, την Εκκλησία και, ίσως, τον Θεό! Στο τέλος Ιουλίου συναντηθήκαμε τρεις φορές και συζητήσαμε πολλά, προσποιούμενοι και οι δύο ότι δεν συνέβαινε τίποτα. Στην τρίτη συνάντησή μας όμως μου είπε ξαφνικά: «Θα ήθελα πριν από το τέλος να συζητήσω με έναν άνθρωπο της Εκκλησίας. Καλύτερα έναν Μητροπολίτη. Κάποιον που θα άξιζε τον κόπο να γνωρίσω». Γνωρίζοντας τις διαδικασίες που είχε δρομολογήσει, εξεπλάγην! «Μήπως έχεις δεύτερες σκέψεις;» τον ρώτησα. «Όχι, απλώς θέλω να δω αν η Εκκλησία είναι ανοιχτή στο ζήτημα της ευθανασίας» απάντησε. Σάστισα προς στιγμή. Το ύφος του και, κυρίως, ο τόνος της φωνής του με έκαναν να πιστέψω ότι ίσως δεν ήταν αυτό το μοναδικό κίνητρό του. Μόλις χωριστήκαμε, τηλεφώνησα στον Μητροπολίτη Νέας Ιωνίας Γαβριήλ. Ξαφνιάστηκε κι εκείνος. Όμως αποφάσισε να μην κλείσει την πόρτα σε έναν μελλοθάνατο, ακόμα και αν ήταν δηλωμένος άθεος. «Βεβαίως να έρθει να τα πούμε. Με έναν όρο όμως. Σας παρακαλώ, δεν θέλω δημοσιότητα». Γνωρίζοντας ότι ο Βέλιος είχε μετατρέψει σκοπίμως τον θάνατό του σε δημόσιο θέαμα, με σκοπό την προώθηση της ευθανασίας, εύλογα φοβήθηκε ότι αυτή η συνάντηση ενδεχομένως να ήταν μέρος ενός επικοινωνιακού σχεδίου. «Όχι, σεβασμιότατε, ούτε ο Βέλιος θέλει να δημοσιοποιηθεί το ραντεβού. Θα έρθουμε οι δυο μας. Ούτε κάμερες ούτε τίποτα» τον διαβεβαίωσα.

Η επίσκεψη του κ. Γαβριήλ στο νοσοκομείο μια μέρα πριν πεθάνει ο Αλ. Βέλιος

Στις 4 Αυγούστου, στις 12.30 το μεσημέρι, συναντηθήκαμε με τον Αλέξανδρο στον Φάρο Ψυχικού, προκειμένου να πάμε μαζί στο γραφείο του Μητροπολίτη Νέας Ιωνίας. Στη διαδρομή διέκρινα ότι είχε αγωνία (!) και σχεδόν πρόβαρε όσα είχε σκοπό να του πει. Οταν φτάσαμε, ο κ. Γαβριήλ μάς υποδέχθηκε εγκάρδια, με ένα πλατύ χαμόγελο που έσπασε τον «πάγο» και διέλυσε την αμηχανία της στιγμής. Ωστόσο από τα πρώτα λόγια διέκρινα την επιφυλακτικότητα και των δύο. Ο κ. Γαβριήλ με απλό τρόπο του εξήγησε ότι η ζωή είναι δώρο του Θεού και δεν θα πρέπει να τη διαχειριζόμαστε εγωιστικά. Του ξεκαθάρισε ότι η Εκκλησία είναι αντίθετη με την ευθανασία. Ο Βέλιος, από την πλευρά του, ξεδίπλωσε τα δικά του επιχειρήματα. Οπως και αν είχε, το μεγάλο βήμα είχε γίνει. Τα επόμενα 20 λεπτά θα μείνουν για πάντα χαραγμένα στη μνήμη μου ως μία από τις πιο συγκλονιστικές εμπειρίες που έχω ζήσει. Ο διάλογος του μελλοθάνατου άθεου με τον Δεσπότη που μιλούσε σαν να ήταν ο τελευταίος των διακόνων του Θεού με συντάραξε. Σε αυτό το μικρό χρονικό διάστημα ανατράπηκαν όσα πίστευα επί 15 χρόνια για τον Βέλιο!

Τίποτα δεν έδειχνε στην αρχή ότι αυτή η συζήτηση θα μετατρεπόταν στην ουσία σε μια «εξομολόγηση» του Βέλιου, ο οποίος θα έφτανε στο σημείο να παραδεχθεί ότι ανατρέχει πολύ συχνά στην Καινή Διαθήκη, δεν μπορεί να αποκλείσει την ύπαρξη του Θεού και νιώθει πως είναι πιο κοντά στον Ιησού από πολλούς δήθεν ένθερμους πιστούς!

Η κρυφή ελπίδα μου πλέον είχε μεταμορφωθεί σε βεβαιότητα. Οχι, ο Βέλιος δεν πήγε στο γραφείο του Μητροπολίτη για να συζητήσει ακαδημαϊκά. Πήγε να βγάλει την ψυχή του και να την καταθέσει στα χέρια ενός παπά. Ανοιγε λίγο πριν από το τέλος της ζωής του ένα παράθυρο στον ουρανό. Ανοιξε «διάλογο» με τον Θεό, ίσως γιατί ήθελε να συμφιλιωθεί μαζί του πριν «φύγει»! Από απελπισία, από φόβο, από υστεροβουλία ή έπειτα από αληθινή εσωτερική αναζήτηση; Κανένας δεν ξέρει... Είδε όμως απέναντί του έναν ιερωμένο αληθινό, απλό και καταδεκτικό, που του ζητούσε με αγάπη να πιστέψει ότι υπάρχει η «άλλη ζωή» και, αν ήθελε, προλάβαινε να «σωθεί». Οχι με αφορισμους και «ξύλινα» κηρύγματα, αλλά με ζεστά λόγια αγάπης. Ενα πρόσωπο που, αν και ανήκει στην «εξουσία» της Εκκλησίας, όχι μόνο δεν τον απώθησε -όπως, ίσως, φοβόταν-, αντίθετα, τον γαλήνεψε και τον άγγιξε. Και όταν στο τέλος της κουβέντας του είπε «θέλω να μου επιτρέψεις να προσεύχομαι για σένα», εκείνος του απάντησε «το δέχομαι με ευγνωμοσύνη», σπεύδοντας να συμπληρώσει: «Στο νοσοκομείο θα ερχόσασταν να με δείτε;» «Βεβαίως. Θα είναι πολύ καλό να κοινωνήσετε», αποκρίθηκε ο σεβασμιότατος, για να απαντήσει ο Βέλιος: «Θα χαρώ να έχω μια τελευταία κουβέντα μαζί σας», αποφεύγοντας να πει κατηγορηματικά «όχι»...

Κάπως έτσι κλείστηκε το επόμενο ραντεβού τους, αυτή τη φορά στο κρεβάτι του πόνου!

Ο Αλέξανδρος βγήκε ενθουσιασμένος από τη συνάντηση. «Πήγε πολύ καλύτερα απ' ό,τι περίμενα» μου είπε αμέσως μετά. Εμοιαζε απαλλαγμένος, σαν να είχε φύγει ένα βάρος από μέσα του. Μάλιστα, μου αποκάλυψε ότι κατέγραψε ηχητικά τη συζήτηση, όχι για λόγους «υποκλοπής», αλλά για να μπορέσει να την ξανακούσει αν χρειαστεί...

Πέρασαν αρκετές μέρες. Ο Αλέξανδρος σεβάστηκε την επιθυμία του Μητροπολίτη και δεν μίλησε σε κανέναν -εκτός από τη γυναίκα του- για το ραντεβού. Την Τετάρτη 31 Αυγούστου μου τηλεφώνησε για να μου πει ότι η υγεία του έχει επιβαρυνθεί και μπήκε στο νοσοκομείο. Συναντηθήκαμε το πρωί της Παρασκευής 2 Σεπτεμβρίου στο δωμάτιο της νοσηλείας, όπου παρέα μας ήταν άλλοι πέντε φίλοι του, που τον αγαπούσαν πραγματικά, δημοσιογράφοι και συνεργάτες. Δυστυχώς, δεν είχε αλλάξει την απόφασή του. Θα προχωρούσε σε ευθανασία αλλά όχι στην Ελβετία. Πριν φύγω, μου είπε χαμηλόφωνα: «Πάρε τηλέφωνο τον Γαβριήλ. Πες του, αν μπορεί, να έρθει αύριο να με δει».

Το επόμενο πρωί «συμπτωματικά» η Εκκλησία γιόρταζε την ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Νεκταρίου, που κι εκείνος «έφυγε» χτυπημένος από καρκίνο. Αμέσως μετά τη θεία λειτουργία ο Μητροπολίτης Νέας Ιωνίας πέρασε την πύλη του νοσοκομείου, κατευθυνόμενος στο δωμάτιο 308, προκειμένου να συναντήσει τον Αλέξανδρο Βέλιο. Μια μέρα πριν από τον θάνατό του, σε κλίμα έντονα φορτισμένο, συζήτησαν για τελευταία φορά. Τι ακριβώς είπαν και τι συνέβη κατά τη διάρκεια εκείνων των λίγων λεπτών της μεγάλης συγκίνησης το γνωρίζουν μόνο οι ίδιοι. Ηταν μια στιγμή αυστηρά προσωπική και τέτοια θα μείνει για πάντα. Μπορώ μόνο να μεταφέρω όσα μου είπε ο Αλέξανδρος αμέσως μετά: «Σ' ευχαριστώ που το κανόνισες. Ηταν πολύ καλή η χημεία μας. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο με γαλήνεψε... Κρίμα που δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω νωρίτερα...»

Το μεσημέρι της επόμενης μέρας ο Βέλιος μού ζήτησε να πάω σπίτι του. Καθισμένος στο γραφείο, είχε μπροστά του το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της πρώτης συζήτησής του με τον Μητροπολίτη Νέας Ιωνίας. «Αυτό το κείμενο πρέπει να δημοσιοποιηθεί. Ο κόσμος πρέπει να μάθει...» μου είπε. Για ακόμα μία φορά με εξέπληττε! «Μα, Αλέξανδρε, αν οι "οπαδοί" σου διαβάσουν αυτά που είπατε, θα απογοητευτούν» του αντέτεινα αμέσως. «Δεν έχει σημασία. Οσοι με ξέρουν θα καταλάβουν» απάντησε και με το γνωστό χιούμορ του πρόσθεσε γελώντας: «Είναι καιρός να με αγαπήσει και το ποίμνιο». Για πάνω από μία ώρα έκανε πολύ προσεκτικές χειρόγραφες διορθώσεις στο κείμενο, όχι για να το αλλοιώσει, αλλά για να προσαρμόσει τον προφορικό λόγο στον γραπτό. Κυρίως για να είναι σαφέστερο το νόημα. Ο Αλέξανδρος σε όλη τη ζωή του διάβαζε και έγραφε. Επέλεξε όμως ο διάλογός του με τον Μητροπολίτη Γαβριήλ να είναι το τελευταίο κείμενο με το οποίο ασχολήθηκε. Το ολοκλήρωσε δέκα ώρες πριν από τον θάνατό του και μου το παρέδωσε, λέγοντας: «Πάρε τον Γαβριήλ, όταν όλα θα έχουν τελειώσει, και πες του ότι ήταν επιθυμία μου να δημοσιοποιηθεί. Αλλά κάν' το λίγες μέρες μετά την κηδεία. Να καταλαγιάσει ο θόρυβος». Χαιρετηθήκαμε για τελευταία φορά. Είχα πλέον καταλάβει ότι κάτι θα γίνει πολύ σύντομα. «Φρόντισέ με. Η μνήμη μου είναι στα χέρια τα δικά σου και δυο τριών φίλων» μου είπε στο κατώφλι.

Το ίδιο βράδυ (Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου) πήγα με τον γιο μου στη συναυλία που οργάνωσε η Μητρόπολη Νέας Ιωνίας στο Ηρώδειο για τη Μικρά Ασία, θέλοντας να ξεχαστώ για λίγο. Ένα τέταρτο πριν από τα μεσάνυχτα, ακριβώς την ώρα που έβγαινα από την πύλη του θεάτρου, χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ήταν μήνυμα από τον Βέλιο. Έγραφε μια λέξη. «Αντίο». Κατάλαβα... Ενιωσα να κόβονται τα πόδια μου. Δυο λεπτά αργότερα κι ενώ προσπαθούσα να συνέλθω είδα μπροστά μου τον κ. Γαβριήλ, που βρισκόταν έξω από τα καμαρίνια. Δεν του είπα τίποτα γι' αυτό που συνέβαινε εκείνη την ώρα. Δεν ήθελα σε μια στιγμή χαράς να τον ταράξω. «Ευχαριστώ για ό,τι κάνατε. Να ξέρετε ότι τον βοηθήσατε πολύ» ήταν το μόνο που βγήκε από τα χείλη μου. «Δημήτρη, αυτό είναι το χρέος μας. Μπορεί να ασχολούμαστε και με πολλά άλλα, όμως πάνω απ' όλα είμαστε παπάδες και πρέπει να παρηγορούμε και να προσπαθούμε να σώζουμε τον κόσμο. Ακόμα και αν δεν τα καταφέρουμε, αρκεί που προσπαθήσαμε. Μόνο ο Θεός ξέρει, εξάλλου»... Τα λόγια του ήταν σαν βάλσαμο στην ψυχή μου.

Ο Αλέξανδρος Βέλιος τελικά δεν πείστηκε. Προχώρησε απροειδοποίητα στον θάνατό του, όπως τον είχε σχεδιάσει. Θέλησε να μείνει ασυμβίβαστος έως το τέλος. Η μεγάλη ανατροπή του τελευταίου μήνα της ζωής του δεν ολοκληρώθηκε. Ισως γιατί φοβήθηκε να γκρεμίσει την «εικόνα» του και να αρνηθεί όλα όσα υποστήριζε μια ζωή. Τόλμησε, πάντως, τη μεγάλη υπέρβαση. Αλλωστε, ήθελε πριν «φύγει» να κλείσει όλες τις «πληγές» του παρελθόντος και να κάνει το μεγάλο «ταξίδι» εν ειρήνη. Λίγο πριν από το τέλος ζήτησε η κηδεία του να είναι θρησκευτική και, μάλιστα, επέμεινε σε αυτό. Επίσης, ένα κείμενό του στο οποίο ανέφερε ότι δεν θέλει σταυρό στον τάφο του έχει ημερομηνία 15 Ιουλίου, δηλαδή γράφτηκε πριν από τη γνωριμία του με τον Μητροπολίτη. Και, φυσικά, σε ένα από τα τελευταία βίντεό του μιλά για τα θαύματα και αφήνει ανοιχτό το «παράθυρο» να γίνονται όντως! Υποστήριζε, πάντως, ότι η ευθανασία αφορά και τους θρησκευομένους και θα πρέπει για ειδικές περιπτώσεις να γίνει αποδεκτή από την Εκκλησία.

Ασφαλώς, με όλα αυτά δεν θέλω να υποστηρίξω ότι ο Βέλιος τελικά πίστεψε και έγινε χριστιανός... Το απέδειξε, άλλωστε, η αυτοκτονία του. Για ένα όμως είμαι βέβαιος: έπειτα από δική του επιθυμία, ο σπόρος της πίστης έπεσε μέσα του και βρήκε πρόσφορο έδαφος. Αν καρποφόρησε, το ξέρει μόνο ο Θεός.

ΥΓ.: Διηγήθηκα αυτή την ιστορία ως μια προσωπική λύτρωση, πιστεύοντας βαθιά ότι τόσο πολλές συμπτώσεις δεν μπορεί να είναι τυχαίες. Θεωρώ ιδιαίτερα διδακτική για όλους (και κυρίως για όσους δηλώνουν «άθεοι») αυτή την εξέλιξη και ευχαριστώ τον Μητροπολίτη Νέας Ιωνίας κ. Γαβριήλ, που παρά τις αντιρρήσεις του σεβάστηκε τελικά την τελευταία επιθυμία του Αλέξανδρου Βέλιου.


Ο διάλογος που είχαν ο Αλέξανδρος Βέλιος και ο Μητροπολίτης Νέας Ιωνίας Γαβριήλ, όπως τον επιμελήθηκε ο ίδιος ο δημοσιογράφος και χωρίς καμία προσθήκη, έχει ως εξής:

4 Αυγούστου 2016 - Γραφεία Μητροπόλεως Νέας Ιωνίας

Αλέξανδρος Βέλιος: Είπα να μη χάσω το παράθυρο ευκαιρίας, τη συνάντηση αυτή, γιατί δεν ξέρω και πώς θα εξελιχθώ. Ξύπνησα σήμερα για πρώτη φορά με έναν σφάχτη.

Μητροπολίτης Γαβριήλ: Αντέχετε;

Α.Β.: Εχω πάρει ένα αυτοκόλλητο μορφίνης, έχω πάρει και ένα παυσίπονο...

Μ.Γ.: Ο καρκίνος πού είναι;

Α.Β.: Στο συκώτι.

Μ.Γ.: Η Εκκλησία σε προετοιμάζει για τον θάνατο και εκεί φαίνεται -όταν έρθει η ώρα του θανάτου- πόσο καλά ή κακά προετοιμασμένος είσαι...

Α.Β.: Το έχει πει αυτό κι εκείνος ο γλυκύτατος Ευγένιος Βούλγαρης.

