Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Ο Μητροπολίτης Δωδώνης στο Φανάρι για τα Ονομαστήρια Βαρθολομαίου

 Φανάρι, 10 Ιουνίου 2014 
Φωτογραφίες: Νίκος Μαγγίνας / Amen. gr 






Ανάμεσα στο πλήθος των προσωπικοτήτων, που κατέφθασαν εκ περάτων από χθες στο Φανάρι, για να ευχηθούν εκ του σύνεγγυς στον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο για τα σημερινά Ονομαστήριά του, είναι και ο Μητροπολίτης Δωδώνης κ. Χρυσόστομος. 

Ο Σεβ. Δωδώνης δεν παραλείπει να εκφράζει σε κάθε περίπτωση την αγάπη και την αφοσίωσή του στο Προεστώτα του Φαναρίου για δύο λόγους: Πρώτον, διότι τιμά παλαιόθεν τον ιερό θεσμό του Οικουμενικού Θρόνου ως εκφραστού της πολυπόθητης Ενότητας των Ορθοδόξων και, δεύτερον, διότι τιμά υπερβαλλόντως και τον σημερινό Πατριάρχη του Γένους κ. Βαρθολομαίο, με τον οποίον συνδέεται από πολλών δεκαετιών και πολύ πριν ανέλθει στις βαθμίδες της πατριαρχικής περιωπής, με αδιατάρακτα αισθήματα εκ βαθέων! 

Μητροπολίτης Νικαίας Κωνσταντίνος: "Γιορτάζει ο Πατριάρχης παρά τα εμπόδια που προβάλλονται κατά καιρούς"

Φωτογραφίες χθεσινές: π. Ακίνδυνος Δαρδανός 
Εόρτια Κείμενα από τα σημερινά Πατριαρχικά Ονομαστήρια 




Ὁμιλία
τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Γέροντος Νικαίας κυρίου Κωνσταντίνου
κατά τά Σεπτά Ὀνομαστήρια τῆς Α. Θ. Παναγιότητος
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου
(Φανάριον, 11 Ἰουνίου 2014)


Παναγιώτατε Δέσποτα,

Εἶμαι ἰδιαιτέρως εὐτυχής νά Σᾶς προσφωνῶ ἐκ μέρους τῶν Ἀδελφῶν Σας Ἱεραρχῶν κατά τήν εὔσημη αὐτή στιγμή πού γιορτάζετε τόν εἰκοστό τρίτο χρόνο τῆς ὀνοματικῆς Σας ἑορτῆς ἀφ᾿ ὅτου ὁ Κύριος ἐφώτισε τή σεβαστή Ἱεραρχία νά Σᾶς ἐκλέξει Οἰκουμενικό Πατριάρχη καί νά ἐπαναλάβω μέ ὅλους πού μᾶς παρακολουθοῦν αὐτή τή στιγμή ἐδῶ στόν Πάνσεπτο Πατριαρχικό ναό τίς σκέψεις καί τά αἰσθήματα πού μᾶς διακατέχουν:

Γιορτάζει καί πάλι ὁ Πατριάρχης μας καί ἡ γιορτή Του εἶναι γιά μᾶς τραγούδι, παιάνας, ὕμνος, δύναμις, ἐνίσχυσις ἐξ ὕψους παρά τίς δύσκολες ἐποχές πού ζοῦμε μέ τίς ἀντιθέσεις, τίς ἐχθρότητες πού κυριαρχοῦν στόν κόσμο καί ἀκόμη τούς ἀλληλοσπαραγμούς ὅσο καί ἄν θεωροῦνται ἀπό πολλούς ἀκοαί καί κινήσεις πού ἀπέχουν πολύ ἀπό ἐμᾶς.

Γιορτάζει ὁ Πατριάρχης μέ τή συναίσθηση τῆς εὐθύνης Του, ὅταν σκεφθεῖ κανείς πώς ἡ εὐθύνη αὐτή ἐπεκτείνεται πολύ πέραν τῆς μεγαλουπόλεως αὐτῆς καί γίνεται μέριμνα πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν.

