e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2018

ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου

Ὅταν ἀναφύονται διάφορα ἐκκλησιαστικά προβλήματα, ἀμέσως ἐκδηλώνονται τά ποικίλα ρεύματα πού ὑπάρχουν μέσα στήν ἐκκλησιαστική ζωή καί τά ὁποῖα ἔχουν διαμορφωθῆ ἀπό ἀλλότριες παραδόσεις. Αὐτό παρατηροῦμε καί στό οὐκρανικό πρόβλημα πού ἐκδηλώθηκε στήν ἐποχή μας καί ἔδωσε ἀφορμή νά ἀποκαλύπτονται «ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί», ὡς πρός τήν ἑρμηνεία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος. 
Ἄλλοτε προτάσσεται ἡ ἀγάπη ἔναντι τῶν ἱερῶν Κανόνων, ὡσάν οἱ Πατέρες πού θέσπισαν τούς ἱερούς Κανόνες νά μήν εἶχαν ἀγάπη, καί ἄλλοτε θεωρεῖται ὅτι οἱ ἱεροί Κανόνες καταστρατηγοῦν τήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα, ὡσάν οἱ Πατέρες νά ἦταν νομικιστές καί νά μή ἐνδιαφέρονταν γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ἐκδηλώνεται τό προτεσταντικό πνεῦμα τοῦ ἀντι-νομισμοῦ, ὅπως ἐπίσης ἐκδηλώνεται καί τό πνεῦμα τῆς ἐκνομίκευσης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. 
Μέ ὅσα θά γραφοῦν στήν συνέχεια θά γίνω σαφέστερος, γιατί τά πράγματα δέν εἶναι διαζευκτικά: κανόνες ἤ ἀγάπη.

1. Τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα

Μετά τήν Πεντηκοστή καί τήν ἐπέκταση τῆς Ἐκκλησίας σέ ὅλα τά Ἔθνη χρειάσθηκε σταδιακά νά συγκροτηθῆ αὐτός ὁ «ἱερός θεσμός» τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό τό ἔργο ἄρχισε κυρίως μέ τόν ἅγιο Εἰρηναῖο Ἐπίσκοπο Λουγδούνου-Λυῶνος. Στήν συνέχεια οἱ Τοπικές καί Οἰκουμενικές Σύνοδοι διοργάνωσαν τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἔθεσαν τίς βάσεις γιά τήν καλή λειτουργία καί τήν ἑνότητά της. 
Στήν ἀρχή συγκροτεῖτο κατά τόπους ἡ Ἐκκλησία ὑπό τόν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως, καί ἀπό τό μισό τοῦ 2ου αἰῶνος μ.Χ. παρατηρεῖται ἡ ἀνάπτυξη τοῦ Συνοδικοῦ Συστήματος, μέ τήν ἐμφάνιση τῶν Ἐπαρχιακῶν Συνόδων, διότι ἔτσι ἔπρεπε νά διαφυλαχθῆ ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
Τό ἀρχαιότερο σύστημα διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἦταν τό Μητροπολιτικό σύστημα, στό ὁποῖο ὁ Μητροπολίτης ἦταν πρῶτος τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ἐπαρχίας του. Ἀργότερα δημιουργήθηκε τό ὑπερ-Μητροπολιτικό σύστημα, γιά νά καταλήξη στό Πατριαρχικό σύστημα διοικήσεως μέ ἀπώτερο σκοπό τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Στά ἐκκλησιαστικά αὐτά συστήματα πάντοτε ὑπάρχει «ὁ Πρῶτος» πού συγκροτεῖ τήν ἑνότητά τους. Τό θέμα αὐτό δέν ἦταν θέμα κοσμικῆς νοοτροπίας καί ἐξουσίας, ἀλλά ἔκφραση τῆς πνευματικῆς ζωῆς. 
Αὐτή ἡ συνοδική ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔγινε ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι δέν εἶχαν ἀγάπη, ἀλλά ἀπό ἁγίους καί θεόπνευστους Πατέρες στίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους, οἱ ὁποῖοι Πατέρες μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θέσπισαν Κανόνες γιά νά διασφαλίσουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. 
Ἡ Α' Οἰκουμενική Σύνοδος τό 325 μ.Χ. καθιέρωσε τό Μητροπολιτικό σύστημα διοικήσεως, καί οἱ ἑπόμενες Σύνοδοι, κυρίως ἡ Β΄ (381) καί ἡ Δ΄ (451) Οἰκουμενικές Σύνοδοι καθιέρωσαν τό ὑπερ-Μητροπολιτικό καί τελικά τό Πατριαρχικό σύστημα. 
Αὐτές οἱ βασικές ἐκκλησιολογικές γνώσεις εἶναι ἀπαραίτητες, γιατί οἱ Ἐπίσκοποι ὀφείλουμε νά γνωρίζουμε καί νά σεβόμαστε τήν κανονική αὐτή συγκρότηση τῆς Ἐκκλησίας καί νά μήν τήν ἀμφισβητοῦμε οὔτε νά τήν ὑπονομεύουμε μέσα ἀπό συναισθηματικούς λόγους καί μάλιστα μέ λαϊκιστικά συνθήματα, τύπου κοινωνικῆς ἀναρχίας. 
Μάλιστα, λίγο πρίν χειροτονηθοῦμε Ἐπίσκοποι δώσαμε ὑπόσχεση ἐνώπιον Κλήρου καί λαοῦ, καί βασικά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅτι θά διαφυλάξουμε τούς ὅρους καί τούς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων. Ἀφοῦ ὁμολογήσουμε τό Σύμβολο τῆς Πίστεως ἔπειτα δίνουμε τήν ἑξῆς ὁμολογία: 
«Πρός δέ τούτοις στέργω καί ἀποδέχομαι τάς ἁγίας ἑπτά οἰκουμενικάς Συνόδους, καί τῶν Τοπικῶν, ἅς ἐκεῖναι ἀποδεξάμεναι ἐκύρωσαν, ἐπί φυλακῇ τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Ἐκκλησίας δογμάτων ἀθροισθεῖσαι. Ὁμολογῶ πάντας τούς ὑπ' αὐτῶν, ὡς ὑπό φωτιστικῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος ὁδηγουμένων, ἐκτεθέντας ὅρους τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τούς ἱερούς κανόνας, οὕς οἱ Μακάριοι ἐκεῖνοι, πρός τήν τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας διακόσμησιν καί τῶν ἠθῶν εὐταξίαν κατά τάς Ἀποστολικάς παραδόσεις καί τήν διάνοιαν τῆς Εὐαγγελικῆς θείας διδασκαλίας συντάξαντες, παρέδωκαν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἐνστερνίζομαι, καί κατ' αὐτούς ἰθύνειν ἐπιμελήσομαι τήν θείῳ βουλήματι κληρωθεῖσάν μοι διακονίαν καί κατ' αὐτούς διατελέσω διδάσκων πάντα τόν τῇ πνευματικῇ μοι ποιμαντορία πεπιστευμένον Ἱερόν κλῆρον καί τόν περιούσιον Λαόν τοῦ Κυρίου».
Ἀπό αὐτό τό ἀπόσπασμα – ὁμολογία πρίν τήν χειροτονία μας εἰς Ἐπίσκοπον φαίνονται δύο σημαντικές ἀλήθειες. 
Ἡ πρώτη ἀλήθεια ὅτι ὑπάρχει ταυτότητα μεταξύ τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Πατέρων. Δέν ὑπάρχει καμμία διάσταση καί διάσπαση μεταξύ τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, τῆς Πεντηκοστῆς καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Μόνον οἱ Προτεστάντες καί ὅσοι διακρίνονται ἀπό τήν νοοτροπία τους κάνουν διάκριση μεταξύ Προφητῶν καί Ἀποστόλων, καί μεταξύ Ἀποστόλων καί Πατέρων, καί προτιμοῦν τούς μέν ἔναντι τῶν δέ. Μέ τέτοια ἐπιχειρήματα ἐπαγγέλλονται νά ἐπαναφέρουν δῆθεν τήν Ἐκκλησία στήν ἀρχαία ἀποστολική ζωή, παρακάμπτοντας τήν ὅλη κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας πού τήν θεωροῦν ὡς διαστρεβλωτική τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ κηρύγματος τῶν Ἀποστόλων. 
Μιά τέτοια θεωρία εἶναι βλασφημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο ἐφώτισε τούς ἁγίους Πατέρες ἐν Συνόδῳ νά θεσπίσουν τού ὅρους καί τούς ἱερούς Κανόνες. 
Ἡ δεύτερη ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὑπάρχει σαφέστατη σχέση μεταξύ τῶν ὅρων-δογμάτων καί τῶν Κανόνων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Οἱ ὅροι-δόγματα καθορίζουν τά ὅρια μεταξύ τῆς ἀληθείας καί τῆς πλάνης στό Τριαδολογικό καί Χριστολογικό θέμα, ἐνῶ οἱ Κανόνες εἶναι οἱ ἐφαρμογές τῶν ὅρων στήν ὅλη ἐκκλησιαστική ζωή. 
Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο πολλές φορές κατά τήν διάρκεια τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους ἑορτάζουμε τήν σύγκληση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων πού ἀποτελοῦν τήν βάση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Γι' αὐτό δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπονομεύονται οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων πρός χάριν μιᾶς νεφελώδους καί συναισθηματικῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία λειτουργεῖ ὡς ἀνατροπή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος. 
Ὁ μακαριστός Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γρηγορίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἀρχιμ. Γεώργιος (Καψάνης) στό ἄριστο ἐπιστημονικό του ἔργο μέ τίτλο «Ἡ ποιμαντική διακονία κατά τούς ἱερούς Κανόνες» ἀναλύει δεξοδικά αὐτό τό σημαντικό θέμα. 
Ἰδίως τά κεφάλαια τοῦ βιβλίου μέ τίτλους: «Ἡ θέσπισις τῶν ἱερῶν Κανόνων πρός πραγμάτωσιν τῶν σκοπῶν τῆς ποιμαντικῆς», «Ἡ τήρησις τῶν ἱερῶν Κανόνων προϋπόθεσις τῆς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ εὐταξίας καί τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας», «Ἡ συνοδική δομή τῆς Ἐκκλησίας καί ὑπό τῶν Ποιμένων συνοδική διαχείρισις τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων», «Ἡ αἵρεσις, τό σχίσμα καί ἡ ἐνδεικνυομένη πρός τούς αἱρετικούς καί σχισμαστικούς ποιμαντικής στάσις», εἶναι ὑποδείγματα ἐπιστημονικοῦ λόγου καί ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος. 
Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ μακαριστός Ἡγούμενος χρησιμοποιώντας παραδείγματα ἀπό τήν κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό τήν σύγχρονη ἐπιστημονική ἔρευνα, γράφει: 
«Οἱ Πατέρες βιοῦν τούς Κανόνες ὡς "μαρτύρια" Θεοῦ αἰσθανόμενοι δι' αὐτούς χαράν ὡς ᾐσθάνοντο οἱ πιστοί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί οἱ ἄγιοι Ἀπόστολοι διά τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ. Εἰς τήν συνείδησιν τῶν Πατέρων οἱ ἱεροί Κανόνες ἀποτελοῦν οὐχί τι τό διάφορον πρός τάς θείας ἐντολάς, ἀλλά συνέχισις αὐτῶν. Ὅ,τι λέγεται, λοιπόν, περί τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ Παλαιᾷ καί τῇ Καινῇ Διαθήκῃ εἶναι δυνατόν νά λέγεται καί περί τῶν ἱερῶν Κανόνων».
Αὐτός ὁ λόγος εἶναι πολύ σημαντικός καί δείχνει τήν ἑνότητα μεταξύ τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, μεταξύ τοῦ Εὐαγγελίου καί τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Γι' αὐτό κανείς μάλιστα ἀπό μᾶς τούς ἐκκλησιαστικούς δέν πρέπει νά ἀμφισβητῆ τήν κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας, ἐν ὀνόματι τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων.

2. Ὁ θεσμός τῆς «Πενταρχίας» 

Στήν πορεία τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας χρειάσθηκε οἱ θεόπνευστοι Πατέρες, ὅπως προαναφέρθηκε, νά θεσπίσουν τούς ἱερούς Κανόνες, γιά νά διασφαλίσουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. 
Ἡ πολυπρόσωπη ἐκκλησιαστική ζωή καί ἡ πολυποίκιλη ὀργάνωση, ἀπαιτοῦσαν μιά ἰδιαίτερη διαρθρωμένη ἐκκλησιαστική ἱεραρχία, πού νά πειθαρχῆ καί νά ὑπακούη σέ ἰδιαίτερους κανόνες. Στήν πραγματικότητα τό Ἅγιον Πνεῦμα ἦταν ἐκεῖνο πού διατηροῦσε διά τῶν κανόνων τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
Ἔτσι, ἀναπτύχθηκε ὁ θεσμός τῶν Πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων, τῆς λεγομένης «Πενταρχίας», καί τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου.
Μερικά παραδείγματα. 
Ὁ στ΄ Κανόνας τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (325 μ.Χ.) ὁρίζει τόν Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας νά εἶναι «Πρῶτος» τῶν Ἐπισκόπων στήν Αἴγυπτο, τήν Λιβύη καί τήν Πεντάπολη. Καί αὐτό θά γίνη, ὅπως ἀκριβῶς συνηθίζεται μέ τόν Ἐπίσκοπο Ρώμης. Τόν Ἐπίσκοπο Ἀντιοχείας ὁρίζει νά προΐσταται ὅλων τῶν ὑποκειμένων σέ αὐτόν ἐπαρχιῶν, ἤτοι Συρίας καί Κοίλης Συρίας, καί Κιλικίας καί Μεσοποταμίας, καί νά ἔχη τά πρεσβεῖα στίς Ἐκκλησίες. Μέ τόν ζ΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Αἰλία, ὅπως ἐκαλεῖτο τότε ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων, νά ἐξακολουθήση νά ἔχη τήν τιμή στήν Μητρόπολη, διατηρώντας τό κύρος της.
Μέ τόν β΄ καί γ΄ κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381 μ.Χ.), συγκροτεῖται καί ἡ διαίρεση τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς, μέ βάση τήν διαίρεση τοῦ Κράτους ἀπό τόν Μ. Κωνσταντίνο. Μέ τόν γ΄ Κανόνα τῆς Συνόδου αὐτῆς, καθορίζονται τά πρεσβεῖα τιμῆς τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. 
Κείμενο: «Τόν μέν τοι Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπον ἔχειν τά πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετά τόν τῆς Ρώμης ἐπίσκοπον, διά τό εἶναι αὐτήν νέαν Ρώμην». 
Μετάφραση (Προδρόμου Ἀκανθοπούλου): «Ὁ Ἐπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως βέβαια νά ἔχη τά πρεσβεῖα τιμῆς μετά τόν ἐπίσκοπο τῆς Ρώμης, ἐπειδή ἡ Κωνσταντινούπολη εἶναι ἡ νέα Ρώμη». 
Μέ τόν η΄ Κανόνα τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (431 μ.Χ.) ἐπικυρώνεται μαζί μέ τίς προηγούμενες ἐκκλησιαστικές περιφέρειες καί τό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. 
Κείμενο: «...ἕξουσι τό ἀνεπηρέαστον καί ἀβίαστον οἱ τῶν ἁγίων ἐκκλησιῶν, τῶν κατά τήν Κύπρον, προεστῶτες, κατά τούς κανόνας τῶν ὁσίων Πατέρων, καί τήν ἀρχαίαν συνήθειαν, δι᾿ ἑαυτῶν τάς χειροτονίας τῶν εὐλαβεστάτων ἐπισκόπων ποιούμενοι· τό δέ αὐτό καί ἐπί τῶν ἄλλων διοικήσεων, καί τῶν ἁπανταχοῦ ἐπαρχιῶν παραφυλαχθήσεται». 
Μετάφραση: «...οἱ ἐπίσκοποι τῶν ἁγίων ἐκκλησιῶν τῆς Κύπρου, πού προσῆλθαν στήν ἁγία σύνοδο, νά ἔχουν τό ἀνεπηρέαστο καί ἀβίαστο σύμφωνα μέ τούς κανόνες τῶν ὁσίων Πατέρων καί τήν παλιά συνήθεια, τελώντας μόνοι τους τίς χειροτονίες τῶν εὐσεβεστάτων ἐπισκόπων∙ τό ἴδιο νά τηρηθῆ καί στίς ἄλλες διοικήσεις καί σέ ὅλες γενικά τίς ἐπαρχίες».
Μέ τόν κη΄ Κανόνα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451 μ.Χ.), οἱ ἅγιοι Πατέρες καθόρισαν τά ἴσα πρεσβεῖα τιμῆς στόν θρόνο τῆς Νέας Ρώμης μέ τόν θρόνο τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης, μέ τό ἑξῆς σκεπτικό: 
Κείμενο: «Καί τῷ αὐτῷ σκοπῷ κινούμενοι οἱ ἑκατόν πεντήκοντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι, τά ἴσα πρεσβεῖα ἀπένειμαν τῷ τῆς νέας ῾Ρώμης ἁγιωτάτῳ θρόνῳ, εὐλόγως κρίναντες, τήν βασιλείᾳ καί συγκλήτῳ τιμηθεῖσαν πόλιν, καί τῶν ἴσων ἀπολαύουσαν πρεσβείων τῇ πρεσβυτέρᾳ βασιλίδι ῾Ρώμῃ, καί ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ὡς ἐκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ᾿ ἐκείνην ὑπάρχουσαν». 
Μετάφραση: «Ἔχοντας λοιπόν τόν ἴδιο σκοπό οἱ ἑκατό πενήντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι ἀπένειμαν τά ἴσα πρεσβεῖα στόν ἁγιότατο θρόνο τῆς Νέας Ρώμης, κρίνοντας δικαιολογημένα, ὥστε ἡ πόλη πού τιμήθηκε μέ βασιλεία καί σύγκλητο, ἀπολαμβάνοντας καί τά ἴσα πρεσβεῖα μέ τή πρεσβύτερη βασιλική πόλη Ρώμη, νά μεγαλύνεται ὅπως ἐκείνη καί στά ἐκκλησιαστικά πράγματα, καθώς εἶναι δεύτερη (στήν τάξη) ὕστερα ἀπό ἐκείνη».
Ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδος (691-692 μ.Χ.) βεβαίωσε τήν διαίρεση τῶν ἐκκλησιαστικῶν περιφερειῶν, ἀλλά καί καθόρισε τήν ἱεραρχική τάξη καί τά πρεσβεῖα τῶν θρόνων μέ τόν λστ΄ Κανόνα της. 
Κείμενο: «Ἀνανεούμενοι τά παρά τῶν ἑκατόν πεντήκοντα ἁγίων Πατέρων, τῶν ἐν τῇ θεοφυλάκτῳ ταύτῃ καί βασιλίδι πόλει συνελθόντων, καί τῶν ἑξακοσίων τριάκοντα, τῶν ἐν Χαλκηδόνι συναθροισθέντων νομοθετηθέντα, ὁρίζομεν, ὥστε τόν Κωνσταντινουπόλεως θρόνον τῶν ἴσων ἀπολαύειν πρεσβείων τοῦ τῆς πρεσβυτέρας ῾Ρώμης θρόνου, καί ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς, ὡς ἐκεῖνον, μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δεύτερον μετ᾿ ἐκεῖνον ὑπάρχοντα, μεθ᾿ ὅν ὁ τῆς Ἀλεξανδρέων μεγαλοπόλεως ἀριθμείτω θρόνος, εἴτα ὁ Ἀντιοχείας, καί μετά τοῦτον ὁ τῆς Ἱεροσολυμιτῶν πόλεως». 
Μετάφραση: «Ἀνανεώνοντας ὅσα νομοθετήθηκαν ἀπό τούς ἑκατόν πενήντα ἁγίους Πατέρες πού συνῆλθαν σ' αὐτήν τή θεοφύλαχτη καί βασιλική πόλη καί ἀπό τούς ἑξακοσίους τριάντα πού συνῆλθαν στή Χαλκηδόνα, ὁρίζουμε νά ἀπολαμβάνη ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινούπολης τά ἴσα πρεσβεῖα μέ τό θρόνο τῆς πρεσβύτερης Ρώμης καί νά μεγαλύνεται, ὅπως ἐκεῖνος, στά ἐκκλησιαστικά πράγματα καί νά εἶναι δεύτερος μετά ἀπό ἐκεῖνον, καί ὕστερα ἀπ' αὐτόν νά ἀριθμῆται ὁ θρόνος τῆς μεγαλούπολης Ἀλεξάνδρειας, ἔπειτα ὁ θρόνος τῆς Ἀντιόχειας καί ὕστερα ἀπ' αὐτόν ὁ θρόνος τῶν Ἱεροσολύμων».
Μέ τούς ἀναφερθέντες Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καί ἰδιαιτέρως μέ τόν Κανόνα τῆς ἐν Τρούλλῳ Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ρυθμίσθηκαν τελεσιδίκως καί ἀμετακλήτως τά λεγόμενα Πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα καί τό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Αὐτό λέγεται «Πενταρχία». 
Ἀργότερα τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὅταν ἀπομακρύνθηκε ἡ Πρεσβυτέρα Ρώμη, παρεχώρησε μέ κενωτική-θυσιαστική ἀγἀπη τμήματα τοῦ ποιμνίου του γιά τήν δημιουργία τῶν νεωτέρων αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν μέ συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Συνήθως τά ἄλλα Πατριαρχεῖα δέν προχώρησαν σέ δημιουργία νέων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ἀπό τά Ποίμνιά τους.

3. Ἡ παραθεώρηση τῆς κανονικῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας

Τά νεώτερα χρόνια παρουσιάσθηκε μιά ἄποψη, θά ἔλεγα ἀντινομιστική, πού εἶναι ἀντίθετη μέ αὐτήν τήν παράδοση, πού ἐκφράζεται ἀπό τούς ἱερούς Κανόνες. Πρόκειται γιά μιά θεωρία πού ἐκπόνησαν διάφοροι Ρῶσοι θεολόγοι, ἀναφερόμενοι στό ὅτι ἡ θεία Εὐχαριστία καί ἡ χριστιανική ἀγάπη εἶναι τό κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, πού δείχνει τήν ἐλευθερία, παραθεωρώντας συγχρόνως τούς Κανόνες καί τήν κανονική συγκρότηση τῶν Ἐκκλησιῶν. 
Βασικό σημεῖο αὐτῆς τῆς θεωρίας εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία θά πρέπει νά ἑρμηνευθῆ ὄχι ὡς ἕνας κανονικός ὀργανισμός, ἀλλά μέ βάση τήν θεία Εὐχαριστία, ἀφοῦ αὐτή εἶναι τό κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἡ θεωρία αὐτή διατυπώθηκε ἀπό τόν Νικολάϊ Ἀφανάσιεφ (1893-1966), ὁ ὁποῖος ἀξιοποίησε τίς ἀπόψεις τῶν Σλαυοφίλων θεολόγων, ἰδιαιτέρως τοῦ Χομιακώφ καί τοῦ Μπουλγκάκωφ. 
Οἱ Σλαυόφιλοι πιστεύουν ὅτι ἡ ρωσική κουλτούρα ἦταν ἕνα προϊόν τοῦ ἰουδαιο-χριστιανισμοῦ καί τῆς βυζαντινῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν ὁποία ἔλαβαν τόν Χριστιανισμό, καί δέν προέρχεται ἀπό τήν ἑλληνική φιλοσοφία καί τό ρωμαϊκό δίκαιο. Ἔτσι, ἡ ἔλλειψη στήν ρωσική κοινωνία τοῦ ρωμαϊκοῦ δικαίου καί τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ φαίνεται ὡς ἀρνητική, ἐν τούτοις γι' αὐτό θεωρεῖται θετική, γιατί ἡ ρωσική κουλτούρα ἀποτελεῖτο ἀπό χριστιανικές πηγές καθαρές, χωρίς τίς μή χριστιανικές ἐπιρροές. 
Τέτοιες ἀπόψεις ἐκφράσθηκαν ἀπό τόν Ἀλέξη Χομιακώφ, ὁ ὁποῖος συγχρόνως καθόριζε ὅτι ὁ ὁρισμός τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀγάπης «ἔχει τίς ρίζες του σέ ἕνα συστηματικό Τριαδικό ὅραμα τῆς Ἐκκλησίας». Σέ αὐτήν τήν προοπτική παρουσιάζει τό Ἅγιον Πνεῦμα ὡς θεϊκό πρόσωπο πού ἐσωτερικεύει τήν ἐξωτερική ἀποκάλυψη τοῦ Πατέρα ἀπό τόν Χριστό. Αὐτό ἐκδηλώνεται μέσα στήν θεία Εὐχαριστία, σύμφωνα μέ τίς παρατηρήσεις τοῦ Aidan Nichols. 
Συγκεκριμένα, ὁ Ἀλέξης Χομιακώφ ἔβλεπε τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στήν ἑνότητα τῆς Χάριτος πού ζοῦν οἱ ἄνθρωποι μέσα στά Μυστήρια, ἐνῶ αἰσθανόταν ἀπέχθεια γιά τόν Παπισμό, στόν ὁποῖο ἔβλεπε ὅτι ὑπάρχει μιά ἐξουσία πάνω σέ ἄλλες Τοπικές Ἐκκλησίες, γιατί, κατ’ αὐτόν, μέσα ἀπό τόν ὁρισμό τῆς ἀγάπης «δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη καμμιά σχέση ἐξουσίας μεταξύ τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, δέν ὑπάρχει ἱεραρχία μεταξύ τους, καμμιά κατάταξη σέ μεγαλύτερο ἤ μικρότερο, μέσα στήν χριστιανική κοινοπολιτεία». 
Ὁ Ἀλέξης Χομιακώφ ἔβλεπε τήν Ἐκκλησία ὡς μιά ἀόρατη πραγματικότητα, μιά ἕνωση προσώπων μέ βάση τήν κοινή πίστη καί τήν ἀγάπη τους στόν Χριστιανικό Θεό, καί ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία -Κληρικοί καί λαϊκοί- κληρονομοῦν τό χάρισμα τῶν Ἀποστόλων.
Κριτική στήν θεωρία αὐτή τοῦ Χομιακώφ ἔγινε ἀπό τόν Μπουλγκάκωφ πού ὑποστήριζε ὅτι μιά τέτοια ἑρμηνεία προέρχεται ἀπό τήν ταύτιση τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας μέ τό Κράτος, πού συνέβαινε στήν Τσαρική Ρωσία, καί γι’ αὐτό ὁ Χομιακώφ προσπάθησε νά δῆ τήν ἐσωτερική χαρισματική της ζωή. Ὅμως, οἱ δύο ἐπαναστάσεις τοῦ 1917 ἀπελευθέρωσαν τήν Ἐκκλησία ἀπό τόν κρατικό ἔλεγχο καί ἀπεκάλυψαν ὅτι εἶναι μία κοινωνία ἀπό μόνη της, μέ δικά της ὄργανα διακυβερνήσεως καί ἑπομένως δέν εἶναι μόνον ἕνα θεϊκό μυστήριο ἤ μιά πνευματική κοινωνία. 
Ὅμως, ὁ Μπουλγκάκωφ, παρά τήν κριτική του, κράτησε τρία σημεῖα ἀπό τόν Χομιακώφ, ὅτι ἡ ἀθέατη πλευρά τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πιό σημαντική ἀπό τήν ὁρατή, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία ἑνιαία ἕνωση κοινοτήτων, χωρίς νά ὑπάρχη ἕνας παγκόσμιος θεσμός, καί ὅτι στήν Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη ἐξουσία, ἐξαναγκασμός, νομικός περιορισμός, ποινή, ὁπότε ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κατ’ οὐσίαν ἑνότητα μεταξύ ἐλευθερίας καί ἀγάπης.
Στήν συνέχεια ὁ Ἀφανάσιεφ εἶδε τά θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι σέ ἕνα ἀνθρώπινο στοιχεῖο, ἀλλά στίς Τοπικές Ἐκκλησίες, τῶν ὁποίων ἡ ὕπαρξη θεμελιώνεται στήν θεία Εὐχαριστία. Ἔτσι, τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μιά ἐπέκταση καί ἐκ νέου ἔκφραση τοῦ δόγματος τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἑπομένως, ἡ Ἐκκλησία μέ ὅρους τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι ἐσχατολογική, βασική της μορφή εἶναι ἡ Τοπική Ἐκκλησία, καί γι’ αὐτό δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη νόμος ἤ ἐξουσία ἤ σχέσεις ὑποταγῆς καί ἐπιβολῆς. 
Μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἡ ἱερωσύνη, ὅπως φαίνεται στήν θεία Εὐχαριστία, εἶναι διακονική προσφορά, καί ὅταν μιά Τοπική Ἐκκλησία λαθεύει, τότε διακόπτεται ἡ εὐχαριστιακή κοινωνία μέ τά μέλη της καί αὐτό δέν εἶναι μιά πράξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου, μιά πράξη σχέσεων ἐξουσίας, ἀλλά μιά πράξη ὁμολογίας πίστεως καί ἀγάπης διορθωτικῆς, πράγμα πού σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία πού ἔκανε λάθη εἶναι ἐλεύθερη νά τά λάβη ὑπ’ ὄψη της ἤ ὄχι.
Ἀπό αὐτήν τήν μικρή ἀνάλυση τῆς θεωρίας τῶν σλαυόφιλων θεολόγων φαίνεται καθαρά ἡ ὑποτίμηση καί ἡ παραθεώρηση τῶν ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι δῆθεν ἦταν ἐπίδραση τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου. Βέβαια, οἱ σλαυόφιλοι θεολόγοι εἶχαν δικά τους προβλήματα, κατά τήν τσαρική περίοδο καί τήν μεταεπανασταστική περίοδο, καί γι' αὐτό ἔφθασαν σέ αὐτήν τήν θεωρία ἐξάρσεως τῆς θείας Εὐχαριστίας σέ βάρος τῆς κανονικῆς συγκροτήσεως τῆς Ἐκκλησίας.
Δυστυχῶς ὅμως αὐτές οἱ θεωρίες ἐπηρέασαν καί πολλούς ὀρθοδόξους θεολόγους, ὥστε στήν συνέχεια καί αὐτοί νά παραθεωροῦν τήν κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας, καί ὁμιλοῦν γιά μιά σύνδεση ἀγάπης καί ἐλευθερίας μέσα στήν Ἐκκλησία. 
Μελετώντας τά Πρακτικά τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, παρατηρεῖ κανείς τά ἀκόλουθα:
Πρῶτον, οἱ Πατέρες στίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους ἐθέσπισαν ἱερούς Κανόνες γιά τήν συγκρότηση τῆς Ἐκκλησίας καί τήν διαφύλαξη τῆς ἑνότητάς της, μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 
Δεύτερον, οἱ ἱεροί Κανόνες δέν εἶναι νομικά κείμενα πού καταργοῦν τήν ἀγάπη καί ἀντιπαλεύουν τήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ ἤ τῶν Ἀποστόλων, ἀλλά εἶναι «μαρτύρια» τοῦ Θεοῦ, ὅπως οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη.
Τρίτον, ὁ θεσμός τῆς «Πενταρχίας» πού καθιερώθηκε ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους ἔχει ὡς Πρῶτο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, μετά τήν ἀπομάκρυνση τοῦ Πάπα τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης. 
Τέταρτον, ἡ παραθεώρηση τοῦ κανονικοῦ συστήματος ἐν ὀνόματι τῆς δῆθεν ἀγάπης καί ἐλευθερίας συνιστᾶ ὑπονόμευση τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, γιά τίς ὁποῖες ἐμεῖς οἱ Ἀρχιερεῖς ὁμολογήσαμε πρίν τήν χειροτονία μας ὅτι θά τηροῦμε καί δέν πρέπει νά τούς ἀπαξιώνουμε μέ περίεργους συλλογισμούς. 
Πέμπτον, ἰδίως ἐμεῖς οἱ Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε τήν ἱστορία τῆς Αὐτοκεφαλίας μας. Γιατί, ὅπως ἔγραφε παλαιότερα ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός, εἴμαστε «οἱ πρῶτοι διδάξαντες» τούς Βαλκανικούς λαούς γιά τήν ἀποσκίρτησή τους μέ ἐπαναστατικό τρόπο ἀπό τήν Μητέρα Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Καί αὐτό ἔγινε μέ τήν παρέμβαση ξένων δυνάμεων, ἀλλά καί μέ τήν ἀνάπτυξη τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ πού ἦταν ἀπόρροια τοῦ Διαφωτισμοῦ. 
Ἕκτον, δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ἀνήκουμε στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία εἶναι ἡ «πρωτότοκη θυγατέρα» καί ἀδελφή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἡ ὁποία ὅμως ἔχει τήν τιμή νά συνοικῆ μέ τήν Μητέρα – Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Γι' αὐτό πρέπει νά εἴμαστε προσεκτικοί στούς λόγους μας, ὥστε νά μή συμμετέχουμε σέ πράξεις ὑπονομεύσεώς του. Ἄν γίνη κάτι τέτοιο, εἶναι στήν πραγματικότητα παράβαση τῆς ὁμολογίας πού δώσαμε ὅτι θά τηροῦμε τά δόγματα, τούς ὅρους καί τούς Κανόνες τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων. 
Ὅλα ὅσα ἀναφέρθησαν προηγουμένως εἶναι ἀπαραίτητα νά ὑπενθυμίζονται, γιατί δυστυχῶς παραθεωρεῖται τό κανονικό δίκαιο τῆς Ἐκκλησίας ὡς δῆθεν νομικισμός. Μέ τόν τρόπο αὐτό βλασφημεῖται τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖον ἐφώτισε τούς ἁγίους Πατέρες νά ρυθμίσουν τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα. Συγχρόνως δείχνουν καί τήν βασική αἰτία τῆς ἐκκλησιαστικῆς κρίσεως τῆς ἐποχῆς μας. 
Τά θέματα τῆς κανονικῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καθορίσθηκαν ἀπό τίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους, εἶναι σοβαρότατα καί δέν προσφέρονται γιά ἐκκλησιαστικούς λαϊκισμούς.
[πηγή: parembasis.gr]

Δελτίο ειδήσεων εκ Φαναρίου 30ής Οκτωβρίου 2018

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ
Ἐκκλησιαστικαί Εἰδήσεις
    
Ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης, ἐδέξατο εἰς ἀκρόασιν:
- Τόν Σεβ. ΡΚαθολικόν Ἀρχιεπίσκοπον Novi κ. Paul Fitzpatrick Russell, Νούντσιον τοῦ Βατικανοῦ ἐν Ἀγκύρᾳ. 
- Τόν Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτην κ. Πέτρον, Καθηγούμενον τῆς ἐν Ἁγίῳ Ὄρει Ἱ. Πατριαρχικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Διονυσίου, μετά τοῦ Ὁσιολ. Μοναχοῦ κ. Νικολάου Διονυσιάτου καί τοῦ Ἐντιμ. κ. Πολυκλείτου Καρακατσάνη, ἐκ Θεσσαλονίκης. 
- Τόν Ἱερολ. Ἀρχιδιάκονον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου κ. Ἰωάννην Χρυσαυγῆν, Καθηγητήν, ἐξ Ἀμερικῆς. 
- Τήν ὑπό τήν προεδρείαν τῆς Εὐγεν. κ. Ἑλένης Ψαρᾶ Φιλόπτωχον Ἀδελφότητα Κυριῶν τῆς Κοινότητος Τιμίου Σταυροῦ Brooklyn Νέας Ὑόρκης. 
- Τήν Εὐγεν. κ. Μαρίαν Γιαχνάκη καί τόν Ἐντιμ. κ. Νικόλαον Γκουράρον, Δημοσιογράφους, ἐξ Ἀθηνῶν. 
- Τόν Ἐντιμ. κ. Hakan Çelik, Δημοσιογράφον, ἐντεῦθεν. 
Τόν Ἐντιμ. κ. Βασίλειον Καρακάσην, Ἐπιχειρηματίαν, ἐντεῦθεν.
- Τόν Ἐντιμ. κ. Βλάσιον Φάτσιον, Θεολόγον, ἐκ Θεσσαλονίκης.
- Τήν Εὐγεν. κ. Κυριακήν Κετέογλου, ἐξ Ἀθηνῶν.
- Τόν Μουσικολ. κ. Burak Bilgili, Καλλιτέχνην, ἐξ Ἀμερικῆς, μετά τῆς μνηστῆς αὐτοῦ Εὐγεν. δίδος Seda Özen, ἐντεῦθεν.
- Τόν Ἐντιμ. κ. Στυλιανόν Βαφειάδην, μετά τῆς συζύγου αὐτοῦ Εὐγεν. κ. Τατιανῆς, ἐξ Ἀθηνῶν, εὐχαριστήσαντας διά τήν Πατριαρχικήν συμπάθειαν ἐπί τῷ θανάτῳ τοῦ υἱοῦ αὐτῶν Ἀθανασίου.

*   *   *

Ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης, ἐξεπροσωπήθη ὑπό τοῦ Πανοσιολ. Μ. Συγκέλλου κ. Ἀμβροσίου, κατά τήν κηδείαν τῆς ἀειμνήστου Μαρίας-Αἰκατερίνης Καγιάντελεν, ἐκ τοῦ Ἱ. Ναοῦ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Κουμαριωτίσσης Νεοχωρίου, τήν Τρίτην, 30ήν Ὀκτωβρίου. 

Μαθητεύοντας την Ιερωσύνη με Σχολάρχη τον αείμνηστο παπα-Συμεών Κραγιόπουλο

Φοιτητικὲς κι ἄλλες ἀναμνήσεις

Στὸν π. Ἰωάννη καὶ τὴν ἁγιοφόρο Συνοδεία του, ταπεινὸ ἀντίδωρο φιλαδελφίας 

Τὸ σχολικὸ ἔτος 1973-74 ἦταν καθοριστικὸ γιὰ τὶς ἱερατικές μου σπουδές, γιατὶ ἀναχωρώντας ἀπὸ τὴν Ἀνωτέρα τῆς Ριζαρείου, συνέχισα στὴν ὄντως πρωτοπόρα Ἀνωτέρα Ἱερατικὴ Σχολὴ τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ στεγάζονταν τότε στὸ μεγαλο οἴκημα,  δίπλα στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Θεοδώρας.

 Σχολάρχης ἐκεῖ ἦταν τότε ὁ πολὺς παπα-Συμεὼν Κραγιόπουλος, ἕνας ἁπλὸς, γλυκομίλητος καὶ σοβαρὸς κληρικός, ποὺ δὲν εἶχε καμμία ἔπαρση καὶ δασκαλίστικο ἤ ἀρχομανὲς πνεῦμα. Γιατὶ δὲν τοῦ χρειάζονταν, ἄλλωστε. Κι αὐτό, ἐπειδὴ ἦταν ἀπὸ τότε ὣριμος καὶ κατασταλαγμένος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅταν τὸν ἔβλεπες, νόμιζες πὼς ἦταν ἡλικιωμένος, ἐνῶ στὴν πραγματικὸτητα ἦταν ἀρκετὰ νεότερος, καὶ τὸν σεβόσουν. Σὲ κέρδιζε δηλαδή, ἡ μορφή του. 

Ὁ ἕνας χρόνος, λοιπόν, ποὺ σπούδασα ἐκεῖ, μὲ Σχολάρχη τὸν π. Συμεὼν ἦταν πολὺ σημαντικός, διδακτικός, ἀλλὰ καὶ ταμιευμένος μὲ ἐμπειρίες φιλάγιες, ὑπεύθυνες καὶ ἀταλάντευτες,  ἀφοῦ ἔλαβα τόσα, ὅσα χρειαζόμουν πιά. Γιατὶ ἐκεῖ ἔζησα τὶς πρῶτες ἀγρυπνίες στὴν τότε κατανυκτικότατη Ἁγία Θεοδώρα, μὲ πλῆθος πιστῶν νὰ προσέρχονται-ἀλήθεια, πῶς νὰ λησμονήσεις τὸν σεμνὸ καὶ ταπεινὸ καθηγητὴ τῆς Λειτουργικῆς, τὸν ἀείμνηστο Ίω. Φουντούλη (Φοντούλη τὸν ἔλεγε ὁ Γέροντας Συμεών), ποὺ κοινωνοῦσε πάντα καὶ δὲν ἔλειψε ποτέ του!

Κι ὕστερα ἐκεῖνοι οἱ λόγοι τοῦ π. Συμεὼν  στὸ χαμηλόφωτο καθολικό, ποὺ εἶχαν πάντα κάτι νὰ προσφέρουν, ὥστε νὰ τὸ πάρεις μαζί σου καὶ νὰ τὸ ἐπεξεργαστεῖς ἥρεμα καὶ μὲ  προσευχὴ καὶ προσοχή. Ἀλησμόνητος π. χ. θὰ μείνει ὁ λόγος του στὸν Ἅγιο Νικόλαο, ποὺ εἶχε ὡς κεντρικὸ θέμα του τὸ πῶς ὁ κάθε  ἄνθρωπος θὰ κατορθώσει νὰ γίνει ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ πιστὸς θεράπων, ὅπως ὁ Ἅγιος Νικόλαος. Μὲ λίγα λόγια, τόνισε ὅτι, ὅπως ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ σώσει τὸ κόσμο, ἔστι κι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ καταφύγει σιμὰ στὸ Θεό, γιὰ νὰ βρεῖ τὴ σωτηρία του. 

Στὰ μαθήματα ποὺ μᾶς ἔκανε ἦταν πάντα εὐχάριστος καὶ διόλου κουραστικός ἤ αὐστηρός. Γιατὶ σεβόμασταν πάντα αὐτὰ ποὺ μᾶς ἔλεγε μὲ ἁπλότητα καὶ ἡρεμία, λὲς καὶ κήρυττε ἤ κατηχοῦσε. Θυμᾶμαι,  μάλιστα, ὅτι στὴν Ἐξομολογητική, εἶχε σταθεῖ στὸ ἐνταλτήριο Γράμμα ποὺ δίδει ὁ πνευματικὸς στὸν μέλλοντα κληρικό. Καὶ θυμᾶμαι  πὼς τὸ εἶχε τότε δείξει καὶ στὸν ἐπίσης ἀείμνηστο καθηγητή μας τὸν Ἰω. Κορναράκη, ποὺ μᾶς ἔκανε Ποιμαντική κι ἐκεῖνος τὸ εἶδε μὲ μεγάλο ἐνδιαφέρον. Δὲν ἔμαθα ποτὲ ἄν ὁ δεύτερος ἔγραψε κάτι πάνω σὲ αὐτό, ὅσο κι ἄν τὸ ἔψαξα...

Ἀλησμόνητα ἐπίσης θὰ μείνουν στὴν ψυχὴ ἐκεῖνα τὰ μυρωμένα ἀπογεύματα τῆς Μ. Σαρακοστῆς ποὺ ἀνεβαίναμε στὸ μοναστήρι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στὸ Πανόραμα, ὅπου ὁ Γέροντας θὰ τελοῦσε τὴν τόσο εὐκατάνυκτη Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία... Πάντα χαμηλόφωνα, ταπεινά, ἥσυχα, χωρὶς περιττὲς κινήσεις καὶ αὐτοπροβολή. Ὅλα τους εἶχαν, δηλαδή, μιὰν ἱεροπρέπεια, ποὺ ζύμωνε τὶς ψυχές μας, ὥστε ν᾿ ἀκολουθήσουμε αὐτὸν τὸ δρόμο, ποὺ παραδειγματικὰ μᾶς ἔδειχνε: Τὸ δρόμο τῆς μέλλουσας   ἱερατικῆς μας πορείας.

Ὅμως δὲν μποροῦν νὰ λησμονηθοῦν καὶ οἱ τόσο φωτεινές του ὁμιλίες στὴν αἴθουσα τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, ποὺ ἦταν ὄντως κατάμεστες ἀπὸ κόσμο. Κι ἐδῶ θυμᾶμαι μέ συγκίνηση τὸ πόσο χαροποιοῦσε τὸν Γέροντα νὰ ἀναφέρεται σὲ ἀσκητὲς καὶ ἁγιασμένες μορφές, τονίζοντας πάντα τὴν εὐλογία τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς προσευχῆς.  «Κι ἕνα πουλάκι, ἔλεγε, νὰ λαλήσει, ἀμέσως χάνεται ἡ ἡσυχία τοῦ προσευχομένου ἀσκητῆ». 

Εἶχα τὴν εὐλογία, χρόνια μετὰ τὴν ἀποφοίτησή μου -κληρικὸς πιά- νὰ τὸν ἐπισκεφτῶ στὸ εὐλογημένο μοναστηράκι ποὺ τότε τὸ ἔφτιαχναν. Θυμᾶμαι, ὅτι ἦταν καλοκαίρι, Ἰούλιος μήνας καὶ καθίσαμε στὰ σκαλιὰ τοῦ ἀμφιθέατρου, ποὺ ἑτοίμαζαν καὶ βρίσκονταν σὲ δροσερὸ μέρος. Ἦταν γιὰ μένα μιὰ ἐμπειρία ποὺ ἀκόμα τὴν κρατῶ, ὅπως κρατῶ τὴ Μορφή του, ποὺ στερνὴ φορὰ συνάντησα στὸ βιβλιοπωλεῖο «Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας». Τὶς κρατῶ, λοιπόν, αὐτὲς τὶς συναντήσεις ὡς μοναδικές, εὐγνωμονώντας τὸν Κύριο ποὺ μοῦ τὶς χαρισε. 

Ὁ παπα-Συμεὼν ἐκοιμήθη, ὅμως οἰ διδαχές του, ἡ παρουσία καὶ ἡ προσφορά του ἀπομένουν τεμκήρια ἱκανὰ ἑνὸς ἁγασμένου ὄντως λειτουργοῦ τοῦ Ὑψίστου. Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε.

παπα-κων. ν. καλλιανός 

Η εν Ουκρανία Εκκλησία του Φιλαρέτου, με συνοδική Εγκύκλιο, όρισε να μνημονεύεται Βαρθολομαίος στις θείες Λειτουργίες


Μια ενδιαφέρουσα και πολλά σημαίνουσα είδηση δημοσιεύεται στον επίσημο ιστότοπο του λεγόμενου Πατριαρχείου Κιέβου και πάσης Ουκρανίας, δηλαδή της εκκλησιαστικής παρατάξεως του Φιλαρέτου, ήδη αποκατασταθέντος στην εκκλησιαστική κανονικότητα από το Φανάρι. 

Με χθεσινή (29.10.2018) Εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου του "Πατριαρχείου" αυτού, καλούνται άπαντες οι Κληρικοί, κατά τις Ευχαριστιακές Συνάξεις τους, κατά τις αιτήσεις των Ειρηνικών και κατά τη μνημόνευση της Μεγάλης Εισόδου, να συμπεριλάβουν δεητικώς εν πρώτοις το όνομα του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου υπέρ υγείας αυτού, αποδίδοντας έτσι την δέουσα τιμή σε εκείνον που μεριμνά για την ένωση των τριών αλληλοσυγκρουόμενων εκκλησιαστικών τάσεων στην Ουκρανία. 

Ακολουθεί η σχετική Εγκύκλιος στο πρωτότυπο: 

ПОСТАНОВА
Священного Синоду


Української Православної Церкви

Київського Патріархату
від 29 жовтня 2018 р. 
МАЛИ МІРКУВАННЯ:
Про молитву за Його Святість Вселенського Патріарха Варфоломія.
УХВАЛИЛИ:
Враховуючи обставини, на час до наступного розпорядження - благословити архієреям Української Православної Церкви Київського Патріархату надати вказівку в їхніх кафедральних соборах на богослужіннях підносити окремі молитовні прохання за Його Святість Вселенського Патріарха Варфоломія:
а) на Мирній ектенії після прохання «За святий храм цей…» підносити прохання «За Святійшого Вселенського Патріарха Варфоломія Господу помолимось»;
б) на Великому вході архієрей зі Святою Чашею виголошує: «Святійшого Вселенського Патріарха Варфоломія, преосвященних митрополитів, архієпископів і єпископів православних…»
ПАТРІАРХ КИЇВСЬКИЙ І ВСІЄЇ РУСИ-УКРАЇНИ ФІЛАРЕТ
МИТРОПОЛИТ ПЕРЕЯСЛАВСЬКИЙ І БІЛОЦЕРКІВСЬКИЙ ЕПІФАНІЙ
МИТРОПОЛИТ ЛЬВІВСЬКИЙ І СОКАЛЬСЬКИЙ ДИМИТРІЙ
МИТРОПОЛИТ БІЛГОРОДСЬКИЙ І ОБОЯНСЬКИЙ ІОАСАФ
МИТРОПОЛИТ ЧЕРКАСЬКИЙ І ЧИГИРИНСЬКИЙ ІОАН
АРХІЄПИСКОП ДОНЕЦЬКИЙ І МАРІУПОЛЬСЬКИЙ СЕРГІЙ
АРХІЄПИСКОП РІВНЕНСЬКИЙ І ОСТРОЗЬКИЙ ІЛАРІОН
АРХІЄПИСКОП ЧЕРНІГІВСЬКИЙ І НІЖИНСЬКИЙ ЄВСТРАТІЙ
АРХІЄПИСКОП ВИШГОРОДСЬКИЙ АГАПІТ
МИТРОПОЛИТ МИКОЛАЇВСЬКИЙ І БОГОЯВЛЕНСЬКИЙ ВОЛОДИМИР
АРХІЄПИСКОП СУМСЬКИЙ І ОХТИРСЬКИЙ МЕФОДІЙ
ЄПИСКОП ВОЛОДИМИР-ВОЛИНСЬКИЙ І ТУРІЙСЬКИЙ МАТФЕЙ