e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Το ΝΥΧΘΗΜΕΡΟΝ έχει γενέθλια: 15 χρόνια καθημερινότητας

Το ΝΥΧΘΗΜΕΡΟΝ έχει γενέθλια: 15 χρόνια καθημερινότητας
Κάντε κλικ στην ανωτέρω αφίσα για να δείτε όλες τις επετειακές δημοσιεύσεις για τα 15χρονα του ΝΥΧΘΗΜΕΡΟΝ

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Κυριακή 29 Μαΐου 2022

"Με το φρόνημα της τυφλότητας" - Κυριακή του Τυφλού

Γράφει ο π. Βασίλειος Αργυριάδης 

«Φῶς εἰμι τοῦ κόσμου», ακούσαμε σήμερα τον Χριστό να λέει στους μαθητές Του. Κι η σημερινή ευαγγελική περικοπή είναι αφιερωμένη σ’ αυτό ακριβώς, στο φως του κόσμου που είναι ο Χριστός και που χαρίζει ο Χριστός. Γι’ αυτό και Τον βλέπουμε σήμερα να δίνει σε έναν εκ γενετής τυφλό τόσο το σωματικό όσο και το ψυχικό φως. Κι επειδή ακριβώς πρόκειται για μια συνολική, ψυχοσωματική παρέμβαση του Κυρίου, η περικοπή μάς μιλά κατ’ ουσίαν για τη δημιουργία και την ανακαίνιση του ανθρώπου από τον αναστημένο Χριστό.

«Φῶς εἰμι τοῦ κόσμου». Όπως στη διήγηση της Γενέσεως, μία από τις πρώτες εντολές του Θεού είναι να λάμψει το φως (Γεν. 1,3), έτσι και στη σημερινή περικοπή, μία από τις πρώτες κουβέντες του Κυρίου είναι για το φως. Κι όπως στη διήγηση της Γενέσεως ο Θεός παίρνει χώμα και δημιουργεί τον άνθρωπο (Γεν. 2,7), έτσι και στη σημερινή περικοπή, ο Ιησούς παίρνει χώμα από τη γη και θεραπεύει τον εκ γενετής τυφλό. Κι έτσι, ο ευαγγελιστής Ιωάννης, μ’ αυτό τον λεπτό συμβολισμό, θέλει να μας επισημάνει πως ο αναστημένος Χριστός είναι η συνέχεια και η ολοκλήρωση της δημιουργίας, είναι το τέλος και η θέωσή της. Δεν είναι απλά μια πηγή φωτός σαν τον ήλιο, αλλά ένα φως πάνω απ’ αυτόν, ένα φως άκτιστο που διεμβολίζει την κτιστότητα και γίνεται ζωή της, καταυγάζει τον άνθρωπο εσωτερικά και εξωτερικά και κρίνει τον κόσμο. Στο γεγονός του σημερινού θαύματος κρίνονται οι πάντες, μας λέει η περικοπή. Γι’ αυτό και βλέπουμε ότι ο ευαγγελιστής Ιωάννης δημιουργεί μια τόσο εκτεταμένη διήγηση, προκειμένου να δείξει σε αλλεπάλληλες σκηνές πως απέναντι στο φως του κόσμου είναι όλοι υποχρεωμένοι αναπόδραστα να πάρουν θέση.

Οι πρώτοι που τοποθετούνται απέναντι στον θεραπευμένο άνθρωπο είναι οι «οἱ γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον», εκείνοι που καθημερινά τον έβλεπαν να ζητιανεύει κοντά τους («καθήμενος καὶ προσαιτῶν»). Αυτοί απορούν. Κάνουν ερωτήσεις — «είναι τάχα ο τυφλός που ξέραμε ή δεν είναι αυτός»; Ο ίδιος τους διαβεβαιώνει, αλλά μοιάζουν να μην πείθονται ολότελα. Η στάση τους είναι η στάση των φιλοπερίεργων ανθρώπων. Στέκονται, αναρωτιούνται, θαυμάζουν κάπως, συζητούν και ξανασυζητούν… Θυμίζουν τους ανθρώπους μπροστά στις κρεμασμένες εφημερίδες των περιπτέρων: διαβάζουν τίτλους, απορούν για το περιεχόμενο των αθέατων άρθρων, μονολογούν, πιάνουν κουβέντα μεταξύ τους, αλλά στο τέλος όλοι θα συνεχίσουν τον δρόμο τους. Κατ᾽ ουσίαν, αδιαφορούν. Ό,τι έγινε τούς ακούμπησε σ’ ένα επίπεδο επιφανειακό. Μέσα τους έμειναν ανέγγιχτοι. Μετά τις ερωτήσεις τους, τα ίχνη τους σβήνουν στην περικοπή.

Οι δεύτεροι που τοποθετούνται απέναντι στο γεγονός είναι οι Φαρισαίοι. Αυτοί δεν αδιαφορούν, αλλά οργίζονται. Στην αρχή προσπαθούν να αρνηθούν το θαύμα, μα όταν διαπιστώνουν πως δεν μπορούν —οι γονείς του θεραπευμένου δεν αφήνουν περιθώρια— στρέφονται ενάντια στον Χριστό: «οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ». Δεν αρνούνται το θαύμα, αρνούνται το φως του κόσμου. Οι διατάξεις του Νόμου έχουν μεγαλύτερη σημασία γι’ αυτούς. Είναι οι εγγυητές του Νόμου, άρα κάθε υπέρβασή του είναι αμφισβήτηση της εξουσίας τους. Αν το φως του κόσμου είναι υπέρτερο από τον δικό τους Νόμο, τότε οι ίδιοι μένουν μετέωροι. Η άρνηση του Χριστού είναι γι’ αυτούς μονόδρομος. Θέλουν να διατηρήσουν τη θέση τους, την ισχύ και το κύρος τους.

Οι τρίτοι που τοποθετούνται απέναντι στο περιστατικό είναι οι γονείς του εκ γενετής τυφλού. Στη στάση αυτών δεν υπάρχει αδιαφορία ή άρνηση, υπάρχει φόβος — «ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους». Γνωρίζουν το θαύμα, το παιδί τους θεραπεύτηκε. Όμως δεν έχουν το κουράγιο να γίνουν μάρτυρες του φωτός. Αυτό που ήταν οι ίδιοι πριν δεν μπορούν να το αφήσουν για να συνταχθούν πλάι σε κάτι νέο.

Αυτές τις αντιδράσεις του κόσμου απέναντι στο φως, ο ευαγγελιστής μάς τις αφηγείται σαν αλλεπάλληλα κύματα. Και μέσα στα κύματα παλεύει ο θεραπευμένος πρώην τυφλός: στέκει μάρτυρας του θαύματος απέναντι στους αδιάφορους˙ υπερασπίζεται το φως απέναντι στους αρνητές˙ δεν υιοθετεί τη φοβική στάση των δικών του, αλλά αντιμετωπίζει με θάρρος το ενδεχόμενο αποπομπής του από τη Συναγωγή («ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται»). Παρόλα αυτά, δεν φαίνεται να έχει εξαρχής επίγνωση του Χριστού. Κάτι χτίζεται μέσα του προοδευτικά. Η πορεία του μοιάζει πως είναι μια πορεία σταδιακής προκοπής: αρχικά, ονομάζει τον Κύριο «ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς»˙ στη συνέχεια, διατείνεται «ὅτι Προφήτης ἐστίν»˙ στο τέλος, όταν τον ξανασυναντά ο Χριστός, αξιώνεται να Τον πιστέψει ως «Υἰὸν Θεοῦ».

Οι σύγχρονοι χριστιανοί, όλοι εμείς, αναρωτιόμαστε συνήθως σε ποια κατηγορία από τις παραπάνω ανήκουμε, ποια είναι η κατάστασή μας. Είμαστε αδιάφοροι; Μήπως αρνητές ή φοβικοί; Ή μήπως η ζωή μας είναι μια μαρτυρία για το φως του κόσμου; Το πιο πιθανό είναι πως είμαστε κάτι απ᾽ όλα αυτά. Κάποτε λιγότερο, κάποτε περισσότερο. Κάποιοι έτσι, άλλοι αλλιώς — οι ζωές των ανθρώπων δεν είναι μονοσήμαντες, η πνευματική κατάσταση καθενός περνά διακυμάνσεις και εναλλαγές. Όμως, όσο κι αν έχει σημασία για όλους μας μια τέτοια διερώτηση, ίσως αξίζει περισσότερο, το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα να γίνει αφορμή για να σκεφτούμε δύο πράγματα: πως το φως στον άνθρωπο το δίνει ο ίδιος ο αναστημένος Χριστός και πως απέναντί Του δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να στεκόμαστε με το φρόνημα της τυφλότητας. Απέναντι στο φως που είναι Εκείνος, εμείς είμαστε ένα τίποτα, κάτι πιο λίγο κι από το τίποτα, σαν τον τυφλό της περικοπής που του έλειπε ακόμα και το όργανο του οφθαλμού. Έχουμε αξιωθεί, έστω με το μυαλό μας, να γνωρίσουμε πως Εκείνος είναι το φως΄ κι έχουμε κληθεί να γίνουμε απεσταλμένοι Του, όπως κι ο τυφλός της σημερινής περικοπής («ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται, ἀπεσταλμένος»). Μα η ζωή μας είναι ακόμα εν πορεία. Άλλοτε πέφτουμε σε αδιαφορία, άλλοτε αρνούμαστε να σταθούμε μπροστά Του χωρίς το «κύρος» και τη «θέση» μας, χωρίς τις ψευτοάμυνες της «ισχύος» μας. Άλλοτε φοβόμαστε τι αλλαγή μπορεί να φέρει στη ζωή μας η ολόκαρδη αποδοχή Του. Αν κάτι πρέπει λοιπόν να μας βάλει να σκεφτούμε η σημερινή περικοπή είναι η αναγκαιότητα του φρονήματος της τυφλότητας: να στεκόμαστε μπροστά Του γυμνοί κι ανυπεράσπιστοι, με επίγνωση πως Εκείνος είναι τα πάντα, το φως μέσα κι έξω μας. Να στεκόμαστε σαν τυφλοί, «παρ’ ἐλπίδα ἐπ’ ἐλπίδι» πιστεύοντες (Ρωμ. 4,18), μ’ αυτό που έρχεται αθέατο, ανοιχτοί στο απρόσμενο, χωρητικοί στην έκπληξη, εδραίοι στην υπομονή.

Είναι όμορφα όλα αυτά τα λόγια, θα πει κανείς, μας πώς γίνονται πράξη; Πώς παραιτείται κανείς από τον εαυτό του, για να αφεθεί στο φως του Χριστού, που είναι η νέα δημιουργία του κόσμου; Η απάντηση στο ερώτημα είναι όλο αυτό που παλεύει να είναι η ζωή του χριστιανού μέσα στην Εκκλησία. Αν παλεύουμε να βάλουμε τη ζωή μας σε μια τάξη, από τα πιο απλά και εύκολα (ας πούμε, την τροφή, μέσω της νηστείας), μέχρι τα πιο σύνθετα και δύσκολα (την τήρηση του νου μας από κάθε εφάμαρτο λογισμό), είναι γιατί η εμπειρία της Εκκλησίας διδάσκει πως έτσι μαθαίνουμε τον εαυτό μας να στέκει μπροστά Του γυμνός και παραδομένος. Αν παλεύουμε να κάνουμε κέντρο μας τις ανάγκες των διπλανών μας και να γινόμαστε βαστάζοι των δικών τους φορτωμάτων, είναι για να κρατάμε τη ζωή μας βυθισμένη στην εκούσια τυφλότητα μπροστά Του. Αν πασχίζουμε να περιστρέφουμε την καθημερινότητά μας γύρω από σταθερά σημεία προσευχής (πρωί και βράδυ), είναι για να κάνουμε τον εαυτό μας να νιώσει το δικό μας σκοτάδι και να ποθήσει το δικό Του φως.

Με το φρόνημα της τυφλότητας κάνουμε δοχή στο φως. Γι’ αυτό κι ένας άγιος της Εκκλησίας μας προσευχόταν «Κύριε, φώτισόν μου το σκότος». Είχε φρόνημα τυφλότητας. Αλλά ήξερε πως τα δοχεία της τυφλότητας είναι που αξιώνονται το φως.

Δεν υπάρχουν σχόλια: