Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Τα Μανουσάκια

Γράφει η Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά
Ο Δεκέμβρης είναι γεμάτος γιορτές στο Χριστιανικό Ημερολόγιο.
Για την οικογένεια μου, όμως, είχε ιδιαίτερη σημασία, αφού η πιο «επίσημη» ημέρα του χρόνου για το σπιτικό μας, ήταν η 12η Δεκεμβρίου, εορτή του Αγίου Σπυρίδωνος όπου γιόρταζε ο παπάκης μου.
Οι προετοιμασίες άρχιζαν από τις αρχές του μήνα. Γενικός ξεσηκωμός στο σπίτι. Η κυρά Γεωργία, η γυναίκα που βοηθούσε την παπαδιά στις βαριές δουλειές, ανάλαφρο το μυρωδάτο χώμα που τη σκέπασε, επιστρατευόταν από νωρίς. Αρχής γενομένης από την μπουγάδα, από κει περνούσαν πρώτα, κουβερτόρια, τραπεζομάντιλα φαγητού και λούσου, κουρτίνες και άλλα ασπρόρουχα. Μετά την μπουγάδα που πολλές φορές κρατούσε δυο ημέρες, αν όχι τρεις, ανάλογα με τον καιρό, ακολουθούσε το «χύλισμα» (δηλαδή το κολλάρισμα των ρούχων), δύσκολη και κοπιαστική δουλειά. Καμιά φορά η παπαδιά ανέθετε στην αδελφή μου κι εμένα να «χυλίσουμε» τα πετσετάκια για τις Ανθοστήλες καθώς και τις πετσέτες του φαγητού. Μολονότι ο κύριος ρόλος μας στην όλη προετοιμασία, ήταν άλλος, ακολουθεί.
Άλλα χρόνια εκείνα, δεν είχε εισβάλλει η χαρτοβιομηχανία με τις χαρτοπετσέτες, τα χάρτινα πιάτα, χάρτινα/πλαστικά ποτήρια, χάρτινα τραπεζομάντιλα, όπου ναι μεν διευκόλυναν τη ζωή της γυναίκας, κακά τα ψέματα, η γυναίκα επωμιζόταν όλα αυτά, χάθηκε , όμως, η φινέτσα και η αρχοντιά από τα σπίτια.
Σειρά είχαν τα παντζούρια, τα τζάμια, το παρκέ, έπρεπε όλα να αστραφτοκοπούν και να λάμπουν...τελευταίο από το νοικοκυριό, έμενε το ξεσκόνισμα και το λάδωμα των επίπλων. Κοπιαστικά και κουραστικά όλα αυτά, έλα, όμως, που έμπαινες μέσα και μοσχοβολούσε πάστρα και αρχοντιά το σπίτι...
Βέβαια, από 2-3 ημέρες πριν, η παπαδιά προγραμμάτιζε το «μενού» της ημέρας. Μολονότι ήταν δύσκολα και φτωχά εκείνα τα χρόνια, το τραπέζι ήταν πάντα πλουσιοπάροχο. Κοτόπουλα σπιτίσια στο φούρνο με πατάτες, σπλήνα γεμιστή, αυγολέμονο όπου «κολλούσε μουλάρι», τόσο νόστιμο, η συνταγή ήταν του παπάκη μου, για να γίνει νόστιμο και «παχύ», το ζουμί ήταν από τριών λογιών κρέατα, γαλοπούλα, μοσχάρι και χοιρινό με μπόλικο σέλινο για να μοσκοβολάει κι όλας.
Σαλάτα ρούκα, μακαρονάδα, οπωσδήποτε, και έπονταν τα γλυκίσματα. Σπεσιαλιτέ της παπαδιάς, το μελαχρινό και το γαλακτομπούρεκο, ο φούρνος στην αυλή έκαιγε συνέχεια και μοσχοβολούσε η γειτονιά.. και το απαραίτητο «μπικίρι», χειμωνιάτικο πεπόνι, κρεμασμένο από το ταβάνι...
Εμείς λοιπόν τα κορίτσια, είχαμε την ευθύνη να βρούμε φιόρα της εποχής για να στολίσουμε τα βάζα στις ψηλές Ανθοστήλες. Στη σαλοτραπεζαρία, βάζαμε πάντα μανουσάκια και στην κουζίνα, κοκοράκια κι ό,τι άλλα αγριολούλουδα βρίσκαμε.
Ήταν «πρωτόλουβα» τα μανουσάκια γιατί τότε άρχιζαν να ανθίζουν, κι εμείς γυρνούσαμε όλο τον τόπο για να τα βρούμε και να τα μαζέψουμε, μονά και διπλά, όπου η μυρωδιά τους, ιδιαίτερα τα διπλά, σε ξετρέλαινε και σε λίγωνε.... αυτή τη μυρωδιά συνδύαζα πάντα με τη γιορτή του παπάκη μου... Ακόμα μέχρι σήμερα, κάθε φορά που βλέπω ή μυρίζω μανουσάκια η σκέψη πάντα γυρίζει στο τότε, στη γιορτή του παπάκη, στις 12 του Δεκέμβρη κάθε χρονιάς...
Μέχρι το 1980, όπου ήταν η τελευταία χρονιά που γιορτάσαμε -εγώ φυσικά, από τους Αντίποδες- τη γιορτή του παπάκη μου... 12 Δεκεμβρίου 1980, ο παπάκης πήγε στην Αγία Δύναμη όπου ιερουργούσε, λειτούργησε, μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων, χαιρέτησε το πυκνό εκκλησίασμα, γνωστούς και φίλους που πήγαν να του ευχηθούν, μετά κάθισε στο γιορτινό τραπέζι με την παπαδιά, τα παιδιά και τα εγγόνια που είχε κοντά του, τηλεφώνησα κι εγώ από την άκρη του κόσμου να ευχηθώ στον ίδιο και σε όλη την οικογένεια, χωρίς να γνωρίζω ότι τα «Χρόνια Πολλά» που με τόση αγάπη του ευχήθηκα θα κρατούσαν τόσο λίγο, αφού λίγες ώρες μετά που, λες και περίμενε για να με αποχαιρετίσει και να μου δώσει την ιερατική ευλογία και πατρική ευχή και αφού έλαβε και τα φιόρα που του έστειλα, μόνο που δεν ήταν μανουσάκια... άφησε τα εγκόσμια για τις γειτονιές των αγγέλων.
Η μυρουδιά από τα μανουσάκια όμως με ακολουθεί ακόμα...