e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Το ΝΥΧΘΗΜΕΡΟΝ έχει γενέθλια: 15 χρόνια καθημερινότητας

Το ΝΥΧΘΗΜΕΡΟΝ έχει γενέθλια: 15 χρόνια καθημερινότητας
Κάντε κλικ στην ανωτέρω αφίσα για να δείτε όλες τις επετειακές δημοσιεύσεις για τα 15χρονα του ΝΥΧΘΗΜΕΡΟΝ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΞΑΝΑ: ΒΑΝΑΤΟ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, ΠΑΣΧΑ 2022

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Δευτέρα 11 Απριλίου 2022

Το Πανηγύρι τ’ Άι Λύπιου

Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ

Η Μαριέττα και η Αγγελικούλα, καημό το είχαν να πάνε μια φορά στο πανηγύρι τ' Άι Λύπιου! Είχαν ακούσει, πως το εκκλησάκι σκαρφάλωνε σε έναν όμορφο λόφο, ότι λόγω Άνοιξης, η γύρω περιοχή πανέμορφη και λουλουδιασμένη με κάθε λογής αγριολούλουδα.

Μα, το πιο σημαντικό για τα κορίτσια, πίστευαν ότι σε τόσο ωραίο τόπο, θα γινόταν όντως, πολύ ωραίο πανηγύρι! Φαντάζονταν ότι θα μαζεύονταν πολύς κόσμος, ιδιαίτερα νέοι, ότι γινόταν γλέντι, ότι λόγω απόστασης θα ήταν κάτι σαν εκδρομή και ότι τα ταμπουρλονιάκαρα θ' άρχιζαν να παίζουν αποβραδίς με τον Εσπερινό και ανήμερα από το πρωί μέχρι που βράδιαζε και θα έφευγε σιγά-σιγά ο κόσμος!

Έτσι υπέθεταν για χρόνια τώρα, γι’ αυτό και λαχταρούσαν να πάνε!

Ήταν πρώτες ξαδέλφες οι κοπέλες, οι πατεράδες τους αδέλφια και τα σπίτια τους πολύ κοντά!

Ο Πόπος, ο πατέρας της Μαριέττας, που ήταν ο μεγαλύτερος, παντρεύτηκε με τη Σταθούλα, μια κοπέλα από κοντινό χωριό. Με την προίκα που πήρε, πάντρεψε την αδελφή τους και εκείνος με τη Σταθούλα, έμειναν στο πατρογονικό σπίτι με τους γονείς. Στους αρραβώνες του Πόπου, ο μικρότερος αδελφός του ο Αλέκος, γνώρισε την Άννα, φιλενάδα της Σταθούλας. Νέα και ωραία κοπέλα, από καλό σπίτι και με σχετικά καλή προίκα σε μετρητά, είχε όλα τα προσόντα για να καλοπαντρευτεί! Του άρεσε του Αλέκου, έτσι δε δίστασε λίγο μετά να στείλει προξενιό και όταν ήρθε η ώρα για το γάμο, αποφάσισαν να παντρευτούν την ίδια μέρα τα δυο ζευγάρια, μια και οι γαμπροί αδέλφια και οι νύφες πολύ καλές φίλες!

Εν τω μεταξύ, ο Αλέκος έχτισε σπίτι κοντά στο πατρικό, ώστε ούτε τα αδέλφια να χωρίσουν, ούτε οι φιλενάδες! Στους γάμους τους, ήρθαν δύο χωριά σχεδόν! Δεν ήταν συνηθισμένο γεγονός, όχι στο χωριό τους, αλλά σχεδόν πουθενά στο νησί, να παντρευτούν δυο αδέλφια ταυτόχρονα! Τρισευτυχισμένοι όλοι και τα δύο ζευγάρια αλλά και οι τρεις οικογένειες!

Η Μαριέττα και η Αγγελικούλα ήταν τα πρώτα παιδιά των ζευγαριών και γεννήθηκαν με λίγους μήνες διαφορά η μια από την άλλη! Αχώριστες πάντα! Μαζί από τα πρώτα τους βήματα! Αργότερα, μαζί στο Σχολείο, στην ίδια τάξη μαζί στα παιχνίδια, μαζί και στις σκανταλιές! Όσο μεγάλωναν, τόσο πιο όμορφες γινόταν, οι δυο κοπέλες! Μα δεν ήταν μόνο η εξωτερική τους ομορφιά, ήταν και τα ψυχικά τους χαρίσματα! Ευγενικές, πρόσχαρες, πρόθυμες πάντα να βοηθήσουν και στις εσωτερικές δουλειές του σπιτιού, όσο και στις εξωτερικές, όπου μπορούσαν! Πάντα με το χαμόγελο στα χείλη και την καλοσύνη στην καρδιά για όλους γενικά!

Και κορίτσια μετρημένα, χωρίς πολλές απαιτήσεις. Αν επιθυμούσαν κάτι, ξεκινούσαν από τον πατέρα/θείο, Αλέκο. Κάπως πιο διαλλακτικός και συζητήσιμος από τον Πόπο, που μετρημένα τα λόγια του και πριν καλά ακούσει όλη την ερώτηση/κουβέντα, απαντούσε Όχι!

Φυσικά, λίγο μετά, το σκεφτόταν και ο ίδιος και συμφωνούσε με αυτό που του ζήτησαν ή του είπαν. Κρυφογελούσαν τα κορίτσια αλλά και οι Μανάδες τους. Μια μέρα, σε συζήτηση οι δύο φιλενάδες και συννυφάδες, η Σταθούλα και Άννα, αποφάσισαν, να τον αποκαλούν μεταξύ τους «ο κύριος όχι». Με μεγάλη προσοχή μην πάρουν χαμπάρι τα κορίτσια ή άλλος, γιατί θα πρόκυπτε πρόβλημα. Καλός και άγιος ο Πόπος, αλλά και μέχρι έδεκει! Όχι και να τον κοροϊδεύουν πίσω από την πλάτη του, γυναίκα και νύφη!

Πάντως, τόσο ο Πόπος όσο και ο Αλέκος, κοινωνικοί κι φιλικοί άνθρωποι! Τις Κυριακές, πάντα κάπου θα πήγαιναν όλοι μαζί. Και συγγενείς και κουμπαριά και φίλους είχαν. Αλλά και σε ότι πανηγύρι γινόταν στα γύρω χωριά, πάντα θα έδιναν το παρόν! Άσε όπου με τόσα σόγια και παιδιά, άρχισαν εκ νέου οι αρραβώνες, οι γάμοι και τα βαφτίσια, αλλά και οι γνωριμίες!

Η Μαριέττα και η Αγγελικούλα, μεγάλωσαν μεν, αλλά κανένα ενδιαφέρον για παντρειές και τέτοια. Κάτι προξενιά που πήγαν στους γονείς τα απέρριψαν ασυζητητί! Μια χαρά ήταν, δεν βιάζονταν!

Είχε περάσει η Λαμπρή εκείνη τη χρονιά, πλησίαζε και πάλι το πανηγύρι τ΄ Άι Λύπιου. Δηλαδή, ακουστά το είχαν, γιατί από ότι γνώριζαν από το ριζοχώρι τους δεν είχε πάει ποτέ κανένας.

Οι κοπέλες, άρχισαν τα παρακάλια στον Αλέκο, να τις πάει στο πανηγύρι. Ο Αλέκος, αλλά και ο Πόπος, προσπαθούσαν να τους εξηγήσουν, πως καλά-καλά δεν ήξεραν κατά πού πέφτει. Ποτέ δεν είχαν πάει οι ίδιοι, αλλά ούτε και τους γονείς τους θυμούνται να πήγαν ποτέ, οπότε, πρέπει στα αλήθεια να είναι πολύ μακριά. Είχαν ακουστά, ότι είναι κάπου προς τον Καλλιτέρο, μα και τον Καλλιτέρο, από όνομα μόνο τον ήξεραν.

-Τι σας έπιασε εφέτος με το πανηγύρι τ΄ Άι Λύπιου;

-Σε τόσα πανηγύρια πηγαίνουμε κάθε χρόνο, στα γύρω χωριά, δεν σας φτάνουν;

Μα οι κοπέλες επέμεναν, με παρακάλια με γαλιφιές, έβαλαν μπροστά τα μεγάλα μέσα, τους κανάκευαν, τους μαγείρευαν λιχουδιές, το καφεδάκι τους πάντα να τους περιμένει τη σωστή ώρα και άλλα τέτοια.

Από τα πολλά τους παρακάλια και τα λόγια τους που δεν έπαυαν όλη μέρα, ενέδωσε ο Αλέκος και υποσχέθηκε να ρωτήσει να μάθει κατά πού πέφτει και να πάνε!