Γιορτάζει ὁ Πατριάρχης χωρίς νά στενάζει ὑπό τό βάρος τῶν ὑποχρεώσεών Του ὅσο πολλές καί πιεστικές καί ἄν εἶναι γιατί ἡ πίστις Του πρός τά ἀθάνατα πεπρωμένα τῆς Ὀρθοδοξίας κάμνει τό φορτίο Του ἐλαφρό.

Γιορτάζει ὁ Πατριάρχης παρά τά ἐμπόδια πού προβάλλονται κατά καιρούς γιατί τά ἀντιμετωπίζει μέ θάρρος καί ὑπομονή καί ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τά ἀπομακρύνει τήν κατάλληλη στιγμή.

Γιορτάζει ὁ Πατριάρχης μέσα στήν πορεία Του πού εἶναι ζωντανή καί ἀναγεννητική, πού ἀναζωογονεῖ ὅ,τι ὑπνώττει καί καθεύδει, δίδοντας μιά ἄλλη διάσταση στήν Ὀρθοδοξία, τήν ὁποία ἐκπροσωπεῖ.

Γιορτάζει ὁ Πατριάρχης καί ἡ γιορτή Του γίνεται πνοή ζωῆς γιά τό ποίμνιό Του, δρόσος Ἀερμών πού παραμερίζει τήν ἀσφυξία, δροσίζει τίς διψασμένες ψυχές καί ἐξισορροπεῖ δύσκολες καταστάσεις.

Μέ αὐτές τίς σκέψεις μᾶς βρίσκει σήμερα ἡ εἰκοστή τρίτη ἐπέτειος τῶν ὀνομαστηρίων Σας ὡς Οἰκουμενικός Πατριάρχης σέ μιά πορεία προπαρασκευῆς καί πραγματοποιήσεως μεγάλων ἐλπίδων καί ἔργων πού ἀναμένει καί εὔχεται κάθε ἀγωνιζομένη, προοδευτική καί πιστή Ὀρθόδοξη Χριστιανική ψυχή.

Ἄς εὐχηθοῦμε οἱ πάντες κλῆρος καί λαός νά εἶναι ἀκόμη πολλά τά ἔτη τῆς Πατριαρχείας Σας καί ἡ πανσθενουργός χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ πάντα νοῦν ὑπερέχουσα νά Σᾶς φωτίζει, νά Σᾶς ἐνισχύει, νά Σᾶς καθοδηγεῖ στό περαιτέρω Πατριαρχικό Σας ἔργο.

Ἀμήν.




Χαιρετισμός
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου
κατά τά Σεπτά Αὐτοῦ Ὀνομαστήρια ἐπί τῇ μνήμῃ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Βαρθολομαίου
(11 Ἰουνίου 2014)


Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Νικαίας κύριε Κωνσταντῖνε,
Σεβασμία Ἀντιπροσωπεία τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας,
Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι,
Ἐξοχώτατε κύριε Πρέσβυ τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἀγκύρᾳ, μετά τῶν Συνοδῶν Ὑμῶν,
Ὁσιολογιώτατοι ἅγιοι Καθηγούμενοι καί Αἰδεσιμολογιώτατοι Πρεσβύτεροι, Εὐλαβέσταται Μοναχαί, Ἐλλογιμώτατοι Ἐκπαιδευτικοί,
Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας,
Ἀγαπητοί συνεορτασταί, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Ὁ ἔχων ἀκατάληπτον τήν εἰς ἡμᾶς εὐσπλαγχνίαν καί πηγήν ἀκένωτον θεϊκῆς χρηστότητος Κύριος ἡμῶν, ἀξιώνει τήν ἡμετέραν Μετριότητα, ἐν συνεορτασμῷ μετά τῆς περί ἡμᾶς ἐν Χριστῷ ἀδελφότητος, τῆς ἐνταῦθα καί ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, τῆς ὁποίας τά αἰσθήματα λίαν ἀδελφικῶς ἐξέφρασεν ἤδη ἐκ προσώπου πάντων ὑμῶν, ἅγιοι ἀδελφοί, ὁ πρῶτος τῇ τάξει τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Ἱερώτατος Μητροπολίτης Νικαίας κύριος Κωνσταντῖνος, ἀλλά καί μετά ἐκπροσώπων τοῦ παρ᾿ ἡμῖν μοναχισμοῦ, τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ ἐκ τῆς Βασιλίδος καί ἐκ τῆς οἰκουμένης, νά τιμῶμεν τήν ἱεράν ταύτην ἡμέραν, ἀνήκουσαν εἰς τόν «ὄντα τῇ φύσει χρηστόν καί εὔσπλαγχνον καί θελητήν ἐλέους καί εὐσπλαγχνίας ἄβυσσον» Βασιλέα τῆς κτίσεως. Αὕτη ἡ ἡμέρα, λοιπόν, ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος, ἀγαλλιασώμεθα καί εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ, ὡς ἡμέρᾳ καί μόνον Κυρίου.

Διαπλέοντες τήν πολυκύμαντον θάλασσαν τοῦ βίου τῆς Μητρός Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας ἀλλά καί τῆς Ὀρθοδόξου Οἰκουμένης, δειλιῶμεν ἐνίοτε ἀντιμετωπίζοντες καθ᾿ ἡμέραν τῶν πειρασμῶν τόν κλύδωνα, διό καί ἡ παροῦσα ἑορτή ἀποτελεῖ «εὔδιον λιμένα» δι᾿ ἡμᾶς, ἵνα ἀναλογισθῶμεν τί ἐπετεύχθη καί ποῖον τό χρέος καί ἡ εἰς τό μέλλον εὐθύνη ἡμῶν ὡς πρωτο-διακόνου, ἀλλά καί πάντων τῶν διακονούντων τῇ Μητρί Ἐκκλησίᾳ, οἱ ὁποῖοι ὀφείλομεν νά ἐργαζώμεθα τό καλόν, τό ἱερόν, τό ἅγιον, τό συμφέρον αὐτῇ, τήν δόξαν καί τό κλέος καί τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Τήν ἑνότητα ταύτην κατεργάζεται ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός διά τῶν ἀνεξερευνήτων βουλῶν καί τῶν κριμάτων Αὐτοῦ, ἥτις κορυφοῦται ἐν τῷ Μυστηρίῳ τῆς Θείας Εὐχαριστίας, κατά τό ὁποῖον «ἤνυσται καί τετέλεσται τό ὅλον Μυστήριον τῆς θείας οἰκονομίας». Ὅπως ἀκριβῶς καί σήμερον πράττομεν ἐπί τῇ ἑορτῇ Βαρθολομαίου, τοῦ ἐκ τῶν Δώδεκα, διά τῆς θείας σοφίας πεπροικισμένου ἐξ ἁλιέων ἀποστόλου, πέριξ τοῦ ἱεροῦ Θυσιαστηρίου, τό ὁποῖον ἔπηξεν Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος, ἐστερέωσε δέ εἰς τόν αἰῶνα ἡ στερρά πίστις καί ἡ ἀνιδιοτελής καί ἀθόρυβος, -διό καί παρεδόθη εἰς τό πέλαγος τῆς ἀνθρωπίνης λησμοσύνης καί εἶναι γνωστή μόνον εἰς τόν ἀκοίμητον Θεῖον ὀφθαλμόν, ὅς τά πάνθ᾿ ὁρᾶ-ἀνιδιοτελής, λέγομεν, προσφορά τῶν μακαρίων, Πατέρων, Πατριαρχῶν, Ἱεραρχῶν, Ὁσίων καί δικαίων, πολλῶν ἀφανῶν ἐργατῶν, μέχρι τῶν ἡμερῶν ἡμῶν, καθ᾿ ἅς ὁ «στέφανος ζωῆς» ἀλλά συγχρόνως καί ὁ «ἀκάνθινος στέφανος» μαρτυρίας παρεδόθη εἰς τούς ἀσθενεῖς ὤμους τῆς ἡμετέρας Μετριότητος καί εἰς τούς ὀλίγους καστροφύλακας τοῦ κλεινοῦ Φαναρίου, ἐνισχυομένους ἐκ τῆς ἀκμαζούσης ἱκμάδος τῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κληρουχίας τοῦ πανιέρου Οἰκουμενικοῦ Θρόνου.

Συνήχθημεν, λοιπόν, σήμερον διά νά ἀποδώσωμεν τήν τιμήν καί τά εὐχαριστήρια τῷ ἁγίῳ Ἀποστόλῳ Βαρθολομαίῳ διά πάσας τάς ἐπιδαψιλευθείσας εὐλογίας αὐτοῦ.

Ἐξ ἀρχῆς τῆς Πατριαρχικῆς καί ἀποστολικῆς ἡμῶν διακονίας ἐθέσαμεν ἑαυτόν ὑπό τήν σκέπην καί εὐλογίαν τοῦ ἁγίου, μεγάλως ἐνισχύοντος ἡμᾶς εἰς τήν συνέχισιν τοῦ εὐθυνοφόρου καί κοπιώδους τούτου ἔργου. Μιᾶς διακονίας εἰς τήν ὁποίαν αἰσθανόμεθα τόν Ἅγιον συμπορευόμενον μεθ᾿ ἡμῶν, συμπαρόντα καί συνενεργοῦντα. Τόν Ἀπόστολον, ὁ ὁποῖος μεθ᾿ ὑπομονῆς καί ταπεινώσεως ᾖρε τόν Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ καί ἠξιώθη νά πίῃ τό ποτήριον μαρτυρίου αἵματος. Οὕτως ὁ Ἀπόστολος, ὡς ἄλλωστε καί πάντες οἱ Μάρτυρες καί οἱ Ἅγιοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, διδάσκει εἰς ἡμᾶς νά αἴρωμεν τόν σταυρόν ἡμῶν κατά τόν παρόντα βίον, διά τῆς ἐλευθέρας ἀποδοχῆς τῶν ἀνθρωπίνων δεινῶν, τά ὁποῖα αἱ ἀπροσδόκητοι καταστάσεις καί τά ἀναπάντεχα γεγονότα ἐπιφέρουν κατά τήν διαρκῶς μεταβαλλομένην ρέουσαν καί ἄστατον πραγματικότητα τοῦ βίου.

Καλεῖ, λοιπόν, ἡμᾶς καί σήμερον Βαρθολομαῖος ὁ Ἀπόστολος νά διοδεύσωμεν τήν ὁδόν τοῦ σταυροῦ, τήν ἄγουσαν, διά τῶν ἑκουσίων ἤ ἀκουσίων παθημάτων, τῶν μετά εὐχαριστίας βασταζομένων, εἰς τήν ἀνάστασιν καί τήν χαράν ἥτις ἐστί καρπός τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος. Τοῦ Πνεύματος, τό Ὁποῖον ἔλαβεν ὁ Ἀπόστολος, κατά τήν ἐπαγγελίαν τοῦ Χριστοῦ, ἐν τῷ ὑπερώῳ τῆς Πεντηκοστῆς, ὡσάν προχθές Κυριακήν τῆς Πεντηκοστῆς.

Εἶναι δέ ἡ ἐπέτειος τῶν ἐφετεινῶν ὀνομαστηρίων ἡμῶν ἰδιαιτέρως εὐχάριστος, διότι συνοδεύεται ὑπό συγκεκριμένων εὐσήμων γεγονότων, εἴς τινα τῶν ὁποίων ἀνφέρθημεν καί χθές κατά τόν ἑσπερινόν τῆς Ἑορτῆς.

Ἡ πραγματοποιηθεῖσα ἐν εὐλογίαις ἐν τῷ Ἱερῷ ἡμῶν Κέντρῳ καί ὑπό τήν προεδρείαν τῆς ἡμετέρας Μετριότητος, Ἱερά Σύναξις τῶν Μακ. Προκαθημένων τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, κατά τόν παρελθόντα Μάρτιον, καί ἡ ἀποφάσει αὐτῆς δρομολόγησις εἰς τελικόν προπαρασκευαστικόν στάδιον τῆς συγκλήσεως τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ τό πρῶτον καί τό κύριον. Πιστεύομεν ὅτι τό ἐπίτευγμα τοῦτο συμβάλλει εἰς τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, περί τῆς ὁποίας ἀκαταπαύστως, παρά τά ἀνακύποντα καθ᾿ ἡμέραν πειρασμικά προβλήματα, ἐργαζόμεθα. Ἐλπίζομεν δέ ὅτι καί ἡ συνέχεια θά εἶναι ἀνάλογος τῶν ληφθεισῶν ἤδη ἀποφάσεων, καθ᾿ ὅτι ἡ ἑνότης ἐν τῷ Χριστῷ, καρπός τοῦ Παναγίου Πνεύματος, εἶναι διά τήν Ἐκκλησίαν μας ἕν ἐκ τῶν πολυτιμοτέρων ἀγαθῶν.

Ἡ ὑπογραφεῖσα μεταξύ ἡμῶν, ὑπό τήν ἰδιότητα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, καί τῆς ἐντίμου Κυβερνήσεως τῆς Οὑγγαρίας Συμφωνία ἀναγνωρίσεως τῆς ἐκεῖ ἡμετέρας Πατριαρχικῆς Ἐξαρχίας ὑπό τοῦ Κράτους τῆς Οὑγγαρίας, διανοίγει μίαν νέαν σελίδα εἰς τήν ἱστορίαν, καθιεροῦσα καί ἐν τῇ συγχρόνῳ ἐποχῇ τό διεθνές νομικόν καθεστώς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου καί μαρτυροῦσα τάς προσδοκίας τάς ὁποίας ὁ κόσμος ἔχει ἐξ αὐτοῦ.

Δέν ἀναφερόμεθα εἰς τά πολλά ἄλλα γενόμενα μέχρι σήμερον, οὔτε καί εἰς τά φερέλπιδα γεγονότα, ὡς τό ἐν ἐπιτυχίαις ὀργανωθέν ἐνταῦθα Διεθνές Συνέδριον στελεχῶν ἐπί τῆς διακονίας τῆς Νεότητος, τό ὁποῖον ἐνθαρρύνει τούς ἱερεῖς καί τάς ἐνορίας πρός βελτίωσιν τῆς δραστηριότητος αὐτῶν εἰς τόν ἐν λόγῳ τομέα, καί ἡ πρό ὀλίγων ἡμερῶν τέλεσις τῶν Ἐγκαινίων τοῦ ἐν Τιράνοις Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἐκ τῆς ὁποίας ἐπεστρέψαμεν μετ᾿ αἰσθημάτων βαθείας ἱκανοποιήσεως, ὑπηρεφανείας καί συγκινήσεως, διαπιστώσαντες τήν πλουσίαν καρποφορίαν τῶν μακροχρονίων καί σκληρῶν προσπαθειῶν καί πολλῶν κόπων τοῦ ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐπιλεγέντος καί ἀποσταλέντος ἐκεῖσε Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Τιράνων καί πάσης Ἀλβανίας κυρίου Ἀναστασίου.

Ἐπικεντροῦμεν τήν προσοχήν καί τό ἐνδιαφέρον καί δίδομεν ἰδιαιτέραν σημασίαν εἰς τό ἤδη σημαντικόν ἱστορικῶς καταστάν γεγονός τῆς προσφάτου ἐπανασυναντήσεως τῶν δύο Ἐκκλησιῶν τῆς Πρεσβυτέρας καί τῆς Νέας Ρώμης διά τῶν κεφαλῶν αὐτῶν ἐν Ἱεροσολύμοις, πρός ἐπισφράγισιν μιᾶς πεντηκονταετίας συνεχοῦς προσπαθείας διά τήν οἰκοδομήν ἑνός κλίματος καταλλαγῆς, συμφιλιώσεως, ἐμπιστοσύνης καί συνεργασίας μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως καί διά τήν ἀνανέωσιν τῆς ἐν ἐλπίδι καί προσδοκίᾳ διαρκοῦς πορείας μέχρι τῆς ἐπιτεύξεως τοῦ Θελήματος τοῦ Κυρίου ἵνα πάντες ἕν ὦσιν.

Ἡ συνάντησις αὕτη τῆς ἡμετέρας Μετριότητος μετά τοῦ Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου εἶχεν ὡς ἐπακόλουθον τήν νέαν συνάντησιν κορυφῆς τῆς παρελθούσης Κυριακῆς, ἀμφοτέρων ἡμῶν μετά τῶν Ἐξοχωτάτων Προέδρων τοῦ Ἰσραήλ καί τῆς Παλαιστινιακῆς Ἀρχῆς, ἐν ἱκετηρίῳ δεήσει πνευματικῆς καί κοσμικῆς ἐξουσίας πρός τόν Ἄρχοντα τῆς Εἰρήνης καί Κύριον τῶν κυριευόντων καί βασιλέα τῶν βασιλευόντων, ἵνα βραβεύσῃ διά τοῦ Παναγίου Αὐτοῦ Πνεύματος εἰρήνην εἰς τήν ἀπό μακροῦ τεταραγμένην διά μαχῶν, πολέμων καί ἀνασφαλείας ἀνειρήνευτον ταύτην περιοχήν, πρός ἐπούλωσιν τῶν ἐξ αὐτῶν τραυμάτων, τά ὁποῖα προβληματίζουν καί κουράζουν ψυχοσωματικῶς ὅσους διαμένουν εἰς τάς εὐαισθήτους ἐκείνας περιοχάς.

Οὕτως, ἡ ἐν ταπεινώσει ἑνότης τῶν Ὀρθοδόξων καί ἡ ἀγαπητική προσέγγισίς μας πρός τόν κόσμον τῶν ἑτεροδόξων ἀποτελοῦν βασικόν μέλημα ἡμῶν.

Ἱερώτατοι ἅγιοι ἀδελφοί,

Ἡ Ἁγία ἡμῶν Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, συντονιστής τῆς ὁποίας εἶναι τό Οἰκουμενικόν μας Πατριαρχεῖον, εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων, τῶν Μαρτύρων, τῶν Ὁσίων, τῶν δικαίων, ζῇ δέ καί ἐργάζεται ἐν παντί τόπῳ τῆς ὑπ᾿ οὐρανόν, ἔχουσα ὡς ἀμετάθετον ὅραμα τό «γενηθήτω τό Θέλημα» τοῦ Κυρίου καί «ἐλθέτω ἡ βασιλεία» Αὐτοῦ καί τήν ἐπαναγωγήν ἤ τήν πρωτογενῆ εἰσόδευσιν παντός λογικοῦ προβάτου εἰς τήν θεόδμητον ταύτην Μάνδραν, ἵνα «γένηται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν», κατά τήν διακαῆ ἐπιθυμίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ πέμψαντος τό Πανάγιον Αὐτοῦ Πνεῦμα ἵνα ὁδηγῇ ἡμᾶς οὐχί κατά τάς ἐπισφαλεῖς, διά νά μή εἴπωμεν, ἀνασφαλεῖς, ἐπιθυμίας καί κρίσεις ἡμῶν, ἀλλά εἰς «πᾶσαν τήν ἀλήθειαν».

«Τό πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ΄ 20), διότι μέλη τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου ἐσμέν. Δέν ζῶμεν καί δέν πολιτευόμεθα ἐμφορούμενοι ἀπό οὐτοπικάς ἀντιλήψεις καί ἐξωπραγματικάς πεποιθήσεις, φρονοῦμεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἐν δυνάμει εἶναι πᾶσα ἡ οἰκουμένη, ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία κατέχει τό καινοποιόν φύραμα, τό δυνάμενον νά ζυμώσῃ καί νά ἀναπλάσῃ τόν κόσμον. Οὐδόλως "πολτοποιοῦμεν" συνειδήσεις ἤ καλλιεργοῦμεν ἰδεοληπτικάς προσκολλήσεις. Ἀντιθέτως, ἀπεργαζόμεθα τήν ἀπεξάρτησιν ἀπό πᾶσαν ἐγκόσμιον καθήλωσιν καί ἐγγυώμεθα τήν μεσουράνησιν τοῦ Θείου, πνευματοποιοῦντες διά τῆς ἐξυγιάνσεως τοῦ νοός πᾶσαν σχολαστικότροπον ἀναζήτησιν, ἔχοντες παροχέα τόν Λόγον, τήν Ἀλήθειαν καί τήν Ἀγάπην.

Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία εἶναι ἡ μόνη ὑπαρκτή ἐγκόσμιος πραγματικότης, ἡ ὁποία κέκτηται Θεανθρωπίνην ὑπόστασιν ὡς Σῶμα Χριστοῦ, καί διά τοῦτο μόνον αὐτή δύναται νά ἀντισταθῇ εἰς τόν ἐπιχειρούμενον ὑπό πολλῶν, ἐν ἐξουσίαις ἤ μή, στρατωνισμόν τῆς ἐλευθερίας, εἰς τήν ἠλεκτρονικήν μαζοποίησιν τῆς συγχρόνου τεχνολογίας, εἰς τήν ὑλοχαρῆ δεσποτείαν τοῦ κεφαλαίου, εἰς τήν βάναυσον καταπάτησιν τοῦ προσώπου ἀπό πλευρᾶς τῆς ὑλιστικῆς κοσμοθεωρίας, εἰς τήν ἄλογον σκοπιμότητα τῶν πολέμων, εἰς τό ἐπαυξανόμενον φάσμα τῆς ἀνισομεροῦς κατανομῆς τῶν ἀγαθῶν καί τῆς πείνης, εἰς τήν ἀπρόσωπον μορφοποίησιν τῆς κοινωνίας, εἰς τήν ἀποϊεροποίησιν τῆς ἀνθρωπίνης ἀξίας, εἰς τήν ἰταμήν καταστροφήν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, τοῦ ἡμετέρου οἴκου. Δέν κατατείνομεν διά τῶν λόγων ἡμῶν τούτων εἰς σύντηξιν πολιτισμῶν ἀλλά εἰς ἐξαγιασμόν προσώπων καί εἰς τήν ἑνοειδῆ ἐμφάνειαν τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ.

Εἰς τόν κόσμον τοῦ ψεύδους καί τῆς ἀλγεινῆς μεταλλάξεως τῶν θεοπαρόχων νόμων τῆς ἀνθρωπίνης ὀντολογίας, δέν ὑπάρχει μεγαλυτέρα ἀλήθεια ἀπό τήν ἀγάπην καί ὡσαύτως οὐδέποτε ἀπεκαλύφθη μεγαλειωδεστέρα κίνησις ἀγάπης ἀπό τήν προσφοράν τῆς ἀληθείας τοῦ ζῶντος Θεοῦ εἰς τόν πεπτωκότα ἄνθρωπον, τόν ἐναντιούμενον ἡμῖν, διά τῆς ὁποίας καί μόνον ἐπιτυγχάνεται ἡ σφοδρά ἐπιπόθησις τῆς σωτηρίας.

Κατά τήν εὔσημον, λοιπόν, ταύτην ἡμέραν τῶν ὀνομαστηρίων ἡμῶν, αἰσθανόμενοι χαράν καί εὐχαριστοῦντες ἐκ καρδίας ὑμῖν διά τήν ἀγάπην καί τήν τιμήν τήν ὁποίαν ἐπιδεικνύετε ἐνεργῶς πρός τό ταπεινόν ἡμῶν πρόσωπον, ἀντανακλῶσαν ὅμως ἐν τῇ πράξει εἰς τήν Μητέρα Ἐκκλησίαν, ἐξαγγέλλομεν ταπεινῶς τήν οἰκουμενικήν ταύτην διάστασιν τῆς διακονίας ἡμῶν καί ἐπιτελοῦμεν καί δεικνύομεν μαζί σας τήν πραγμάτωσιν τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Καί τοῦτο, διότι πάντες ἡμεῖς, παρά τάς τοπικάς ἀποστάσεις, αἱ ὁποῖαι σωματικῶς μᾶς χωρίζουν ἀπ᾿ ἀλλήλων, ἤ τάς δικαιοδοσιακάς διαφοράς, συναπαρτίζομεν νοερῶς ἕν ἑνιαῖον καί ἀδιάσπαστον σύνολον, ἕνα Οἶκον πνευματικόν, μίαν ἀδιαίρετον καί συνηνωμένην Βασιλείαν, ἕν σῶμα, αὐτό τοῦτο τό Σῶμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν.

Ἀδελφοί καί τέκνα,

Οἱ καιροί οὐ μενετοί διά πολυτέλειαν ἀντιπαραθέσεων καί διχασμῶν. Ἡ οἰκουμένη ἀναμένει ἀφ᾿ ἑνός μέν τό λυτρωτικόν μήνυμα τῆς Ὀρθοδοξίας, τό ὁποῖον ἀγωνιζόμεθα νά μεταδίδωμεν, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ στρέφει ἀπαιτητικῶς τούς ὀφθαλμούς αὐτῆς εἰς τήν Μητέρα Ἐκκλησίαν, ἀναζητοῦσα ἐν αὐτῇ εὐαγγελικόν πρότυπον καί ἀποστολικόν παράδειγμα. Ὁ Κύριος ὁμιλεῖ σήμερον εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί ἡ πνοή τοῦ Παρακλήτου μᾶς ὠθεῖ νά ἀνοίξωμεν ἔτι καί ἔτι τούς ὁρίζοντάς μας εἰς τήν δοκιμαζομένην ἀνθρωπότητα.

Τό Ἱερόν Κέντρον τῆς Ὀρθοδοξίας ἐδῶ εἰς τήν Πόλιν, αὐτή αὕτη ἡ Πόλις μας ἀποτελεῖ τό σταυροδρόμι τῆς ἐμπειρίας τοῦ παρελθόντος καί τῶν προσδοκιῶν τοῦ μέλλοντος – καί ταῦτα μακράν πάσης περιαυτολογίας καί θριαμβολογίας. Ἀπλῶς, συλλαμβάνομεν τά μηνύματα τῶν καιρῶν καί συνειδητοποιοῦμεν τό χρέος καί τήν εὐθύνην.

Ἡμεῖς, φέροντες εἰς τούς ὤμους ἡμῶν τόν Σταυρόν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας μέ συγκηρυναίους ἀμέσους τούς ἐνταῦθα σεβασμίους ἀδελφούς Ἱεράρχας, καί σύμπασαν τήν σεβασμίαν Ἱεραρχίαν τοῦ Θρόνου ἔχομεν ὡς ἔμβλημα, «Χριστός μου δύναμις, Θεός καί Κύριος» καί «ἐκ διανοίας καθαρᾶς ἐν Κυρίῳ ἑορτάζομεν». Αἴροντες δέ νοῦν, καρδίαν, διάνοιαν καί σῶμα πρός τόν «βάθει σοφίας φιλανθρώπως τά πάντα οἰκονομοῦντα καί τό συμφέρον πᾶσιν ἀπονέμοντα μόνον Δημιουργόν» εὐχόμεθα ὅπως ὁ Κύριος χρόνων καί καιρῶν, ὁ Ἀρχηγός τῆς Πίστεως καί Σωτήρ ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, διά πρεσβειῶν τῆς παναχράντου Μητρός Αὐτοῦ, τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου Βαρθολομαίου καί πάντων τῶν Ἁγίων, εὐλογῆ καί ἁγιάζη πάντας, καί ἐν Αὐτῷ «τῷ ποιητῇ καί πλάστῃ καί Θεῷ ἡμῶν» τήν πᾶσαν ἐλπίδα τῆς ζωῆς καί τῆς περαιτέρω διακονίας ἡμῶν ἀνατιθέμεθα. Ἀμήν.