Μ.Γ.: Βέβαια! Γι' αυτό μέσα στην Εκκλησία προσευχόμαστε να μας λυτρώσει ο Θεός από αιφνίδιο θάνατο. Ερχεται ξαφνικά, οπότε θα σε πιάσει απροετοίμαστο. Αν όμως είσαι σε μια φάση που μπορείς να προετοιμαστείς και να ξέρεις ότι η ζωή σου τελειώνει, είναι λίγο πιο εύκολο να το διαχειριστείς.

Α.Β.: Υπάρχει η ευχή να είναι ο θάνατος γαλήνιος, ανεπαίσχυντος (τη βρίσκω υπέροχη λέξη) και ειρηνικός. Είναι πολύ ωραία ευχή.

Μ.Γ.: Ναι, και να παρακαλάμε τον Θεό να μας τον δώσει. Το πώς θα φύγουμε δεν το ξέρει κανένας.

Α.Β.: Πόσο ανοιχτή είναι η Εκκλησία απέναντι στο θέμα της ευθανασίας;

Μ.Γ.: Δεν είναι ανοιχτή και δεν μπορεί να είναι. Η Εκκλησία κηρύττει ότι η ζωή είναι δώρο του Θεού. Εκείνος μας φέρνει στη ζωή και Εκείνος αποφασίζει πότε θα μας καλέσει, όχι εμείς. Δεν έχουμε το δικαίωμα να λειτουργούμε εγωιστικά, ακόμα κι αν πρόκειται για τη ζωή μας. Ομως η Εκκλησία κάνει πολλά άλλα πράγματα. Για παράδειγμα, στο νοσοκομείο ο ιερέας μπορεί να βοηθήσει πολύ. Οχι για να θεραπεύσει τον ασθενή, αλλά για να είναι κοντά του. Θα του πει: «Ακουσε, αδελφέ μου, εδώ μαζί θα το πολεμήσουμε, θα κάνουμε την προσευχή μας, κάθε μέρα θα έρχομαι να σε βλέπω, οτιδήποτε θέλεις μπορείς να αισθανθείς ότι είμαι δίπλα σου». Αυτό που θα πω εγώ σε έναν άνθρωπο είναι: «Κοίταξε όσο μπορείς και συμφιλιώσου με τον θάνατο». Εφόσον έχεις μπει σε μια τέτοια φάση και ξέρεις ότι θα φύγεις αύριο από τη ζωή αυτή, να συμφιλιωθείς με τον θάνατο και να πιστέψεις σε κάτι που είναι το σημαντικότερο απ' όλα. Στην Ανάσταση. Στο ότι ο άνθρωπος δεν σταματάει με το που κλείσει τα μάτια του, αλλά συνεχίζει πάντοτε. Αυτό όμως ή το πιστεύεις ή δεν το πιστεύεις.

Α.Β.: Εμένα η δική μου ψυχοθεραπεία ήταν αυτό το επίμαχο βιβλιαράκι «Εγώ κι ο θάνατός μου: Το δικαίωμα στην ευθανασία». Μόλις το τελείωσα, ήταν σαν να είχα απαλλαγεί από τον φόβο του θανάτου. Τώρα, βέβαια, παλεύω με την ασύλληπτη ιδέα της ανυπαρξίας. Δεν διαθέτω θρησκευτική πίστη, δυστυχώς. Νιώθω ότι όλα όσα είμαι προώρισται να χαθούν σε μια μαύρη τρύπα για πάντα. Αλλά και με αυτό συμφιλιώνομαι. Στο κάτω κάτω, όλοι οι άνθρωποι έρχονται, περνάνε, ξεθωριάζει η μνήμη τους σιγά σιγά.

Μ.Γ.: Η καλύτερη συμφιλίωση είναι να πιστέψεις ότι η ζωή δεν τελειώνει εδώ. Αλλά αυτό το θέμα είναι επιλογής, δεν μπορώ να το επιβάλω στον άλλον.

Α.Β.: Αυτό, ασφαλώς, είναι η ισχυρότερη ευλογία.

Μ.Γ.: Εγώ μπορώ να το πω, γιατί το πιστεύω. Το πιστεύω απόλυτα. Η ζωή μας αυτή είναι ένα πέρασμα προς την αιωνιότητα και αυτό με αναπαύει μέσα μου προσωπικά, αλλά, πάνω από όλα, το πιστεύω. Δεν είναι κάτι το οποίο θα το βγάλω μόνο από το Ευαγγέλιο και θα σας το προτείνω δογματικά. Ο λόγος για τον οποίο έγινα κληρικός είναι ακριβώς επειδή θεωρώ ότι η ζωή δεν τελειώνει, δεν σταματάει από τη στιγμή που θα κλείσω τα μάτια μου, έχει μια συνεχή πορεία, μια συνέχεια.

Α.Β.: Δηλαδή, χωρίς Θεό δεν θα είχε μέλλον η ζωή;

Μ.Γ.: Δεν θα είχε. Δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς την ύπαρξη του Θεού στη ζωή μου. Και να σου πω κάτι; Εάν μου πεις «ποια είναι η απόδειξή σου, τι είναι αυτό το οποίο σε κάνει να πιστεύεις στον Θεό», θα σου απαντήσω ότι τον Θεό, πάνω από όλα, τον αισθάνεσαι.

Α.Β.: Ναι, με τη λογική δεν μπορείς να τον προσεγγίσεις. Είχατε κλίση από παιδί, από νέος;

Μ.Γ.: Από μικρός.

Α.Β.: Και στην ιεροσύνη επίσης;

Μ.Γ.: Απλά θα σας πω ότι δεν χρειάστηκε ποτέ να προβληματιστώ αν υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός.

Α.Β.: Εγώ προβληματίστηκα στην εφηβεία. Μετά... προσηλυτίστηκα στον Διαφωτισμό. Θα μου πεις: «Είσαι τόσο απόλυτος; Δεν υπάρχει πιθανότητα να υπάρχει Θεός κι ας μην τον πιστεύεις;» Πράγματι, μπορεί ποτέ να αποκλείσει κανείς κάτι το οποίο είναι πέραν της λογικής; Μπορώ να πω χίλια τα εκατό ότι αύριο πεθαίνω και τέρμα; Τι να πω; Οπως έλεγε και ο Φρανσουά Μιτεράν, «είμαι περίεργος να μάθω» (γέλια). Είναι θεός, είναι μια μορφή ενέργειας; Δεν ξέρω.

Μ.Γ.: Εγώ, πάντως, θα σας πω το εξής. Οταν είσαι κοντά στον θάνατο, δεν περιμένεις τον θάνατο πλέον. Το θαύμα είναι να συμφιλιωθείς μαζί του. Να αισθανθείς ότι ο Θεός λειτουργεί σαν ένα χάδι στην αγωνία του θανάτου. Δεν έχεις ανάγκη πλέον να πεις: «Θα γίνω καλά». Λες: «Δεν θέλω να γίνω καλά». Θέλω απλά να φύγω έχοντας μέσα μου τη χαρά ότι ο Θεός με περιμένει. Μέσα σου πρέπει να βάλεις το εξής: «Θεέ μου, επειδή δεν ξέρω αν υπάρχεις ή δεν υπάρχεις, τουλάχιστον βοήθησέ με να συμφιλιωθώ με τον θάνατο και, αν θέλεις -εσύ θα το κρίνεις-, δέξου με κοντά σου». Αυτό πιστεύω ότι θα σε βοηθήσει πολύ περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Α.Β.: Αυτό παραπέμπει στο υστερόβουλο στοίχημα του Πασκάλ. Ελεγε: «Εντάξει, μπορεί να μην υπάρχει Θεός. Αν όμως υπάρχει;» Από την άλλη, βέβαια, επειδή εγώ έχω δει ότι νόμος της κοινωνίας είναι η κυριαρχία του κακού, το άδικο, η καταπίεση, ότι αυτός που κερδίζει είναι ο πιο αρπακτικός και αδίστακτος, από την άποψη της ηθικής δεν μπορούσα να συμφιλιωθώ με αυτή τη νομοτέλεια. Ετεινα να σκέφτομαι ότι η μόνη δικαιολογία του Θεού είναι ότι δεν υπάρχει. Αλλιώς, γιατί αφήνει το άδικο να κυριαρχεί με άλλοθι την αυτεξουσιότητα των ανθρώπων; Από την άλλη, η Εκκλησία τού αφαιρεί το αυτεξούσιο στον θάνατο. Του επιτρέπει στη ζωή του να αδικεί και να κάνει λάθος επιλογές, να είναι αυτοκαταστροφικός, αλλά στον θάνατό του δεν είναι αυτεξούσιος. Ο θάνατος δεν του ανήκει.

Μ.Γ.: Αυτός που θέλει θα το κάνει. Αν θες αυτή τη στιγμή να αφαιρέσεις τη ζωή σου, θα την πάρεις. Να είμαστε απολύτως ειλικρινείς. Δεν περιμένεις από μένα να σου πω «κάν' το» ή «μην το κάνεις». Γιατί το απαγορεύει η Εκκλησία; Γιατί, όπως ξέρετε, στην εκκλησιαστική ιστορία πάντοτε καταδίκασε τα άκρα. Ηταν ακραίο να πεις: «Θα πεθάνω νωρίτερα, για να πάω γρηγορότερα στον Θεό». Η Εκκλησία πάντοτε προσπαθούσε να βοηθήσει τους ανθρώπους να μην κάνουν τραγικά λάθη σε αυτά ακριβώς τα πράγματα. Για να μπορέσει όμως να λειτουργήσει το αυτεξούσιο, υπάρχει μια βασική προϋπόθεση. Η αγάπη. Εάν δεν βάλεις τη διάσταση της αγάπης μέσα στο αυτεξούσιο, δεν λειτουργεί. Γιατί, όντως, είναι άδικη η κοινωνία, το κακό αυτή τη στιγμή υπερισχύει, αλλά, από την άλλη, εκεί που βλέπεις ότι υπάρχει μια πολύ μεγάλη εστία κακού υπάρχει και μια πολύ μεγάλη εστία καλού. Και λες: «Πώς αυτό το πράγμα εξακολουθεί να υπάρχει;» Αυτή είναι η ομορφιά της ζωής. Καθημερινά βλέπεις πολλά άσχημα πράγματα, που σε οδηγούν στην απόγνωση, σε κάνουν να πεις: «Δεν βαριέσαι, δεν ασχολούμαι με τίποτα, εφόσον τα πράγματα είναι έτσι». Ομως στη ζωή δεν είναι όλα ρόδινα. Αυτός είναι ο αγώνας.

Ο Χριστός στην επί γης παρουσία του μας τα είπε όλα. Παίρνει έναν αιρετικό της εποχής, τον χειρότερο, και τον κάνει δικό του. Παίρνει τη γυναίκα η οποία έχει μοιχεύσει, τη μοιχαλίδα, και εκεί που είναι όλοι έτοιμοι να τη σκοτώσουν, τους λέει: «Ελάτε εδώ, όποιος είναι αναμάρτητος ας χτυπήσει πρώτος». Ε, δεν μπορεί αυτά τα πράγματα να μη σε συγκινούν.

Α.Β.: Ναι, πράγματι, το μήνυμα του Χριστού είναι σπαρακτικό και διαπεραστικό.

Μ.Γ.: Δεν παίρνει μαζί του τον δυνατό, τον ισχυρό, τον αποδεκτό της κοινωνίας...

Α.Β.: Παίρνει τον ταπεινό, τον αδύναμο, τον αμαρτωλό, τον εκπεσόντα. Είναι πάρα πολύ συγκινητικός ο Ιησούς.

Μ.Γ.: Αρα, λοιπόν, μέσα σας, όταν θα έρθει η ώρα που θα είναι κοντά ο θάνατος, αυτό να σκεφτείτε. Οτι ο Θεός μπορεί να αποδεχθεί και αυτόν που είναι ο τελευταίος και ο κοινωνικά αμαρτωλός. Τίποτα άλλο μη σκεφτείτε.

Α.Β.: Προφανώς είναι άλλη η ιεράρχηση εκείνη την ύστατη στιγμή. Μπορώ να σου πω ότι προσωπικά προστρέχω τακτικά στην Καινή Διαθήκη, διαβάζω τις ιστορίες του Ιησού με μεγάλη προσήλωση και πνευματικά με αγγίζουν. Είμαι φανατικός αναγνώστης και του «Εκκλησιαστή». Για μένα η καλύτερη προσέγγιση του Χριστού είναι από τον Οσκαρ Ουάιλντ, που έβλεπε στον Ιησού έναν άνθρωπο που του έδωσε παρηγοριά και τον συμφιλίωσε με την πτώση του. Δεν ξέρω αν θα γίνει ποτέ η Δευτέρα Παρουσία, αλλά εγώ θεωρώ τον εαυτό μου ως έναν θρησκευόμενο άθεο, πιο κοντά στον Ιησού από πολλούς δήθεν ένθερμους πιστούς.

Μ.Γ.: Ο Θεός μόνο γνωρίζει.

Α.Β.: Τελικά, το καλύτερο αντίδοτο στον θάνατο είναι να έχει κανείς την αίσθηση ότι ολοκληρώθηκε δημιουργικά στη ζωή στον βαθμό που μπορούσε και προσπάθησε...

Μ.Γ.: ...και ότι αγάπησε, έδωσε. Αν δεν πήρε, δεν έχει σημασία.

Α.Β.: Σωστά.

Μ.Γ.: Στις ιστορίες των Αγίων και των ανθρώπων οι οποίοι είχαν μια οσιακή πορεία, ακόμα και όταν έφτανε η ώρα του θανάτου, έλεγαν: «Θεέ μου, ακόμα δεν έχω κάνει τίποτα, δεν έχω προσφέρει τίποτα, δώσε μου λίγο χρόνο ακόμα να μετανοήσω». Δηλαδή, αισθανόντουσαν ότι ακόμα και την τελευταία στιγμή μπροστά στον Θεό, ενώ είχαν δώσει τα πάντα, δεν είχαν δώσει τίποτα. Εφευγαν από τον κόσμο αυτό όμως με χαμόγελο.

Α.Β.: Πάντως, πολλοί κατ' επίφαση χριστιανοί, όσο πλησιάζει ο θάνατος, δεν θέλουν να απαλλαγούν από τα πλούτη τους, από την εξουσία, δεν θέλουν να απαλλαγούν από τα υλικά αγαθά.

Μ.Γ.: Ναι, γιατί νομίζουν ότι θα ζήσουν αιώνια.

Α.Β.: Εχουμε μια κοινωνία όπου η μεγάλη μάζα δεν σκέφτεται, δεν μπορεί να κρίνει. Είναι παρατημένη και έχει ανάγκη από μια πνευματικότητα για να καρποφορήσει. Αυτή την πνευματικότητα δεν μπορεί να τη δώσει ο συνθλιμμένος ή ξεπουλημένος διανοούμενος.

Μ.Γ.: Μα γι' αυτό και ο διανοούμενος δεν μιλάει, δεν έχει να πει κάτι.

Α.Β.: Την πνευματικότητα αυτή θα μπορούσε να τη δώσει η Εκκλησία ή, μάλλον, κάποιας στόφας άνθρωποι της Εκκλησίας.

Μ.Γ.: Πιστεύω ότι όχι μόνο η νέα γενιά, αλλά αρκετοί κληρικοί οι οποίοι έχουν πλέον επίγνωση του ρόλου τους ωφελούν πολύ το ποίμνιό τους. Αρκεί να ξέρεις τον ρόλο σου και να μη θέλεις να μπεις μέσα στο κουστούμι κάποιου άλλου. Δηλαδή, να θεωρούμε ότι είμαστε πολιτικοί, ψυχίατροι ή ψυχολόγοι.

Α.Β.: Σωστό είναι αυτό.

Μ.Γ.: Τώρα που τα λέμε και γνωριζόμαστε, θέλω να μου επιτρέψετε να σας πω το εξής: εγώ θέλω να προσεύχομαι για εσάς.

Α.Β.: Το δέχομαι με ευγνωμοσύνη.

Μ.Γ.: Και να προσεύχομαι προς αυτή την κατεύθυνση, να σας δώσει ο Θεός τη δύναμη, όταν έρθει εκείνη η στιγμή, να γίνει όπως πρέπει. Να φύγετε από τον κόσμο αυτόν συμφιλιωμένος όχι μόνο με τον εαυτό σας αλλά και με τον Θεό. Εγώ αυτό θέλω να μου επιτρέψετε να το κάνω.

Α.Β.: Να προσευχηθείτε να το πετύχω.

Μ.Γ.: Οποτε θέλετε, ειλικρινά σας το λέω, αυτό τον καιρό να έρθετε μια φορά και στην εκκλησία, να εξομολογηθείτε και να κοινωνήσετε, με πολλή χαρά.

Α.Β.: Στο νοσοκομείο θα ερχόσασταν;

Μ.Γ.: Εννοείται! Είναι πολύ καλό να κοινωνήσετε.

Α.Β.: Δεν ξέρω... Θα χαρώ, πάντως, να έχω μια τελευταία κουβέντα μαζί σας στο κρεβάτι του τέλους.

Μ.Γ.: Θα μου πείτε, όταν το πάρετε απόφαση, να έρθω. Θα σας βοηθήσει πάρα πολύ.

Α.Β.: Ασφαλώς, έχουμε ραντεβού.

Μ.Γ.: Εννοείται.