Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου της Ι. Μ. Ζακύνθου. Είναι e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου. Οι κ.κ. δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα μόνο σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συγκεκριμένου συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Πατριαρχική Χοροστασία στον πανηγυρίζοντα Ναό των Αγίων 12 Αποστόλων Φερίκιοϊ Κ/Πόλεως

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ
Ἐκκλησιαστικαί εἰδήσεις 








Ἐπί τῇ ἑορτῇ τῆς Συνάξεως τῶν Ἁγίων ἐνδόξων καί πανευφήμων Δώδεκα Ἀποστόλων, Α. Θ. Παναγιότης Πατριάρχης, ἐχοροστάτησεν ἐν τῷ πανηγυρίσαντι φερωνύμῳ Ἱ. Ναῷ τῆς Κοινότητος Φερίκιοϊ κατά τήν Θείαν Λειτουργίαν, τήν Παρασκευήν, 30ήν λ. μ. Ἰουνίου, καθ᾿ ἥν τόν θεῖον λόγον ἐκήρυξεν Πανοσιολ. Τριτεύων κ. Νήφων καί ἐκκλησιάσθησαν ὁ Ἐξοχ Πρέσβυς κ. Εὐάγγελος Σέκερης, Γεν. Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Πόλει, μετά τῆς Εὐγεν. συζύγου του, καί πολυάριθμοι πιστοί ἐντεῦθεν καί ἐξ Ἑλλάδος.
     Μετά τήν ἀπόλυσιν, ὡμίλησαν ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Σασίμων κ. Γεννάδιος, Ἐπόπτης τῆς Περιφερείας Ταταούλων, ὁ Ἐντιμολ. κ. Κωνσταντῖνος Σανταλτζίδης, Ἄρχων Ἔξαρχος, Πρόεδρος τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀναφερθείς εἰς τά πεπραγμένα αὐτῆς, καί ὁ Πατριάρχης, περί τῆς διά τοῦ Ἀποστολικοῦ Κηρύγματος ἑδραιώσεως τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐπηκολούθησεν ἐν τῇ παρακειμένῃ αἰθούσῃ τοῦ ΕΡ.Θ.Ο. δεξίωσις.
Τό ἑσπέρας τῆς ἰδίας, Α. Θ. Παναγιότης Πατριάρχης, μετέβη εἰς τό Ἱ. Ἁγίασμα τῶν Ἁγίων Δώδεκα Ἀποστόλων τῆς Κοινότητος Βεβεκίου καί ἐχοροστάτησε κατά τήν Ἱ. Ἀκολουθίαν τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνος εἰς αὐτούς, καθ᾿ ἥν, μετά τήν προσφώνησιν τοῦ Ἐπόπτου τῆς Περιφερείας Βοσπόρου Σεβ. Μητροπολίτου Μυριοφύτου καί Περιστάσεως κ. Εἰρηναίου, ὡμίλησε πρός τό ἐκκλησίασμα.

* * *

Α. Θ. Παναγιότης Πατριάρχης, ἐδέχθη εἰς ἀκρόασιν:
Τόν Ἐξοχ. κ. Emre Gönensay, πρῴην Ὑπουργόν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας, μετά τῆς θυγατρός αὐτοῦ Εὐγεν. κ. Nazlı καί τοῦ ἐγγονοῦ του Ömer.

* * *



Α. Θ. Παναγιότης Πατριάρχης, ἐξεπροσωπήθη ὑπό τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Σηλυβρίας κ. Μαξίμου, κατά τήν ἐν τῷ . Μητροπολιτικῷ Ναῷ Ἁγίας Παρασκευῆς Θεραπείων Θείαν Λειτουργίαν, τελεσθεῖσαν ὑπό τοῦ ἑορτάσαντος τά ὀνομαστήριά του Σεβ. Μητροπολίτου Γέροντος Δέρκων κ. Ἀποστόλου, καί τό ἐπακολουθῆσαν ἑόρτιον γεῦμα, τήν Παρασκευήν, 30ήν Ἰουνίου.

* * *


Ἡ Α. Θ. Παναγιότης ὁ Πατριάρχης, ἐπεσκέφθη ἐν τῷ ἐν ᾧ νοσηλεύεται Ἀμερικανικῷ Νοσοκομείῳ τόν Ὁσιολ. ΡΚαθολικόν ἱερέα κ. Franz Kangler, τ. Διευθυντήν τοῦ Αὐστριακοῦ Λυκείου τῆς Πόλεως, καί ηὐχήθη αὐτῷ ταχεῖαν ἀποθεραπείαν. 

Θάνατος ή Δρόμος προς την Ελευθερία

Γράφει ο φοιτητής ΜΗΝΑΣ ΣΤΡΑΒΟΠΟΔΗΣ

Θάνατος! Θάνατος; Τι είναι ο θάνατος; Τι να σημαίνει ο θάνατος; Πόσοι πολλοί είναι οι άνθρωποι που έχουν αναρωτηθεί κάτι τέτοιο. Οι περισσότεροι και ίσως λιγότερο σοφοί βλέπουν τον θάνατο σαν κάτι σκοτεινό, άσχημο, κακό. Άλλοι πάλι, λιγότεροι αυτοί, βλέπουν τον θάνατο σαν το απόλυτο τίποτα, μετά την ζωή δηλαδή δεν υπάρχει τίποτα. Άλλοι, πολλοί λίγοι αυτή τη φορά, βλέπουν τον θάνατο σαν μετάβαση της ψυχής από ένα σώμα σε ένα άλλο, δηλαδή σαν μια συνέχεια της ζωής. Εγώ πάλι, βλέπω τον θάνατο σαν κάτι φωτεινό, σαν την αρχή της ζωής, την αρχή της ελεύθερης ζωής, σαν την πραγματική ελευθερία, ελευθερία της ψυχής.
Βλέπεις τον ουρανό και θες να πετάξεις, απλώνεις τα χέρια ψηλά για να φύγεις, μα δεν μπορείς. Αν ρώταγα κάποιον, τι είναι αυτό που μας κρατάει στο έδαφος, πιθανότατα θα έλεγε: «το σώμα». Λάθος, αυτό που μας κρατάει στο έδαφος είναι η λογική. Μάθε πως όρια δεν υπάρχουν, παρά μόνο στο μυαλό μας, μάθε πως ο άνθρωπος τα μπορεί όλα, αρκεί να πιστέψει πως τα μπορεί. Όπως λέει και ο Νίκος Καζαντζάκης: « ό,τι δεν έγινε ποτέ, είναι ό,τι δεν ποθήσαμε αρκετά». Πολλοί, λοιπόν, βλέπουν τον θάνατο σαν όριο, ότι η ζωή του ανθρώπου φτάνει μέχρι τον θάνατο. Λένε πως ο θάνατος έρχεται φυσιολογικά, όταν οι λειτουργίες του ανθρώπου βρίσκονται σε πλήρη παρακμή. Εγώ προσωπικά πιστεύω πως ο θάνατος του ανθρώπου έρχεται την στιγμή της ακμής, και μάλιστα, όταν φτάνει στην κορυφή αυτής, διότι τη στιγμή ακριβώς που πεθαίνεις, έχεις ζήσει όλες τις εμπειρίες που ήταν δυνατό να ζήσεις, έχεις ζήσει το μέγιστο αριθμό στιγμών, λεπτών, ωρών, ημερών, μηνών, χρόνων. Τη στιγμή του θανάτου η ζωή σου βρίσκεται στην κορύφωσή της, είναι η τελειότερη στιγμή της! Πως θα μπορούσε να μην είναι άλλωστε; Διότι, μόνο εάν η ζωή βρισκόταν στην τελειότερη φάση της, θα μπορούσε ο άνθρωπος να βαδίσει στον δύσκολο δρόμο της ελευθερίας, αλλά και να καταφέρει να την κατακτήσει, να γίνει ελεύθερος.
Ναι! Εγώ πιστεύω πως ο θάνατος είναι το μόνο πράγμα, που μπορεί να μας οδηγήσει στην πραγματική ελευθερία. Θα ονόμαζα, λοιπόν, την ζωή: «αγώνας για να φτάσει ο άνθρωπος στην τελειότερη φάση του». Θα ονόμαζα τον θάνατο: «δρόμο προς την ελευθερία». Τέλος, θα ονόμαζα την μεταθανάτια ζωή: «ελευθερία».
Μια καθηγήτρια μου, μου είχε πει πως ο άνθρωπος είναι το τραγικότερο ον που υπάρχει στην φύση, διότι είναι το μοναδικό ον, το οποίο έχει επίγνωση του θανάτου του και παρ’ όλα αυτά δημιουργεί. Εκείνη την ημέρα, θυμάμαι, της απάντησα πως ακριβώς για τον ίδιο λόγο θεωρώ πως ο άνθρωπος είναι άξιος θαυμασμού. Της απάντησα πως ο λόγος που δημιουργεί είναι, διότι κατά βάθος, ασυνείδητα, ξέρει πως ο θάνατος δεν είναι το τέλος, είναι η αρχή ενός εφήμερου τέλους, της ζωής. Η συζήτηση σταμάτησε εκεί. Μια άλλη φορά ένας φίλος μου, μου είχε πει πως θάνατος σημαίνει: «ποτέ πια». Δεν μπορούσα βέβαια να αρνηθώ, διότι, όντως ο θάνατος σημαίνει «ποτέ πια», αλλά για τους ζωντανούς, για τον ίδιο τον νεκρό ίσως να σημαίνει: «τώρα πια».
Κάποιοι άλλοι πάλι, χαρακτηρίζουν το σώμα ως φυλακή της ψυχής μας. Μα γιατί; Το σώμα μας είναι ένα εφήμερο κομμάτι της ψυχής μας και πολύ σημαντικό, το οποίο μας βοηθάει να κάνουμε πράξη όλα αυτά, που η ψυχή μας ποθεί, για παράδειγμα, τώρα εγώ που γράφω. Πριν αποφασίσω να γράψω αυτό το δοκίμιο, η ψυχή μου παλλόταν μέσα μου, κάποια στιγμή ένιωσα να την κρατάω με τα δόντια μου και να την γυρίζω πίσω. Μαχόταν να εκφράσει όλα αυτά που σκεφτόταν. Το σώμα μου, λοιπόν, είναι τώρα αυτό, που την βγάζει από το αδιέξοδο και ήδη την νιώθω να έχει καταλαγιάσει στο στήθος μου, την αγαπημένη της θέση. Ας μην, λοιπόν, υποτιμούμε την αξία του σώματος, καθώς είναι αυτό, το οποίο στο διάστημα αυτό της ζωής μας, μας βοηθά να καταλάβουμε τι είναι η ζωή. Τι σημαίνει ο αγώνας αυτός. Μέσω του σώματος νιώθουμε, την χαρά, την λύπη, τον πόνο, τον έρωτα. Χωρίς αυτό, αυτά θα υπήρχαν μόνο ως ιδέες, αυτό όμως τα υλοποιεί, τους δίνει υπόσταση. Είναι άδικο οπότε να το υποτιμούμε.
Για αυτόν, λοιπόν, τον λόγο, θάνατος δεν σημαίνει ελευθερία της ψυχής από το σώμα, μέσα στο οποίο είναι εγκλωβισμένη, αλλά σημαίνει δρόμος προς την ελευθερία. Αυτό που ζεις τώρα είναι η προετοιμασία, για να διαβείς αυτόν τον δρόμο και να φτάσεις στην ελευθερία.
Πιστεύω, λοιπόν, πως είναι συνετό να ζεις την ζωή σου με πάθος και να δημιουργείς, ό,τι μπορείς. Κοίταξε, όμως, τα δημιουργήματά σου να είναι σωστά, να αποβλέπουν στο συλλογικό όφελος, διότι αυτά τα δημιουργήματα, στον δρόμο αυτόν για την ελευθερία, μετατρέπονται σαν βοήθειες ή εμπόδια, ανάλογα με το τι θα επιλέξεις να κάνεις. Μην νομίζεις πως όλοι οι άνθρωποι φτάνουν στην ελευθερία, όχι λάθος, κάποιοι χάνονται για πάντα στον δρόμο αυτόν τον δύσβατο. Κάποιοι, ναι, περιπλανιούνται αιώνια ώσπου ξεχνούν τι αναζητούν και μένουν για πάντα εκεί, χαμένοι. Μάθε, λοιπόν, πως η λύτρωση δεν έρχεται με τον θάνατο, μα μόλις ξεπεράσεις τον θάνατο και φτάσεις εκεί που ο άνθρωπος ανήκει, στην ελευθερία!
Κάποιοι ίσως να αναρωτηθούν: «πως είναι δυνατόν να χρειάζονται όλα αυτά, για να φτάσει κάποιος στην ελευθερία, αφού εγώ τώρα νιώθω ελεύθερος, είμαι ελεύθερος;». Για την ακρίβεια δεν είναι ακριβώς έτσι, ίσως αυτή η ελευθερία που κατά διαστήματα νιώθουμε να είναι μια μικρή γεύση της ελευθερίας, μα κατά κύριο λόγο, είναι δυστυχώς μια ψευδαίσθηση. Στην εφήμερη ζωή σου, δυστυχώς, είσαι δέσμιος του καιρού και των περιστάσεων, στην καλύτερη περίπτωση. Η ελευθερία, είναι το ανώτατο αγαθό για τον άνθρωπο, θα ήταν λοιπόν παράδοξο να μπορούμε έτσι εύκολα να την αποκτήσουμε. Δυστυχώς, κανείς δεν γνωρίζει τι πρέπει να κάνει κάποιος, για να εξασφαλίσει μετά τον θάνατό του την ελευθερία. Ίσως να είναι καλύτερα έτσι γιατί το άγνωστο αποτελεί πρόκληση για το ανθρώπινο γένος, αυτό οδηγεί κατά βάθος στην επιτυχία. Για αυτό λοιπόν, μην ρωτάς, πάλευε, όσο χρόνο και αν έχεις, πάλευε για ό,τι εσύ θεωρείς σωστό, πάλευε, η ζωή είναι ένας αγώνας, θυμάσαι; Όσο πιο πολύ παλέψεις, τόσο πιο εύκολα θα γίνεις ελεύθερος. Ζήσε, λοιπόν, με πάθος, μην αφήνεις στιγμή να πάει χαμένη και μην ανησυχείς η επαγρύπνηση αυτή δεν θα πάει χαμένη, στο τέλος θα κερδίσεις το ανώτατο αγαθό, την ελευθερία.

Ο θάνατος, λοιπόν, είναι η μοναδική ευκαιρία που σου δίνεται άνθρωπε, για να κατακτήσεις την ελευθερία. Με μια προϋπόθεση όμως, όταν καταλαβαίνεις πως τώρα, στην ζωή αυτή παρεκκλίνεις, τότε να προσπαθείς να επανέρχεσαι στο σωστό μονοπάτι, διότι αλλιώς θα περιπλανιέσαι για πάντα στο ενδιάμεσο στάδιο του θανάτου, μέχρι που θα ξεχάσεις τα πάντα, ποιος είσαι, που πηγαίνεις και ποιος είναι ο σκοπός σου. Ζήσε, λοιπόν, με πάθος, δημιούργησε και ο δρόμος αυτός της ελευθερίας θα σε οδηγήσει από μόνος του εκεί που αξίζει να βρίσκεται ο άνθρωπος μαχητής, στην ελευθερία, ζώντας πια ελεύθερος!

Ανακοίνωση Φαναρίου περί της Πατριαρχικής Λειτουργίας στην Κύζικο (23.8.2017) και όχι στην Παναγία Σουμελά


Ἀποστέλλεται συνημμένως Ἀνακοινωθέν τῆς Μ. Πρωτοσυγκελλίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου πρός ἐνημέρωσιν ὑμῶν. 
 + ὁ Σμύρνης Βαρθολομαῖος 
Ἀρχιγραμματεύων τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου


Αρχιερατική Λειτουργία για τους Αγίους 12 Αποστόλους στο χωριό Κερί Ζακύνθου

Πρωί 30ής Ιουνίου 2017, στο Παρεκκλήσιο των Αγίων Αποστόλων Κερίου Ζακύνθου, λειτουργούντος του οικείου Μητροπολίτου Σεβ. Ζακύνθου κ. Διονυσίου Δ΄. Αναθέσει του ιδίου ομίλησε προς το εκκλησίασμα ο Αρχιμανδρίτης Σεραφείμ Κονίδης. Ακολούθησε κέρασμα στο παρακείμενο αρχονταρίκι. Σημειωτέον ότι κτήτορας του νεόδμητου αυτού ενοριακού συγκροτήματος είναι ο Καθηγούμενος της σεβασμίας Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου π. Διονύσιος Λιβέρης.
[Φωτο-ανταπόκριση: Ιωάννης Μπράτης]














































Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Εόρτιος Εσπερινός στον Βράχο του Αρείου Πάγου, σε ανάμνηση του κηρύγματος του Αποστόλου Παύλου

29.6.2017
Ρεπορτάζ για το Ραδιόφωνο της Εκκλησίας: Μάκης Αδαμόπουλος
Φωτογραφίες: Χρήστος Μπόνης






























Με ιδιαίτερη λαμπρότητα τελέσθηκε ο Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός στον Ιερό Βράχο του Αρείου Πάγου σε ανάμνηση του κηρύγματος του Αποστόλου Παύλου, ιδρυτή της Εκκλησίας της Ελλάδος. 

Χοροστάτησε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, ενώ παρέστησαν Συνοδικοί Μητροπολίτες και άλλοι Αρχιερείς, Υπουργοί, βουλευτές, πολιτευτές, εκπρόσωποι των σωμάτων ασφαλείας και των ενόπλων δυνάμεων, κληρικοί και λαϊκοί.

Κατά τον Εσπερινό μίλησε ο Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Παπαθανασίου, Ιεορκήρυκας του Μητροπολιτικού Ναού των Αθηνών και Διευθυντής του ιδιαιτέρου Γραφείου του Αρχιεπισκόπου. 

Ο π. Χρυσόστομος τόνισε πως «ο Απ. Παύλος σφράγισε, περισσότερον από κάθε άλλον την ιστορία και την θεολογία της Εκκλησίας. Ήταν μία εξαιρετικὴ προσωπικότης. Δεν ήταν μόνο τα φυσικὰ προσόντα, η παιδεία του η ιουδαϊκὴ «παρὰ τοὺς πόδας Γαμαλιήλ» (Πραξ. 22,3), η ελληνική του κατάρτιση, η κοσμοπολίτικη νοοτροπία του, οι οποίες τον καθιέρωσαν στη συνείδηση της Εκκλησίας, ως «ἐθνῶν κήρυκα…καὶ οἰκουμένης ἀγλάϊσμα». Ηταν πρωτίστως η θερμουργός αγάπη του προς τον Χριστό. Ήταν η αγαπώσα τον Κύριον καρδία του, που έφθανε μέχρι τη διακήρυξη: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι ζῷ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2, 20)».

Αναφέρθηκε στο κέντρο της θεολογίας του Αποστόλου Παύλου λέγοντας πως «είναι το πρόσωπο του Χριστού. Ο Παύλος ήταν απόλυτα βεβαιωμένος ότι η ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού έφερε την «καινή διδαχή», την νέα κατάσταση στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους. Ο «παιδαγωγός εις Χριστόν» Νόμος, δεν έχει πλέον την παλαιά του ισχύ, εφ’ όσον η προαιώνια ευδοκία και βουλή του Θεού, έγινε από προσδοκία, πραγματικότητα. Ο Θεός «ἐφανερώθη ἐν σαρκί» και «τὸ μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριον» προσφέρεται ως κήρυγμα και ζωή σ’ όλα τα έθνη. Έτσι στο νού, στο κήρυγμα και στη προσωπική ζωή του Αποστόλου κυριαρχεί η χριστοκεντρική θέωρηση όλων των δεδομένων της ανθρώπινης ύπαρξης. Σημείο προσανατολισμού είναι η θεία μορφή του Χριστού, προς την οποία οφείλει συνεχώς να κατευθύνει το βλέμμα του ο πιστός.

Μίλησε, επίσης, για την Χριστοκεντρικότητα του Αποστόλου Παύλου τονίζοντας πως «ο Απόστολος Παύλος σφράγισε περισσότερο από κάθε άλλο την ιστορία και τη Θεολογία της Εκκλησίας. Κέντρο της Θεολογίας του είναι το πρόσωπο του Χριστού, γιαυτό και η αποστολή του είναι ταυτισμένη με αυτό. Ο Χριστός ως Θείος νομοθέτης, ως μυσταγωγός, ως το τέλειο πρότυπο, ως ελπίδα του κόσμου συνιστούν την Χριστοκεντρικότητα του Παύλου, για την οποία ο Χριστός είναι «τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι». 

Σημείωσε, ακόμη, ότι «στις δύσκολες ώρες ποὺ φέρνει η ζωή, το σωτήριο φάρμακο είναι η ελπίδα στον Κύριο» και έθεσε το ερώτημα: Έχουμε την δυναμικὴ να ομιλούμε για χριστοκεντρικότητα, ως τη βίωνε ο μέγας Απόστολος; Καὶ συνωδὰ τὰ ἀμείλικτα ἐρωτήματα: Που είναι ο Χριστός σήμερα; Βρίσκεται στο κέντρο της ζωής μας, της οικογένειάς μας, της κοινωνίας μας, του δημόσιου βίου η έχει απεμπολισθεί απ’ όλα αυτά η έχει απωθηθεί στο περιθώριο της ιστορίας; Ο λόγος Του ακούγεται; Λαμβάνεται υπ’ όψη η θεία Νομοθεσία Του; Εμπνέει η διδασκαλία Του τις ανθρώπινες ψυχές; Αφήνουμε το είναι μας στη μυσταγωγική καθοδήγησή Του; Αποτελεί πρότυπο τελειότητος στη χοάνη των ατελειών μας και ελπίδα στο ανέλπιστο του κόσμου;».

Σε άλλο σημείο, τόνισε χαρακτηριστικά ότι «η Χριστοκεντρικότητα, έχοντας ως πηγή το Ευαγγέλιο του Χριστού και την Ιερά Παράδοση, εκφράζει το τελειότερο ήθος για τον άνθρωπο. Όντως σοφίζει και εκπολιτίζει. Γιατί στον αυθεντικό χριστιανισμό δεν υπάρχει σκοταδισμός και οπισθοδρόμηση. Μόνον αληθής πρόοδος, κατάφαση στα επιστημονικά επιτεύγματα και οδός όλη φως. Η ζωή του ανθρώπου στο Χριστιανισμό είναι μέγιστο αγαθό, του Θεού δώρον. Στον χριστιανισμό θεμελιώνονται τα ανθρώπινα και ατομικά δικαιώματα».

Στην καίρια ομιλία του ο π. Χρυσόστομος επεσήμανε, εξάλλου, ότι «η σημερινή πνευματική αναταραχή στην Ευρώπη, γιατί περί αυτής πρόκειται, μ’ όσα συμβαίνουν, βρίσκει τους περισσοτέρους σε μία σύγχυση. Η ρίζα του κακού δεν είναι η απουσία δημοκρατικών ιδεωδών, αλλά η περιφρόνηση των εντολών του Ευαγγελίου και η μη εφαρμογή τους, με διάφορα προσχήματα. Η υπέρμετρη εμπιστοσύνη στη μηχανή, η οποία ούτως η άλλως δεν καταλαβαίνει από αισθήματα αγάπης και αλληλεγγύης, η στόχευση στον υλικό ευδαιμονισμό και ο αμοραλισμός στο όνομα του Διαφωτισμού, που δεν προσθέτουν ούτε ένα βήμα ηθικού μεγαλείου στην Ευρώπη, έχουν φθάσει τελικά τον ευρωπαίο άνθρωπο να δοκιμάζεται και να αναζητεί την λησμονημένη αληθινή ταυτότητά του.
Επέστη ο καιρός το φως του Χριστιανισμού να ανέλθει «ἐπὶ τὴν λυχνίαν». Η Ευρώπη χρειάζεται σήμερα το ήθος της χριστιανικής διδασκαλίας, όσο ποτέ άλλοτε. Οφείλει να ανακαλύψει εκ νέου την εξ αποκαλύψεως σώζουσα την κοινωνία της αλήθεια, τον αυθεντικό χριστιανισμό. Και στο σημείο αυτό ο λόγος της Ορθοδοξίας, ως «φως το πάσιν γλυκύτατον και ως άλας το πάσιν εράσμιον», ως φιλοκαλία, έχει πρωτεύοντα και ευεργετικό ρόλο».

Σημείωσε, άλλωστε, πως «η χριστοκεντρικότητα του Αποστόλου των Εθνών Παύλου, για την οποία ομιλούμε, και αποτελούσε τον πνευματικό πυρήνα της υπάρξεως και το μυστικό του μεγαλείου του, είναι απόλυτη ανάγκη να πνεύσει ως «αύρα λεπτή» στο ευρωπαικό γίγνεσθαι. Χωρίς θρησκευτικούς φανατισμούς χωρίς εξουσιαστική δύναμη, χωρίς εγωισμούς, αλλά «ἐν μετανοίᾳ, ἐν ταπεινώσει, ἐν ἀληθείᾳ, ἐν ἀγάπῃ, ἐν πνεύματι Θεοῦ ζῶντος».

Ολοκληρώνοντας την ομιλία του ο π. Χρυσόστομος υπόγραμμισε «Επί την ηλίου δύσιν, στον βράχο τούτο, μιλά ο Απόστολος των Εθνών, ο Πρωτοκορυφαίος Παύλος για τον Αιώνιο. Οι άγγελοι εορτάζουν τριγύρω μας. Ο Περικλής, ο Πλάτων, ο Σωκράτης, οι Επικούρειοι σιγούν για ν’ ακούσουν. Ο Αρεοπαγίτης Διονύσιος, Δάμαρις η αρχόντισσα, ασπάζονται τον λόγο. Οι πρώτοι χριστιανοί διασκελίζουν τα μάρμαρα με μυστικά οράματα. Εμείς, οι σύγχρονοι χριστιανοί, μιμητές του Παύλου, θα γράψουμε «το υπέρ παν όνομα», τον Χριστό, ανεξίτηλα στις καρδιές μας;».

Η ομιλία του Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομου Παπαθανασίου

Τὴν παροῦσαν ἑσπέραν, εὑρισκόμεθα παρὰ τὸν ἀρχαῖον Ἄρειον Πάγον, μεταξὺ τοῦ Παρθενῶνος καὶ τῆς Πνυκός, τοῦ λόφου τῶν Νυμφῶν καὶ τῆς Ἀγορᾶς, καὶ ἰδού, ἀκούγεται ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων, ἡ φωνὴ τοῦ Πρωτοκορυφαίου, τοῦ ἐνδόξου Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου, νὰ διακηρύττει: «Ἄνδρες Ἀθηναῖοι» καὶ κατ’ ἐπέκτασιν Πανέλληνες, Εὐρωπαῖοι, ἄνθρωποι τῆς Οἰκουμένης, «τοὺς μὲν χρόνους τῆς ἀγνοίας ὑπεριδὼν ὁ Θεὸς τανῦν παραγγέλλει τοῖς ἀνθρώποις πᾶσι πανταχοῦ μετανοεῖν, διότι ἔστησεν ἡμέραν ἐν ᾗ μέλλει κρίνειν τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ, ἐν ἀνδρὶ ᾧ ὥρισε, πίστιν παρασχὼν πᾶσιν ἀναστήσας αὐτὸν ἐκ νεκρῶν» (Πράξ. 17, 30-32). Ὁ «παμμέγιστος» Παῦλος, τὸ «σκεῦος τῆς ἐκλογῆς τοῦ Θεοῦ», ὁ θεορρήμων, ὁ οὐρανοβάμων, ὁ μακάριος Παῦλος ἀποκαλύπτει ἐν σμικρῷ, τὸ μέγα μυστήριον τῆς χριστιανικῆς ἀληθείας: Ἀφ’ ἑνὸς μέν, ὁμιλεῖ γιὰ τὸν ἀληθινὸ Δημιουργὸ τοῦ κόσμου, ἀφ’ ἑτέρου δέ, φέρει τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ Ἀναστάντα Χριστὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιό Του στοὺς ἀκροατές Του. Εἶναι ἡ μεγάλη ὥρα, ἐδῶ στὴν Ἀκρόπολη, στὰς κλεινὰς καὶ ἰοστεφεῖς Ἀθήνας καὶ σ’ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, ἡ ὥρα τῆς ἀνατολῆς ἑνὸς νέου κόσμου, μὲ τὴν δημηγορία αὐτὴ τοῦ θεσπέσιου Διδασκάλου τῆς Οἰκουμένης, τοῦ μεγαλυτέρου ἀναστήματος τοῦ Χριστιανισμοῦ.

*

Ὁ Ἀπ. Παῦλος σφράγισε, περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον τὴν ἱστορία καὶ τὴν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Ἦταν μία ἐξαιρετικὴ προσωπικότης. Δὲν ἦταν μόνο τὰ φυσικὰ προσόντα, ἡ παιδεία του ἡ ἰουδαϊκὴ «παρὰ τοὺς πόδας Γαμαλιήλ» (Πραξ. 22,3), ἡ ἑλληνική του κατάρτιση, ἡ κοσμοπολίτικη νοοτροπία του, οἱ ὁποῖες τὸν καθιέρωσαν στὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, ὡς «ἐθνῶν κήρυκα…καὶ οἰκουμένης ἀγλάϊσμα». Ἦταν πρωτίστως ἡ θερμουργὸς ἀγάπη του πρὸς τὸν Χριστό. Ἦταν ἡ ἀγαπῶσα τὸν Κύριον καρδία του, ποὺ ἔφθανε μέχρι τὴ διακήρυξη: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι ζῷ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2, 20).

Ἀρχὴ αὐτὴ ἡ ἀγάπη τοῦ Ἀποστόλου πρὸς τὸν Χριστό, ἔχει τὴν θαυμαστὴ μεταστροφή του, πρὸ τῶν πυλῶν τῆς Δαμασκοῦ, ὅπως βεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος, λέγοντας δηλαδὴ ὅτι παρέλαβε τὸ Εὐαγγέλιο ἀπ’ εὐθείας «δι’ ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ». Τὸ καταλυτικὸ αὐτὸ στοιχεῖο τῆς πορείας τῆς ζωῆς του τὸν ἔκαμνε νὰ ἔχει πάντοτε τὴν βαθειὰ συνείδηση ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ «οὐκ ἔστι κατ’ ἄνθρωπον, οὐδὲ παρὰ ἀνθρώπου» (Γαλ. 1, 12), ἀλλὰ τυγχάνει Εὐαγγέλιο γιὰ τὴν «ὑπὲρ τῶν ἐθνῶν…οἰκονομίαν τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ» (Ἐφ. 3, 1-2), γιὰ «τὸ Εὐαγγέλιον τῆς σωτηρίας» (Ἐφ. 1, 13).

Κέντρο τῆς θεολογίας τοῦ Παύλου εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Παῦλος ἦταν ἀπόλυτα βεβαιωμένος ὅτι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἔφερε τὴν «καινὴ διδαχή», τὴν νέα κατάσταση στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ὁ «παιδαγωγὸς εἰς Χριστόν» Νόμος, δὲν ἔχει πλέον τὴν παλαιὰ του ἰσχύ, ἐφ’ ὅσον ἡ προαιώνια εὐδοκία καὶ βουλὴ τοῦ Θεοῦ, ἔγινε ἀπὸ προσδοκία, πραγματικότητα. Ὁ Θεὸς «ἐφανερώθη ἐν σαρκί» καὶ «τὸ μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριον» προσφέρεται ὡς κήρυγμα καὶ ζωὴ σ’ ὅλα τὰ ἔθνη. Ἔτσι στὸ νοῦ, στὸ κήρυγμα καὶ στὴ προσωπικὴ ζωὴ τοῦ Ἀποστόλου κυριαρχεῖ ἡ χριστοκεντρικὴ θέωρηση ὅλων τῶν δεδομένων τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Σημεῖο προσανατολισμοῦ εἶναι ἡ θεία μορφὴ τοῦ Χριστοῦ, πρὸς τὴν ὁποία ὀφείλει συνεχῶς νὰ κατευθύνει τὸ βλέμμα του ὁ πιστός.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀποστολὴ τοῦ Ἀποστόλου εἶναι ταυτισμένη μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Σχεδὸν ὅλες οἱ ἐπιστολὲς του ἀρχίζουν μὲ τὴ φράση «Παῦλος, ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ὁ ἴδιος μάλιστα ὁ Ἀπόστολος ἔχει τὴν ἐσωτερικὴ πληροφορία καὶ βεβαιότητα ὅτι εἶναι «διάκονος» τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν μοναδικὴ ἀποστολὴ νὰ μεταδώσει αὐτὸ τὸ μήνυμα σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη καὶ ἰδιαίτερα στὸν ἐθνικὸ κόσμο, ἤτοι: «εὐαγγελίσασθαι τὸν ἀνεξιχνίαστον πλοῦτον τοῦ Χριστοῦ καὶ φωτίσαι πάντας». Αὐτὴ ἡ αἴσθηση, τὸν ἔκαμε ἄλλωστε ν’ ἀναφωνεῖ «οὐαὶ δὲ μοί ἐστιν ἐὰν μὴ εὐαγγελίζωμαι» (Α΄ Κορ. 9, 16).

*

Εἰδικότερα, προσδιορίζεται ἡ σκέψη τοῦ Παύλου ὡς χριστοκεντρικὴ διότι: Πρῶτον, ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ θεῖος Νομοθέτης. Ὁ Ἀπόστολος ἔχει τὸν Χριστὸν στὸ εἶναι του, ὡς τὸν ὕψιστο Νομοθέτη καὶ ὑποτάσσεται στὴ λειτουργία καὶ ἱερουργία τοῦ θείου λόγου (Ρωμ. 15,16), θεωρεῖ δὲ τὸν ἑαυτόν του «διάκονον καινῆς διαθήκης, οὐ γράμματος, ἀλλὰ πνεύματος» (Β΄ Κορ. 3,6). Ἡ κατὰ Χριστὸν ζωή, κατὰ τὸν θεῖον Παῦλον, κυβερνᾶται ἀποκλειστικῶς ἔχοντας ὡς βάση τὶς ἀποθησαυρισμένες στὴν Ἁγία Γραφὴ ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, καθ’ ὅτι τὸ μόνο θέμα σ’ ὅλη τὴν Ἱερὰ Βίβλο εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία Του. Ἡ χριστοκεντρικότητα εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐνσάρκωση τῆς εὐαγγελικῆς τελειότητας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος παραγγέλλει: «Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ἐνοικείτω ἐν ὑμῖν πλουσίως» (Κολ. 3, 16) καὶ «ἀξίως τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ πολιτεύεσθε» (Φιλ. 1,27). Δὲν εἶναι ἔτσι ἁπλῶς τὸ Εὐαγγέλιο ἕνα βιβλίο γνώσεων, ἀλλὰ ὁ κανόνας καὶ τὸ κριτήριο τῆς ζωῆς μας.
Ὅσον δὲ βαθύτερα ἐντρυφοῦμε στὰ ἱερὰ κείμενα καὶ τὰ ἐξερευνοῦμε, τόσο περισσότερο βρίσκουμε σαφεῖς ἀπαντήσεις στὰ πλέον φλέγοντα προβλήματα καὶ στὶς πλέον ἀγωνιώδεις ἀναζητήσεις τοῦ αἰώνα μας. Τὸ περιεχόμενον τῆς Ἁγ. Γραφῆς εἶναι πνεῦμα Θεοῦ, «πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰω. 4, 14). Εἶναι φῶς ὁδηγητικὸν «ταῖς τρίβοις» ἡμῶν (Ψ. 118, 105). Εἶναι λόγος «ζῶν καὶ ἐνεργὴς καὶ τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον καὶ διικνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε καὶ πνεύματος, ἁρμῶν τε καὶ μυελῶν, καὶ κριτικὸς ἐνθυμήσεων καὶ ἐννοιῶν καρδίας» (Ἑβρ. 4, 12) κατὰ τὸν Παῦλον.

Ὁ θεῖος Νομοθέτης, ὁ Χριστός, συνελόντι εἰπεῖν, εἶναι τὸ πρῶτο σημεῖο τῆς χριστοκεντρικότητος τοῦ Ἀποστόλου. «Ὁ νόμος τοῦ Κυρίου ἄμωμος, ἐπιστρέφων ψυχάς. Ἡ μαρτυρία Κυρίου πιστή, σοφίζουσα νήπια· τὰ δικαιώματα Κυρίου εὐθέα, εὐφραίνοντα καρδίαν· ἡ ἐντολὴ Κυρίου τηλαυγής, φωτίζουσα ὀφθαλμούς» (Ψ. 18, 8-9-10).

*

Δεύτερον, ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ θεῖος Μυσταγωγός. Γνωρίζει ἄριστα ὁ πρωτοκορυφαῖος, «τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ», ὅπως τὸν χαρακτηρίζει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι «κεφαλὴ ὑπὲρ πάντα τῇ Ἐκκλησίᾳ ἥτις ἐστὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ» (Ἐφεσ. 1, 23) καὶ στὴν Ἐκκλησία, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὡς ὁ Μέγας Ἀρχιερεύς, εἶναι ὁ θεῖος Μυσταγωγός. Αὐτὸς μᾶς μυσταγωγεῖ. Αὐτὸς εἶναι ὁ συνεκτικὸς δεσμὸς ποὺ ἑνώνει γῆ καὶ οὐρανό, τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ Θεό. Ὅταν ὁ Ἀπ. Παῦλος δηλώνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι «σῶμα τοῦ Χριστοῦ», σαφῶς μᾶς ὁδηγεῖ πρὸς τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἡ ὁποία εἶναι «κοινωνία τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Χριστοῦ» (Α΄ Κορ. 10,16). «Ἐγὼ γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου ὃ καὶ παρέδωκα ὑμῖν» (Α΄ Κορ. 11,23). Καὶ ἐρωτᾶ καὶ ἀπαντᾶ: «Τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστι; τὸν ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν; ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοὶ ἐσμέν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν» (Α΄ Κορ. 10, 16-17). Συνδέονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον στενότατα Ἐκκλησία καὶ Εὐχαριστία. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ὑπάρχει Εὐχαριστία ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐκτὸς τῆς Εὐχαριστίας δὲν ὑπάρχει Ἐκκλησία. Μυσταγωγὸς ὁ Χριστός, στὴ δική μας ἰδιαίτερα πρόγευση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ στὴν ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ διὰ τοῦ κορυφαίου τούτου Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὡς κέντρου τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ «προσφέρων» ἑκουσίως τὸν Ἑαυτό Του, ὁ «προσφερόμενος» Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁ «διαδιδόμενος», Αὐτὸς ποὺ μεταδίδεται στοὺς πιστούς, ὡς οὐράνια τροφή, ὡς «φάρμακον ἀθανασίας» κατὰ τὸν θεοφόρον Ἰγνάτιον. Ἡ Εὐχαριστιακὴ σύναξη ἦταν καὶ εἷναι ἡ συνέχεια τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου καὶ τῆς Πεντηκοστῆς. Μόνο δέ, ὅποιος βιώνει τὴν Εὐχαριστία ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ ψηλαφήσει τὸ θαῦμα καὶ ν’ ἀποκτήσει γεύση τῆς πνευματικῆς εὐφροσύνης τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου. Τότε καθίσταται, τῷ ὄντι, «εὐχαριστιακὸς ἄνθρωπος», αὐτός, ποὺ κατ’ ἐξοχὴν χρειάζεται ἡ ἐποχή μας.

Ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι τὸ μεγάλο θαῦμα ποὺ βιώνει ἡ Ἐκκλησία καὶ τὸ διαιωνίζει μέχρι τὴν συντέλεια τοῦ κόσμου. Οὐδὲν τόσον φέρει τὸν πιστὸν πρὸς τὸν Χριστὸν καὶ τὸν Χριστὸν πρὸς τὸν πιστόν, ὅσον ἡ θεία Εὐχαριστία. Ἡ Χριστοκεντρικότητα αὐτή, ἡ μυστικὴ δηλ. ἐνσωμάτωση τοῦ πιστοῦ μὲ τὴν κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας στηρίζεται ἀκριβῶς στοὺς λόγους τοῦ Παύλου, ὅταν ὁμιλῶν, ὁ θεηγόρος Ἀπόστολος, περὶ τοῦ «μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ» καὶ ἀποκαλύπτοντας σὲ τί συνίσταται τοῦτο, λέγει: «Εἶναι τὰ ἔθνη συγκληρονόμα καὶ σύσσωμα καὶ συμμέτοχα τῆς ἐπαγγελίας αὐτοῦ ἐν τῷ Χριστῷ» (Ἐφ. 3,6). Θέλει δὲ τὸ «σύσσωμοι Χριστοῦ» νὰ συντελεῖται διηνεκῶς «ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν» (Γαλ. 4, 19). Δὲν θὰ ἦταν πολὺ τολμηρό, ἂν λέγαμε, ὅτι σὲ ἀντικατάσταση τοῦ ἀπολεσθέντος Παραδείσου, ὁ Θεὸς χάρισε στὸν ἄνθρωπο τὴν Θεία Λειτουργία. Καθ’ ὅτι «εἰς τὸν βίον, κατὰ τὸν ὁμολογητήν Μάξιμον, ἡ ἐνασχόλησις μὲ τὴν φθορὰν ἐστι καλάμη, ἡ ἀλογία χόρτος, ἡ περὶ τὰ αἰσθητὰ προσπάθεια ξύλα, ἐνῶ οἱ εὐσεβεῖς λογισμοὶ τίμιοι λίθοι, ὁ καθαρὸς βίος ἄργυρος, ἡ δὲ θεία μυσταγωγία χρυσός». Συνεπῶς ὁ Χριστός, δὲν εἶναι μόνον θεῖος Νομοθέτης, ἀλλὰ καὶ θεῖος Μυσταγωγός, ὅλος παρὼν στὸ Μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας, καθ’ ὅτι «συμπάσης τῆς Ἐκκλησίας στέφανος ὁ Χριστός» (Κλήμης Ἀλεξανδρεύς), Θύτης καὶ Θῦμα, ὁ «Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ», ὁ «Ἄρτος τῆς ζωῆς». 

*

Τρίτο χαρακτηριστικὸ τῆς χριστοκεντρικότητας τοῦ μεγάλου ὁραματιστοῦ, τοῦ θεσπέσιου Ἀποστόλου, εἶναι ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ τέλειον Πρότυπον. Ὅταν λέγει ὁ Παῦλος «μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ» (Α’ Κορ. 11, 1) δὲν ἐπισημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν πεμπτουσία τῆς χριστοκεντρικότητάς του. Ἀκριβῶς ἡ μίμηση τοῦ Χριστοῦ ὡς τελείου Προτύπου στὴ ζωή μας, συνιστᾶ τὴν ἀπόλυτα ἀπαραίτητη προϋπόθεση τῆς πνευματικῆς τελειώσεως καὶ θεώσεως. Ὡς δὲ ἐν προκειμένῳ διδάσκει καὶ ὁ οὐρανοφάντωρ πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας Μέγας Βασίλειος, «ἡ τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν περὶ τὸν ἄνθρωπον οἰκονομία ἀνάκλησίς ἐστιν ἀπὸ τῆς ἐκπτώσεως καὶ ἐπάνοδος εἰς οἰκεἰωσιν Θεοῦ ἀπὸ τῆς διὰ τὴν παρακοὴν γενομένης ἀλλοτριώσεως. Διὰ τοῦτο, ἡ μετὰ σαρκὸς ἐπιδημία Χριστοῦ, αἱ τῶν εὐαγγελικῶν πολιτευμάτων ὑποτυπώσεις, τὰ πάθη, ὁ σταυρός, ἡ ταφή, ἡ ἀνάστασις· ὥστε τὸν σωζόμενον ἄνθρωπον διὰ μιμήσεως Χριστοῦ, τὴν ἀρχαίαν ἐκείνην υἱοθεσίαν ἀπολαβεῖν. Ἀναγκαία τοίνυν ἐστὶ πρὸς τελείωσιν ἡ Χριστοῦ μίμησις» (Μεγ. Βασιλείου, Περὶ τοῦ Ἁγ. Πνεύματος &35 Μ.PG. 32, 128C ἑξ.). «Μίμηση τοῦ Χριστοῦ» θὰ μᾶς πεῖ ὁ Ἀπ. Παῦλος εἶναι ἡ ἀπέκδυση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἔνδυση τοῦ νέου ἐν Χριστῷ. Ὑπέροχα τὸ διατυπώνει: «Διὸ οὐκ ἐκκακοῦμεν, ἀλλ’ εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται, ἀλλ’ ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρα τῇ ἡμέρα» (Β΄ Κορ. 4, 16) καὶ συμπληρώνει: «Ἀπεκδυσάμενοι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ καὶ ἐνδυσάμενοι τὸν νέον τὸν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν» (Κολ. 3, 9-10). Μίμηση Χριστοῦ εἶναι συμμόρφωση καὶ συμπόρευση μὲ τὸν Χριστὸ καὶ αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀδιάλειπτη συμμόρφωση καὶ συμπόρευση, ἄλλως βίωση ἐν Χριστῷ, τὸ «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2, 20) εἶναι τὸ κέντρο καὶ τὸ κριτήριο τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας.

Πνευματικότητα δὲν νοεῖται, χωρὶς «τὸν Χριστὸν ἔχειν ἐν στέρνοις» (Ἰγνατ. Θεοφ. ΒΕΠΕΣ 2, σελ. 338, 271). Ὅρος τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι «ἡ μίμησις Χριστοῦ ἐν τῷ μέτρῳ τῆς ἐνανθρωπήσεως κατὰ τὸ ἐπιβάλλον τῇ ἑκάστου κλήσει» (Μεγ. Βασίλειος, PG 31, 128 B) καὶ περιεχόμενο τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας εἶναι ὅλο τὸ θεανθρώπινο μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, ὅπως λειτουργεῖται καὶ παρατείνεται στὴν Ἐκκλησία. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀληθὴς μίμηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ ἠθικισμούς, σχολαστικότητες, τυπικισμούς, φαρισαϊσμούς, ἢ κάποια ἀόριστη θρησκευτικότητα ἢ ψυχολογικὴ περιπλάνηση. Ὁ Παῦλος δὲν εἶναι Θωμᾶς ὁ Κεμπήσιος, εἶναι ὁ ὑψιπέτης «δοῦλος Χριστοῦ», ὁ ἁρπαγεὶς ἕως τρίτου οὐρανοῦ, ὅπου «ἤκουσε ἄρρητα ρήματα» (Β΄ Κορ. 12,4), «ὁ πρῶτος μετὰ τὸν Ἕνα», ὡς ὀρθῶς διετυπώθη.

*

Τέταρτον, φανεροῦται ἡ χριστοκεντρικότητα τοῦ Παύλου στὴ δυναμικὴ καὶ προοπτική: ὁ Χριστὸς ὡς ἐλπίδα τοῦ κόσμου. Εἶναι ἡ ὑψηλοτέρα κατηγορία τῆς παύλειας θεολογίας, γιατὶ μὲ τὸν Χριστὸ ὡς ἐλπίδα μας, θὰ ἐπιτύχουμε τὴν αἰώνια δόξα. Θὰ γράψει ὁ Ἀπόστολος: «Τῇ γὰρ ἐλπίδι ἐσώθημεν» (Ρωμ. 8, 24) καὶ «ὁ Χριστὸς ἐν ὑμῖν, ἡ ἐλπὶς τῆς δόξης» (Κολ. 1, 27).

Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη εἴχαμε τὸν Νόμο καὶ τὴν Προφητεία. Στὴν Καινὴ Διαθήκη ἔχουμε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ στὴ συνέχεια τὴν Πεντηκοστή. Εἶναι ἡ πνευματικὴ αὐτὴ προόδος ποὺ ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος χαρακτηρίζει «μεταθέσεις βίων». Αὐτὴ ἡ τελευταία μετάθεση καὶ κίνηση, τὸ τελευταῖο στάδιο, ποὺ ἀρχίζει μὲ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγ. Πνεύματος καὶ συνεχίζεται ἤδη στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «ἐλπίδος συμπλήρωσις» (Γρ. Θεολ. PG36, 456 AB), διότι ἀκριβῶς «θαυματουργεῖ καὶ τὴν τελείαν εἰσάγει γνῶσιν» (Ἰω. Χρυστοστόμου, PG 59, 424). Ὁ ἄνθρωπος, ἔχοντας ὡς βασικὴ ἀρχή, τὸ «ὁ Χριστός, ἐλπίδα τοῦ κόσμου» δὲν ἐγκλείεται στὸ φόβο, στὴ ἀπελπισία, στὸν πόνο, στὴν πίκρα, στὸ θάνατο. Γι’ αὐτὸ καὶ προστρέχει ὁ Παῦλος καὶ παρηγορεῖ, παραμυθεῖ, «νουθετεῖ ἕνα ἕκαστον» (Πράξ. 20, 31) νύκτα καὶ ἡμέρα ἀπελευθερώνει τὸν ἄνθρωπο, θέτει τὴν ἐλπίδα του στὸν Σωτῆρα Χριστὸ γιὰ νὰ νοηματοδοτήσει τὴν ὕπαρξή Του. Ὅταν γράφει ὅτι «τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου παράγει» (Α΄ Κορ. 7, 31), ὅτι «ἡ ζωὴ ὑμῶν κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ «ἐν τῷ Θεῷ» (Κολ. 3,3) καὶ πρωτίστως ὅταν μᾶς λέγει ὅτι «καυχώμεθα ἐπ’ ἐλπίδι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα, ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει, ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος Ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν» (Ρωμ. 5, 2-4), ἀκριβῶς ἔρχεται ὁ θεῖος Ἀπόστολος καὶ καταθέτει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἐλπίς μου. Δηλαδὴ ὡς νὰ λέγει: Ἐμπιστεύομαι ἀπόλυτα στὴν Πρόνοιά Του καὶ παραδίδω τὴν ὕπαρξή μου σὲ Ἐκεῖνον.

Στὶς δύσκολες ὧρες ποὺ φέρνει ἡ ζωή, τὸ σωτήριο φάρμακο εἶναι ἡ ἐλπίδα στὸν Κύριο. Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τὸ διατυπώνει λίαν ἐπιγραμματικά: «Τὸ ἐν στενοῖς φάρμακον, ἡ ἐλπίς», καθ’ ὅτι ἡ ἀπελπισία καὶ ἡ ἀπόγνωση εἶναι ὅπλο τοῦ πονηροῦ γιὰ νὰ ἀποκόψει τὴν ἐλπίδα μας στὸν Κύριο.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἶναι σαφής: Συμβουλεύει ἐν προκειμένῳ: «Κρατῆσαι τῆς ἀποκειμένης ἐλπίδος, ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς» (Ἑβρ. 6, 18-20). Πρόκειται γιὰ τὴν ὑψηλὴ ἔννοια τῆς ἐλπίδος ποὺ μᾶς ἀναβιβάζει στὸν οὐρανό. Γι’ αὐτὸ θὰ μᾶς πεῖ ὁ οὐρανοβάμων « Τῇ ἐλπίδι χαίροντες» (Ρωμ. 12, 12).

*

Τὰ παραπάνω χαρακτηριστικά, ὁ Χριστὸς ὡς θεῖος Νομοθέτης, ὡς Μυσταγωγός, ὡς τὸ τέλειον Πρότυπον, ὡς ἐλπίδα τοῦ κόσμου συνιστοῦν τὸ «ἐν τῷ Χριστῷ» τοῦ Παύλου, τὴν χριστοκεντρικότητά του, ὅπου ὁ Χριστὸς εἶναι «τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι», κατὰ τὴν ὑψηλὴ ρήση του καὶ τὸ χριστοκεντρικὸ ἀκριβῶς αὐτὸ ἦθος κάμνει, τὸν θεοκήρυκα Ἀπόστολο σ’ ἕνα ἀποκορύφωμα πνευματικοῦ καὶ ψυχικοῦ ξεσπάσματος, νὰ λέγει τὸν θερμουργὸν λόγον: «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα…πέπεισμαι ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν» (Ρωμ. 8, 35, 38, 39).

*

Ἀλλὰ τὸ μεῖζον ἐρώτημα ποὺ τίθεται σήμερα εἶναι: Ἔχουμε τὴν δυναμικὴ νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ χριστοκεντρικότητα, ὡς τὴ βίωνε ὁ μέγας Ἀπόστολος; Καὶ συνωδὰ τὰ ἀμείλικτα ἐρωτήματα:

Ποῦ εἶναι ὁ Χριστὸς σήμερα; Βρίσκεται στὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας, τῆς οἰκογένειάς μας, τῆς κοινωνίας μας, τοῦ δημόσιου βίου ἢ ἔχει ἀπεμπολισθεῖ ἀπ’ ὅλα αὐτὰ ἢ ἔχει ἀπωθηθεῖ στὸ περιθώριο τῆς ἱστορίας; Ὁ λόγος Του ἀκούγεται; Λαμβάνεται ὑπ’ ὄψη ἡ θεία Νομοθεσία Του; Ἐμπνέει ἡ διδασκαλία Του τὶς ἀνθρώπινες ψυχές; Ἀφήνουμε τὸ εἶναι μας στὴ μυσταγωγικὴ καθοδήγησή Του; Ἀποτελεῖ πρότυπο τελειότητος στὴ χοάνη τῶν ἀτελειῶν μας καὶ ἐλπίδα στὸ ἀνέλπιστο τοῦ κόσμου;

Ἐνώπιον τῶν μεγάλων προκλήσεων, τῶν νέων ἐπαναστατικῶν τεχνολογιῶν, οἱ ὁποῖες ραγδαίως ἀλλάσσουν, (νανοεπιστήμη - ἀστροφυσική – βιοϊατρική), τῶν ποικίλων διχαστικῶν λόγων, τοῦ χαμηλοῦ ἐπιπέδου ἠθικῆς ποιότητας ὑπὸ τὴν εὑρυτέρα ἔννοια τοῦ ὅρου «ἠθική», μέσα σ’ αὐτὴ τὴ δύσκολη ἐποχὴ τῶν μεγαλυτέρων ἐλευθεριῶν ἀλλὰ καὶ τῶν μεγαλυτέρων ὑποδουλώσεων, ἔχει ἔλθει ἡ ὥρα καὶ πάλιν τοῦ Χριστιανισμοῦ. Σήμερα εἶναι ἡ μεγάλη στιγμὴ νὰ ἀνοίξει καὶ πάλιν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τὸ παρουσίασε ὁ μέγας Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος καὶ ὅπως τὸ ἑρμήνευσαν οἱ σοφοὶ καὶ θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ Χριστοκεντρικότητα, ἔχοντας ὡς πηγὴ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν Ἱερὰ Παράδοση, ἐκφράζει τὸ τελειότερο ἦθος γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὅντως σοφίζει καὶ ἐκπολιτίζει. Γιατὶ στὸν αὐθεντικὸ χριστιανισμὸ δὲν ὑπάρχει σκοταδισμὸς καὶ ὀπισθοδρόμηση. Μόνον ἀληθὴς πρόοδος, κατάφαση στὰ ἐπιστημονικὰ ἐπιτεύγματα καὶ ὁδὸς ὅλη φῶς. Ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸ Χριστιανισμὸ εἶναι μέγιστο ἀγαθό, τοῦ Θεοῦ δῶρον. Στὸν χριστιανισμὸ θεμελιώνονται τὰ ἀνθρώπινα καὶ ἀτομικὰ δικαιώματα. Ἤδη τὸν 1ο αἰώνα, ὁ Ἀπόστολος, «τὸ στόμα τῆς Οἰκουμένης» (Ἰ. Χρυσόστομος), ποὺ ἑορτάζουμε ἀπόψε, τὸ διετύπωσε «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος, οὐδὲ Ἕλλην, (βάρβαρος, Σκύθης), οὐκ ἔνι δοῦλος, οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστὲ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. 3, 28-29). Ἡ γυναῖκα δὲν ὑποτιμᾶται, ἐξυψώνεται. Ὁ γάμος εἶναι ἱερὸ μυστήριο καὶ ὄχι τυπικὴ δικαιοπραξία. Τὰ παιδιὰ δὲν εἶναι βάρος εἰς περιφρόνησιν ἀλλὰ εὐλογία Θεοῦ καὶ ἡ οἰκογένεια ἱερὸς θεσμὸς καὶ εὐθύνη. Στὸν αὐθεντικὸ χριστιανισμὸ δὲν ἀτιμάζεται ἡ κτίση καὶ ὁ ὑλικὸς κόσμος. Ἁγιάζεται καὶ ἀνακαινίζεται. Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα δὲν εὐτελίζεται, ἀλλ’ εἶναι ναὸς τοῦ Ἀγίου Πνεύματος. Ἡ ἀσθένεια, ὁ πόνος, ἡ θλίψη, ἡ δοκιμασία δὲν καθίσταται γογγυσμός, ἀπελπισία καὶ ἀπόγνωση ἀλλὰ ὑπομονή, παραμυθία, ἐλπίδα καὶ παιδαγωγία. Ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἀφανισμός, ἀλλὰ ἀνάσταση ζωῆς. Ὁ πλησίον δὲν εἶναι ξένος καὶ ἐχθρός. Εἶναι οἰκεῖος, φίλος καὶ ἀδελφός. Δὲν υἱοθετεῖται ἡ βία, ἀλλὰ ἡ συμπόνοια, ἡ καταλλαγὴ καὶ ὁ ἀλληλοσεβασμός. Δὲν ὑπάρχει χῶρος γιὰ μῖσος, ἔχθρα καὶ τιμωρία, ἀλλὰ γιὰ ἀγάπη. Τὸ χρῆμα ὡς οἰκονομικὸ μέσον, δὲν εἶναι κακόν. Ἡ παράχρηση καὶ ἡ ἐκμετάλλευσή του εἶναι ἡ ἁμαρτία. Στὸν χριστιανισμὸ δὲν ἐπικρατεῖ θεωρία κατὰ τῆς κάθε εἴδους κοσμικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ ἡ συνεχὴς προσευχὴ γι’ αὐτήν. Τελικὰ στὸν αὐθεντικὸ χριστιανισμὸ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἄτομο, εἶναι πρόσωπο.

*

Προεχόντως δέ, στὸ εὐρωπαϊκὸ γίγνεσθαι, ὅπου ὁ πολιτισμὸς σήμερα δοκιμάζεται καὶ ἡ ὀρθολογικὴ καὶ ἀτομοκρατικὴ θεώρηση τοῦ κόσμου ἔχει ὁδηγήσει σὲ μία συνεχῶς αὐξανόμενη ἀποχριστιανοποίηση καὶ ἀποϊεροποίηση τῆς κοινωνίας, μὲ ποικίλα ἀδιέξοδα καὶ τραγικὲς συνέπειες, στὰ ὅρια τῆς μελαγχολίας, τῆς ἀπανθρωπίας, τοῦ φόβου, τῆς ἀνασφάλειας, τοῦ θανάτου, ὁ αὐθεντικὸς χριστιανισμὸς εἶναι τὸ ζητούμενο γιὰ τὴν μεταστοιχείωση τῆς εὐρωπαϊκῆς κοινωνίας στὴ Πηγὴ ὅπου τὸ «Ὕδωρ τὸ ζῶν», στὴ Λυχνία ὅπου τὸ Φῶς τὸ Ἀληθινό, στὸ «Ὑπερῶον» ὅπου ὁ «Ἄρτος τῆς ζωῆς».

Ἡ σημερινὴ πνευματικὴ ἀναταραχὴ στὴν Εὐρώπη, γιατὶ περὶ αὐτῆς πρόκειται, μ’ ὅσα συμβαίνουν, βρίσκει τοὺς περισσοτέρους σὲ μία σύγχυση. Ἡ ρίζα τοῦ κακοῦ δὲν εἶναι ἡ ἀπουσία δημοκρατικῶν ἰδεωδῶν, ἀλλὰ ἡ περιφρόνηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἡ μὴ ἐφαρμογή τους, μὲ διάφορα προσχήματα. Ἡ ὑπέρμετρη ἐμπιστοσύνη στὴ μηχανή, ἡ ὁποία οὕτως ἢ ἄλλως δὲν καταλαβαίνει ἀπὸ αἰσθήματα ἀγάπης καὶ ἀλληλεγγύης, ἡ στόχευση στὸν ὑλικὸ εὐδαιμονισμὸ καὶ ὁ ἀμοραλισμὸς στὸ ὄνομα τοῦ Διαφωτισμοῦ, ποὺ δὲν προσθέτουν οὔτε ἕνα βῆμα ἠθικοῦ μεγαλείου στὴν Εὐρώπη, ἔχουν φθάσει τελικὰ τὸν εὐρωπαῖο ἄνθρωπο νὰ δοκιμάζεται καὶ νὰ ἀναζητεῖ τὴν λησμονημένη ἀληθινὴ ταυτότητά του.

Ἐπέστη ὁ καιρὸς τὸ φῶς τοῦ Χριστιανισμοῦ νὰ ἀνέλθει «ἐπὶ τὴν λυχνίαν». Ἡ Εὐρώπη χρειάζεται σήμερα τὸ ἦθος τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε. Ὀφείλει νὰ ἀνακαλύψει ἐκ νέου τὴν ἐξ ἀποκαλύψεως σώζουσα τὴν κοινωνία της ἀλήθεια, τὸν αὐθεντικὸ χριστιανισμό. Καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ λόγος τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς «φῶς τὸ πᾶσιν γλυκύτατον καὶ ὡς ἅλας τὸ πᾶσιν ἐράσμιον», ὡς φιλοκαλία, ἔχει πρωτεύοντα καὶ εὐεργετικὸ ρόλο.

Ἡ χριστοκεντρικότητα τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου, γιὰ τὴν ὁποία ὁμιλοῦμε, καὶ ἀποτελοῦσε τὸν πνευματικὸ πυρῆνα τῆς ὑπάρξεως καὶ τὸ μυστικὸ τοῦ μεγαλείου του, εἶναι ἀπόλυτη ἀνάγκη νὰ πνεύσει ὡς «αὔρα λεπτή» στὸ εὐρωπαϊκὸ γίγνεσθαι. Χωρὶς θρησκευτικοὺς φανατισμούς χωρὶς ἐξουσιαστικὴ δύναμη, χωρὶς ἐγωϊσμούς, ἀλλὰ «ἐν μετανοίᾳ, ἐν ταπεινώσει, ἐν ἀληθείᾳ, ἐν ἀγάπῃ, ἐν πνεύματι Θεοῦ ζῶντος».

*

Ὅταν ὁ Διογένης ὁ Κυνικός, ὁ φιλόσοφος, περιδιάβαινε τὰς ρύμας τὴν μεσημβρίαν κρατῶν φανὸν ἀνημμένον καὶ στὶς εὔλογες ἐρωτήσεις τῶν συγχρόνων του ἔδιδε τὴν σοφὴ ἀπάντηση «ἄνθρωπον ζητῶ», καὶ ὅταν ὁ ἄλλος ἀρχαῖος συγγραφεύς, ὁ Μένανδρος, διετύπωνε τό: «Ὡς χαρίεν ἐστ’ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾖ», ὁ μέγας Παῦλος, σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπο καὶ στὸ μεταίχμιο τῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητος, τὸν ἄνθρωπο ἐξύψωνε καὶ ἐδόξαζε ἐν τῷ μυστηρίῳ τοῦ Θεανθρώπου, καθ’ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι παρὼν σὲ κάθε ἄνθρωπο μέσῳ τοῦ Πνεύματός του, γι’ αὐτὸ καὶ μὲ ἔμφαση διεκήρυξε, «ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν» (Ρωμ. 13, 12).

Μακαριώτατε,
Ἐπὶ τὴν ἡλίου δύσιν, στὸν βράχο τοῦτο, μιλᾶ ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, ὁ Πρωτοκορυφαῖος Παῦλος γιὰ τὸν Αἰώνιο.
Οἱ ἄγγελοι ἑορτάζουν τριγύρω μας.
Ὁ Περικλῆς, ὁ Πλάτων, ὁ Σωκράτης, οἱ Ἐπικούρειοι σιγοῦν γιὰ ν’ ἀκούσουν.
Ὁ Ἀρεοπαγίτης Διονύσιος, Δάμαρις ἡ ἀρχόντισσα, ἀσπάζονται τὸν λόγο.
Οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ διασκελίζουν τὰ μάρμαρα μὲ μυστικὰ ὁράματα.
Ἐμεῖς, οἱ σύγχρονοι χριστιανοί, μιμητὲς τοῦ Παύλου, θὰ γράψουμε «τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα», τὸν Χριστό, ἀνεξίτηλα στὶς καρδιές μας;