Χαρές χαρούδια και ετοιμασίες τα κορίτσια! Τι θα φορέσουν, πώς θα χτενίσουν τα ωραία τους μαλλιά, τι παπούτσια να βάλουν γιατί άκουσαν πως είναι κατσάβραχα εκεί και άλλα τέτοια. Είχαν κάμποσες βέστες [:φουστάνια από ύφασμα] που είχαν υφάνει οι Μανάδες στον Αργαλειό. Μία από τις βέστες, άρεσε ιδιαίτερα στις κοπελιές. Φυσικά άλλο χρώμα και σχέδιο της μιας, άλλο της άλλης! Υπολόγιζαν να φορέσουν τα καλά τους καλοκαιρινά παπούτσια μα σκεπτόμενες τα κατσάβραχα συν το γεγονός ότι έβρεχε κάμποσες μέρες τώρα και θα υπάρχουν λάσπες, αποφάσισαν να φορέσουν κάτι ωραία μποτάκια που ήταν κλειστά.

Για κακή τους τύχη, γλίστρησε και έπεσε από τα πόδια του ο Αλέκος, κάμποσες μέρες πριν, στραμπούλισε άσχημα το πόδι του, αδύνατο να φορέσει παπούτσια. Οι κοπελιές, έκλαιγαν απαρηγόρητες, κρυφά να μην τις πάρουν χαμπάρι οι μεγάλοι όπου αντί να στενοχωριούνται για τον πατέρα και θείο εκείνες το μυαλό τους στο πανηγύρι!

Πέρασαν δυο-τρεις μέρες, συνήλθε κάπως το πόδι του Αλέκου, αλλά ασφαλώς, αδύνατον να φορέσει παπούτσι ή να ζέψει κάρο. Οι κοπέλες, όμως, δεν τόβαλαν κάτω. Άρχισαν τα παρακάλια στον Πόπο, σιγοντάριζε και ο Αλέκος από κοντά, κάπως άρχισε να λυγίζει ο Πόπος!

Κάποια στιγμή, ενδίδει ο Πόπος, αλλά βάζει έναν όρο:

-Θα σας πάω στο πανηγύρι, με έναν όρο.

-Ό,τι θέλεις μ΄ ένα στόμα οι δυο κοπέλες.

-Θα μαζέψετε και θα κάψετε όλα τα κλαδιά και τις τσίμες που έχουν μείνει στο Λιοστάσι.

Τι να κάμουν τα κορίτσια, δέχονται και σκοτώθηκαν μια ολόκληρη μέρα να μαζεύουν να κάνουν δεμάτια τα ξύλα να τα καίνε και να συμμαζεύουν!

Υποχρεωτικά ο Πόπος, δεν μπορούσε πια να αρνηθεί τη συμφωνία. Έτσι την Κυριακή το πρωί, με βαριά καρδιά ο Πόπος και ολόχαρες και λάμποντας από ομορφιά οι κοπέλες, έτοιμες να ξεκινήσουν!

Κι εκεί που περίμεναν ότι θα ζέψει το άλογο στο κάρο, εκείνος με τη δικαιολογία ότι άκουσε πως ο δρόμος πολύ ανώμαλος και δύσκολο να περάσει κάρο από κάποια σημεία, καβαλάει τον γάιδαρο και τους λέει:

-Κοπέλες γερές και δυνατές είσαστε, θα περπατήσετε εσείς.

Τι να κάνουν τα κορίτσια, το στρώνουν στον ποδαρόδρομο κι ο Πόπος καβάλα στο Γάιδαρο.

Ατελείωτος τους φάνηκε ο δρόμος, πήγαιναν- πήγαιναν και δεν έλεγε να φτάσουν. Θα πρέπει να περπατούσαν για πάνω από ώρα όταν από μακριά αντίκρυσαν πάνω ψηλά το εκκλησάκι τ΄ Άι Λύπιου! Φυσικά, ούτε ταμπούρλα ούτε τίποτα δεν άκουγαν, αλλά υπέθεσαν πως οφείλεται στην απόσταση!

Σε κάποιο σημείο ο δρόμος ήταν σαν Τ, όπου έπρεπε να πάνε αριστερά ή δεξιά. Πιο πέρα είχε ένα μαγαζάκι και κάθονταν κάμποσοι άνδρες εκεί.

-Κρατείστε το ζωντανό μη φύγει και πάω να ρωτήσω κατά πού να στρίψουμε.

Περιμένουν, περιμένουν οι κοπέλες, τίποτα να γυρίσει ο Πόπος. Βλέπουν από μακριά να έχει πέσει σε μεγάλη συζήτηση. Αρχίζουν να ανησυχούν, γιατί δεν ξέρουν τι συμβαίνει. Κάποια στιγμή, τον βλέπουν να γυρίζει με το κεφάλι κάτω και πολύ σκυθρωπό ύφος. Φτάνοντας, καβαλάει το ζώο και με ύφος απότομο και θυμωμένο λέει

-Γυρίστε πίσω, δεν πάμε πουθενά.

Πάγωσαν οι κοπέλες και φοβόνταν να ρωτήσουν γιατί ή τι συνέβη στο μαγαζί που πήγε να ζητήσει οδηγίες. Αμίλητος κι απλησίαστος ο Πόπος. Οι κοπέλες φοβερά κουρασμένες, υπολόγιζαν ότι φτάνοντας στην εκκλησία, θα μπουν να προσκυνήσουν και να ξεκουραστούν λίγο σε κάνα στασίδι. Τώρα, με τι κουράγιο μπρος πίσω πάνω από μία ώρα δρόμο ξανά;

Ο Πόπος συνεχίζει βλοσυρός και αμίλητος, αμολώντας και καμιά βρισιά κάθε τόσο.

-Βρε, τι θα πάθαινα για να ακούω εγώ τα θηλυκά! Καλά έλεγα όχι εγώ τόσα χρόνια. Μα πού να πάει ο νους μου και πού να περιμένω αυτά που άκουσα;

Οι κοπέλες καίγονται να μάθουν τι συμβαίνει, μα πού να τολμήσουν να ρωτήσουν. Κάποτε, κατάκοπες από τόση ταλαιπωρία, πικραμένες που σχεδόν έφτασαν στο πανηγύρι μετά από τόσα παρακάλια και τόσο κόπο να καίνε κλαδιά ολόκληρη μέρα και πάνω από δύο ώρες ποδαρόδρομο να γυρίσουν άρον άρον πίσω και το χειρότερο, να μη γνωρίζουν τι είπαν του Πόπου στο μαγαζί!

Το μυστήριο λύθηκε την επόμενη μέρα. Όταν πλησίασε ο Πόπος στο μαγαζί και μετά τις καλημέρες και τα λοιπά, είπε ότι πάει με την κόρη και την ανιψιά του στο πανηγύρι του Άι Λύπιου, απόρησαν όλοι!

-Φαίνεσαι σοβαρός άνθρωπος, του λέει ένας γέρος, το σκέφτηκες καλά αυτό που πας να κάνεις;

Απόρησε ο Πόπος:

-Τι εννοείς μπάρμπα, τι συμβαίνει; Δεν έχω έρθει ποτέ σε αυτά τα μέρη, γιατί το λες αυτό;

Εκεί, ανέλαβε το λόγο ο μαγαζάτορας, πιο νέος λέγοντας του:

-Στον Άι Λύπιο στο πανηγύρι, οι κοπέλες οι καλές δεν πάνε, παρά μόνο υπό αυστηρή επιτήρηση «ως νυφοπάζαρο» να προσκυνήσουν και να φύγουν αμέσως.

Γιατί κατά την παράδοση, γίνονταν εκεί οι επιδείξεις των επιβητόρων ίππων.

-Κανένας πατέρας, άντρας η αδελφός δεν πηγαίνει σε τέτοια θεάματα τα θηλυκά του!

Κόκκαλο ο Πόπος ακούγοντας τέτοια πράγματα! Γι αυτό πήρε τα θηλυκά του κι όπου φύγει-φύγει!

Αυτά όλα, τα χρόνια τα παλιά! Όμως, αναρωτιέμαι, μήπως και στα δικά μου νεανικά χρόνια είχαν μείνει κατάλοιπα κακοφημίας και γι’ αυτό, μολονότι μέναμε Μπόχαλη και χώρα, όχι μόνο εμείς δεν πήγαμε ποτέ, αλλά ούτε θυμάμαι γνωστούς και γείτονες ν’ αναφέρουν ποτέ ότι πήγαν στο πανηγύρι του Άι Λύπιου;

Ευτυχώς και άλλαξαν τα πράγματα πια και από ό,τι γνωρίζω, το πανηγύρι σήμερα είναι πολύ δημοφιλές και συγκεντρώνει πολλούς προσκυνητές και πανηγυριώτες!

δ.μ.






Δεν υπάρχουν σχόλια: