E-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μ. Ζ. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2008

Λόγος περί Παραλυσίας

Γράφει ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας

Ο σημερινός μας λόγος αφορά στην Παραλυσία. Κι εννοούμε, όχι τόσο τη σωματική, την οποίαν ιάτρευε στα θαύματά του ο Ιησούς, αλλά θα εντοπίσουμε το ενδιαφέρον μας σε μιαν άλλη Παραλυσία, εκφραζόμενη μάλιστα στη χειρότερη μορφή της. Εννοούμε την πνευματική καχεξία που μας χαρακτηρίζει, υπογραμμίζοντας, πάλι και πάλι, την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης στην εσκεμμένη απομάκρυνσή της από την υγιή (φυσική) κατάσταση της ένθεης συναναστροφής.
Ως πλέον σύγχρονη έκφραση της παραλυσίας που ανιχνεύουμε, επιτρέψατέ μου να θεωρήσω την αλλοτρίωση, που με υπαιτιότητά του υφίσταται ο άνθρωπος. Αποξένωση από τον συνάνθρωπο, το φυσικό περιβάλλον, τον εαυτό του και, κατά συνέπειαν, από τον Θεό.
Η γενεσιουργός αιτία της καταστροφικής αυτής παραλυσίας, της διάστασης Ανθρώπου και έμψυχου ή άψυχου περιβάλλοντος, είναι σίγουρα το υπερφίαλο και δαιμονιώδες εντέλει εγώ του. Παραλυτικές, αλλοτριωμένες προσωπικότητες, έρμαια του κάθε λογής ρεύματος και ανέμου, κενές από ποιότητα και προοπτική, τραγικές φυσιογνωμίες αυτομηδενιζόμενες, μην αντέχοντας το βάρος της κενότητας και την ψυχική διχοστασία, την «αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» κατά τον Μίλαν Κούντερα, ενώ, πριν από αυτόν, ο ποιητικός λόγος του Έλιοτ, επαναλαμβάνοντας τον Δάντη, είχε τονίσει: «Δεν τό 'χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς» [«Έρημη Χώρα», σ. 63, μτφρ. Γ. Σεφέρη].
Μια πρώτης τάξεως εφαρμογή βρίσκει στις παραλυτικές αυτές περιπτώσεις ο παραστατικός λόγος του Αποστόλου Ιούδα, μες από την Επιστολή του: «Ούτοί εισίν (…) νεφέλαι άνυδροι υπό ανέμων παραφερόμεναι, δένδρα φθινοπωρινά, άκαρπα, δις αποθανόντα, εκριζωθέντα, κύματα άγρια θαλάσσης επαφρίζοντα τας εαυτών αισχύνας, αστέρες πλανήται, οις ο ζόφος του σκότους εις τον αιώνα τετήρηται». (Ιούδα, 5, 12-13).
Μακρύς και πικρός ο κατάλογος των χαμένων συνανθρώπων, εκείνων που τους άγγιξε ο θάνατος, όχι ο βιολογικός, αλλά ο πλέον απεχθής -εννοώ τον πνευματικό-, μ’ εκρηκτικό παράδειγμα τον διακεκριμένο πανεπιστημιακό Καθηγητή Δημήτρη Λιαντίνη, τον πολλά για την Επιστήμη υποσχόμενο, τον σοβαρό, τον ευπρεπή, τον αναζητητή και αμφισβητία, ο οποίος, διαμαρτυρόμενος για τα κακώς της εποχής μας κείμενα και βιώνοντας το μηδέν ως ουσία και προοπτική των πάντων, οδήγησε τα βήματά του στην «αυτοθέλητη» έξοδό του από τη ζωή, προσδοκώντας τη μυθική του Οιδίποδα ανάληψη. Ίσως, επειδή σε ολόκληρη τη φιλοσοφική και συγγραφική του διαδρομή, απέδωσε πιότερη σημασία στον Μύθο παρά στην Αποκάλυψη, στη σπίθα παρά στη φωτιά, στο μερικό παρά στο Όλον.
Η αναφορά μας στην ακραία και αλλοτριωμένη αυτή περίπτωση έχει σκοπό να ευαισθητοποιήσει τους συνοδίτες της ζωής μας και, ως λόγος εκκλησιαστικός, να κατασιγάσει την υπαρξιακή μας δίψα, με το να αποκαθάρει ελεητικά την καθημερινή μας τραγωδία, στην οποία συχνά-πυκνά (ας τ’ ομολογήσουμε) όλοι πρωταγωνιστούμε.
Τα πράγματα είναι περισσότερο απλά, απ’ όσο σε μια πρώτη ανάγνωση φαίνονται, ίσως, για τούτο ακριβώς, και τόσο δύσκολα. Άλλωστε, κατά τον Φώτη Κόντογλου «το απλόν είναι του Θεού, ενώ το πολύπλοκον είναι του Διαβόλου». Κινήσεις απλές έως απλοϊκές, συνηθισμένες και ως εκ τούτου παραθεωρημένες μα και λησμονημένες, μπορούν να μάς επανεντάξουν στην Κοινωνία των Προσώπων:
Η ζωντανή συνάντησή μας μ’ ένα φτωχό λουλούδι της αυλής ή του αγρού, μ’ ένα ταπεινό πετούμενο, ένα κοίταγμα διεισδυτικό στον νυχτερινό ουράνιο θόλο, ένα εκ βαθέων χαμόγελο στον συνάνθρωπο, ύστερα μια στιγμή θέασης του όλου εαυτού μας, είναι νομίζω αρκετά όλα ετούτα να οδηγήσουν τον καλοπροαίρετο αναζητητή στον Αποκαλυπτόμενο και δια των απλών αυτών κινήσεων Θεό της Εκκλησίας.
Η δυσχέρεια προσέγγισης των πραγμάτων και των ειδών με τον άνθρωπο και αυτού με τον Θεό είναι, με άλλα λόγια, πρόβλημα όρασης. Η Αποκάλυψη του Ιωάννη μιλά μάλιστα για την αναγκαιότητα ενός «κολλυρίου», με το οποίο θα χρίσουμε τους οφθαλμούς (Αποκ. 3, 18), για ν’ αποκτήσουμε τη θέα, επιτέλους, του Θεού. Να συλλάβουμε, δηλαδή, το πασίδηλο νόημα των λόγων του Ιησού: «Εμβλέψατε εις τα πετεινά του ουρανού, ότι ου σπείρουσιν ουδέ θερίζουσιν ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας (…). Καταμάθετε τα κρίνα του αγρού πώς αυξάνει (…), λέγω σε υμίν ότι ουδέ ο Σολομών εν πάση τη δόξη αυτού περιεβάλετο ως εν τούτων.» (Μτ 6,26 και 28-29).
Εάν διαθέτουμε, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου, «οφθαλμόν απλούν» (Μτ 6, 22) –υγιή, δηλαδή, και απονήρευτο, καλοπροαίρετο και ειλικρινή- τότε θα μπορέσουμε ν’ αναφωνήσουμε μαζί με τον εκστασιασμένο Ψαλμωδό: «Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε, σφόδρα εβαρύνθησαν οι διαλογισμοί σου» (Ψαλμ. 92, 6), οπότε εκείνος «εξαλείψει (…) παν δάκρυον εκ των οφθαλμών (…)» (Απ. 7, 17).
«Ως αρτιγέννητα βρέφη το λογικόν άδολον γάλα επιποθήσατε, ίνα εν αυτώ αυξηθήτε σωτηρίαν», συμβουλεύει ο Απόστολος Παύλος (Α΄ Πετρ. 2, 2). Σημασία για την Ορθόδοξη πραγματικότητα έχει «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος εν τω αφθάρτω του πραέος και ησυχίου πνεύματος, ο εστίν ενώπιον του Θεού πολυτελές» (Α΄ Πετρ. 3, 4).
Η αφύσικη κατάσταση της παραλυσίας, ως συνέπεια της έσω και γύρω αλλοτρίωσης, έχει ως αντίδοτο την αδιάπτωτη υγεία «εν χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών» (Ρωμ. 6, 23). Η μόνη ανθρώπινη παραμυθία, η πάσα ελπίδα μας έγκειται στη σχέση αυτήν: Στην επανασύνδεση της ζωής μας με τον Κύριο Ιησού. Με τρόπο μεγαλόπνοο, εκλαϊκεύει ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας το μέγα ετούτο μυστήριο της εν Χριστώ ζωής. Ας ακούσουμε τον λόγο του:
«Αλλ’ ο Σωτήρας μ’ αυτούς που ζουν μέσα Του συνυπάρχει πάντοτε με κάθε τρόπο, ώστε εκπληρώνει κάθε ανάγκη τους και είναι γι’ αυτούς τα πάντα: δεν αφήνει να προσβλέψουν σε τίποτε άλλο από όσα υπάρχουν ούτε να ζητήσουν κάτι από κάπου αλλού. Πραγματικά, δεν υπάρχει κάτι που να χρειασθούν οι Άγιοι και να μην είναι ο Ίδιος αυτό. Και γεννά και αυξάνει και τρέφει και είναι φως και πνοή. Ο Ίδιος γίνεται μάτια γι’ αυτούς, ο Ίδιος είναι το φως γι’ αυτά και ο Ίδιος προσφέρεται να Τον βλέπουν. Είναι τροφός, αλλά και τροφή. Αυτός δίνει τον άρτο της ζωής. Αυτός πάλι είναι εκείνο που δίνει. Είναι ζωή στους ζώντες, μύρο στους αναπνέοντες, ένδυμα για όσους θέλουν να ντυθούν. Ακόμη, Αυτός είναι εκείνος, χάρη στον οποίο μπορούμε να βαδίσουμε, αλλ’ Αυτός είναι και η οδός και το κατάλυμα της οδού και το τέρμα της. Είμαστε μέλη, Εκείνος κεφαλή. Όταν αγωνιζόμαστε, αγωνίζεται μαζί μας. Όταν διακρινόμαστε στον αγώνα, είναι ο αγωνοθέτης. Όταν νικούμε, Εκείνος ευθύς γίνεται στεφάνι». («Περί της εν Χριστώ ζωής», Λόγος Α΄, PG 450).
Μια τέτοια συσσωμάτωση με τον Χριστό, μια τέτοια συζωΐα, αποτελεί την πραγμάτωση της αειζωΐας, το ποθούμενο, δηλαδή, του απλού (με την εκκλησιαστική έννοια) Χριστιανού τότε πια καταργείται και πατάσσεται ο θάνατος! Έτσι ακριβώς συμβαίνει κάθε μέρα Ανάσταση Χριστού!