e-περιοδικό της Ενορίας Μπανάτου εν Ζακύνθω. Ιδιοκτήτης: Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Καποδίστριας (pakapodistrias@gmail.com), υπεύθυνος Γραφείου Τύπου Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου. Οι δημοσιογράφοι δύνανται να αντλούν στοιχεία, αφορώντα σε εκκλησιαστικά δρώμενα της Ζακύνθου, με αναφορά του συνδέσμου των αναδημοσιευόμενων. Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Τα νεότερα στα θεματικά ένθετα

Τρίτη, 14 Μαΐου 2019

Νύχτα Γάμου


Γράφει η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ

Ωραίος γάμος Νικολέττα μου, δεν μπορείς να πεις! Ούλα πλούσια, η νύφη πολύ όμορφη μα και ο γαμπρός λεβέντης. Πρώτη φορά είδαμε τόσο ωραίο νυφικό! Η εκκλησία στολισμένη με φιόρα και μερτίες χάμου! Κάτι λαμπάδες ίσια με το μπόι του γαμπρού μ' ένα σωρό στολίδια απάνου! Κι ο δίσκος που εβάλανε τα κουφέτα ατόφιο ασήμι σου λέει! Λένε, πως τον παράγγειλε ο γαμπρός στο Παρίσι!
Μα και οι μπομπονιέρες, πολύ σπάνιες! Και όχι μία για την κάθε φαμελιά αλλά μία για τον κάθε καλεσμένο! Και πρέπει να είμαστε πάνω από 200 νομάτοι!
Άσε πια εκείνες τσι παντόλες και τσι ορτζάδες! Να, κάτι μπουκούνια! Και τα ποτήρια με τσι ορτζάδες, όχι τα μικρά, λες κι είναι γυαλόρακα που βάνουν συνήθως, μεγαλύτερα κι από νεροπότηρα! Λες, μωρή Μαριέττα, να τά 'φερε κι εφτούνα από τα Παρίσια;
Μπορεί Νικολίτσα μου.
Ρέσινα, τραπεζομάντηλα τση κόλας σε τόσα τραπέζια, θα ΄χανε μείνει από τα προικιά τση κοντέσας φαίνεται. Και να κάτι πιατίες, να χορταίνουν δύο νοματαίοι όχι ένας! Μωρή ακούς τι λέγανε στο μαγαζί τσι προάλλες; Ότι οι περισσότεροι άνδρες δεν θα φάνε από την προηγούμενη μέρα ούτε και ανήμερα για να μπορούνε να φάνε καλά στο γάμο!
Μα και τα γλυκά! Πάστες σοκολατίνες κι άλλες με κρέμα για ούλους μας! Μπερκέτια!
Άσε που είναι και γραμματιζούμενος ο γαμπρός! Κοτζάμου γιατρός! Μεγάλος επιστήμονας! Κι απ΄ ότι λένε είναι πολύ καλός γιατρός κι όχι κανένας ψηλομύτης. Και τσου άπορους τσου κοιτάζει και δεν παίρνει δραμή!
Ε, εδώ που τα λέμε Νικολίτσα μου, το σόι τση κοντεσίνας εξίνιζε ένα τσουρούλι τα μούτρα, σού 'χανε ένα ύφος! Α, πα πα πα.
Τήρα να σου πω Μαριέττα μου, και τση νύφης τα μούτρα δεν ήταν καλύτερα! Ετήραγε ίσια μπροστά, ούτε που έσκασε τ΄ αχείλι τσης ένα χαμόγελο έτσι για τα μάτια του κόσμου! Λες και την πηγαίνανε για κρεμάλα κι όχι πως επήρε τέτοιο λεβέντη!
Γλέπεις ο ένας συμπέθερος ήθελε νύφη από τζάκι κι ας μην είχε βρακί στον πισινό τσης, (λένε πως ο γιος του την είχε ερωτευτεί από μικρός για αυτούνο την εγύρεψε ο πατέρας του), κι ο άλλος ήθελε λεφτά όχι μόνο γιατί δεν είχε ορπίδα να παντρέψει την κοντεσίνα του με ό,τι εφόριε, αλλά και να βολευτούνε κι εκείνοι, όπου α δεν τσούχανε μείνει οι δύο γέροι σέμπροι που ήτανε στη δούλεψη τσους πάππου προς πάππου όπως κι οι γονέοι τσους κι από λύπηση τσου δουλεύανε εκειό το λιοστάσι που τσού 'μενε χωρίς εκείνοι να βαστάνε τίτοτσις για πάρτη τσους, θα λέγανε το ψωμί ψωμάκι οι αρχόντοι.
Γλέπεις, τσού 'πεσε λίγο ο Λορέντζος! Με τόση περιουσία και πλούτια που ούτε στον ύπνο τσους δεν τα είδανε ποτέ τσους. Τσούμεινε το σαράβαλο το αρχοντικό που έτσι και δεν έβανε τόσα λεφτά ο πατέρας του Λορέντζου να το ποροπιάσουν αντίς εδέσανε το γάμο, με τα πολλά νερά ούλο το χειμώνα θά 'χε βουλιάξει και θά 'μεναν στο δρόμο! Να σου πως εγώ μετά τι θα γενότανε και τι θα την κάνανε την Κιάρα! Μωρέ, ντεμενάδες έπρεπε να κάνουν στον συμπέθερο και στο γαμπρό, αλλά και στον προξενητή! Όμορφη και καλή κοπέλα βέβαια, να το λέμε κι αυτό! Νάναι στεριωμένοι και να αποκτήσουν και σερνικά, γιατί γλέπεις κι ο Λορέντζος μοναχογιός και μοναχοπαίδι!
Έτσι συνέχιζαν την κουβέντα τους οι δυο γυναίκες αντίς εσκόλασε ο γάμος και το τραπέζι αλλά και το γλέντι κι επηγαίνανε σπίτι τους, μπροστά οι άντρες πίσω αυτές.
Κι εδώ που τα λέμε, δεν είχαν άδικο. Τόσο η νύφη όσο και το σόι της και στην εκκλησία καθίσανε χωριστά, αριστερά το σόι του γαμπρού και δεξιά της νύφης, αλλά και στο γεύμα αργότερα από τη μία μερία τα τραπέζια με το ένα σόι κι από την άλλη αυτά με το άλλο σόι, το παρακατιανό. Αλλά και στο γλέντι σαν άρχισαν να παίζουν τα όργανα ένα χορό του γάμου ντόπιο, με το ζόρι σηκώθηκε η νύφη κι οι δικοί της! Μούδιασαν και οι άλλοι και δίσταζαν να σηκωθούν, μέχρι που σηκώθηκε ο πατέρας του Λορέντζου με το ποτήρι στο χέρι και-
Σήμερα παντρεύω το Λορέντζο μου το μοναχοπαίδι μου, με την όμορφη Κιάρα. Σήμερα σμίγουνε οι φαμελιές μας και γινόμαστε συγγενείς! Άντε λοιπόν, στην υγειά του γαμπρόνυφου! Συμπέθερε, συμπεθέρα, να μας ζήσουν τα παιδιά μας και να μας κάνουν πολλά εγγόνια! Άντε εβίβα! Σήκωσαν όλοι τα ποτήρια κι ευχήθηκαν στους νιόπαντρους, σηκώθηκε και το αρχοντόσογο και κάτι το κρασί κάτι για να ζεσταθεί λίγο η ατμόσφαιρα, ήπιανε και τραγούδησανε και μπήκανε όλοι στις Καντρίλιες, στο Γυαργητό κι αργότερα στο φοξαγκλέ, βαλς και ταγκό!
Μόνο η Κιάρα κράταγε ακόμα τουπέ με τη μύτη ψηλά, αλλά χόρεψε με τον γαμπρό κι αυτή!
Όπως συνήθως, κόπασε ο ντόρος και τα σχόλια για το γάμο, μετά από λίγο. Βρήκαν άλλα να συζητούν οι γυναίκες στις γειτονιές και οι άνδρες τα βράδια στο μαγαζί και η ζωή μπήκε στην παλιά της ρουτίνα.
Λίγους μήνες μετά το γάμο, ο Λορέντσος προς έκπληξη όλων στο νησί, έκλεισε το ιατρείο του στη Χώρα κι έφυγε με την Κιάρα για την Αθήνα!
-Ε, μεγαλοπιάστηκε κι αυτός γλέπεις, είπαν οι πολλοί
Άλλοι, πάλι, έριξαν την ευθύνη στην Κιάρα.
- Τι ανάγκη έχει αυτή πια! Ας είν' καλά τα λεφτά του πεθερού. Άσε που κι ο γιατρός βγάζει λεφτά με την σέσουλα!
Τέτοια λέγανε απογοητευμένοι οι περισσότεροι νησιώτες πελάτες του Λορέντζου. Εκείνοι που ήταν απαρηγόρητοι, όμως, ήταν οι φτωχοί και οι άποροι όπου τους κουράριζε τσάμπα ο Λορέντζος.
Όμως, κάθε θαύμα τρεις μέρες. Με το πέρασμα του χρόνου, ξεχάστηκε ο Λορέντζος ξεχάστηκε και η Κιάρα! Ήρθε άλλος Γιατρός, ξένος, και μπήκε στ' αυλάκι το νερό! Εκείνα τα χρόνια, πολύ μεγάλες οι αποστάσεις και τα ταξίδια κουραστικά και δύσκολα! Υπήρχαν άνθρωποι, που έφυγαν για μόνιμη εγκατάσταση στην Αθήνα και περνούσαν 10-15 χρόνια για να πάνε πίσω στην Ζάκυνθο. Κι αν πήγαιναν, σπάνια πήγαιναν για ταξίδι αναψυχής. Ήταν δύσκολα χρόνια. Τις «διακοπές», δεν τις γνώριζαν ούτε σαν λέξη, κι αν την είχαν ακούσει αγνοούσαν ακόμα και το νόημα της! Οι μεν νησιώτες πήγαιναν στην κάπως κοντινή Πάτρα ή στην μακρινή Αθήνα για λόγους υγείας και μόνο, οι δε Αθηναίοι, θα πήγαιναν στο νησί, συνήθως για οικογενειακούς λόγους, για να τακτοποιήσουν τα κληρονομικά με τον θάνατο των γονιών και τέτοια.
Έτσι κυλούσε η ζωή. Μεσολάβησε ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, πέθανε από τις κακουχίες ο Κόντες κι η Κοντέσα που ήταν πολύ μεγάλοι στην ηλικία και δεν άντεξαν στην πείνα και στις μεγάλες στερήσεις. Λίγα χρόνια μετά ακολούθησαν οι καταστρεπτικοί σεισμοί και πυρκαγιά του 1953, γκρεμίστηκαν οι ετοιμόρροποι πύργοι των αρχόντων γκρεμίσθηκαν και τα πλουσιόσπιτα των λεφτάδων όπως οι γονείς του Λορέντζου και πολλοί άλλοι, αφανίστηκαν και τα φτωχόσπιτα των πολλών. Ισοπεδώθηκε το νησί, ισοπεδώθηκαν και οι άνθρωποι και χωρίστηκαν σε κείνους που μαθημένοι στην ανέχεια επέζησαν κάπως κι είχαν τα ελάχιστα που χρειάζονταν για να επιβιώνουν και σε κείνους που βρήκαν τρόπο, ως συνήθως, να εκμεταλλευτούν την κατάσταση. Γεγονός όμως πως πλούσιοι, φτωχοί, διανοούμενοι κι αναλφάβητοι, στην ίδια ουρά με το τενεκεδάκι στο χέρι για το μεσημεριανό συσσίτιο!
Ούτε που θυμόταν πια κανείς το Λορέντζο και την Κιάρα. Πάντως, είχε μαθευτεί στο νησί πως δεν απόχτησαν παιδιά, προς μεγάλη απογοήτευση τόσο των Κόντηδων γονιών της Κιάρας, όσο και των γονιών του Λορέντζου! Ακόμα, η φήμη του γιατρού είχε εξαπλωθεί πολύ μακριά από την Αθήνα. Όχι μόνο σαν καλός επιστήμονας, αλλά και ως άνθρωπος! Η αμοιβή του πολύ λογική και οι φτωχοί δεν πλήρωναν ποτέ!
Ήταν κάμποσα χρόνια μετά τους σεισμούς, όταν επέστρεψε στην Ζάκυνθο ο Λορέντζος μόνος του! Η Κιάρα είχε πεθάνει από χρόνια κι εκείνος σε βαθιά γεράματα χωρίς παιδιά παρά δύο μακρινά ανίψια, που από ανθρωπισμό αλλά και συμφέρον, γιατί είχε λεφτά ο πρώην γιατρός, ανέλαβαν να τον παίρνουν έξη μήνες ο καθένας, εκ περιτροπής και να τον φροντίζουν, εφόσον είχαν εξασφαλίσει προκαταβολικά την «οικονομική αποζημίωση».
Ο γέρο-Λορέντζος θα είχε περάσει τα 90, όταν μια μέρα εξομολογήθηκε σ' ένα 17χρονο κορίτσι «το μεγάλο μυστικό της ζωής του»! Ήταν γειτονοπούλα που την έβλεπε σαν εγγονή του κι εκείνη τον συμπαθούσε πολύ. Πήγαινε και του έκανε παρέα του έλεγε τα νέα του μικρού κόσμου του νησιού και του διάβαζε την εφημερίδα, γιατί η όραση του πολύ φτωχή και δεν μπορούσε να διαβάσει. Ήταν καλό και φιλικό γεροντάκι και η κοπέλα γνώριζε ποιος ήταν.
Ο γέρο-γιατρός, απέσπασε το λόγο της ότι δεν θα μιλούσε σε κανέναν όσο ζούσε εκείνος και μόνο όταν μεγάλωνε πολύ η ίδια, τότε και μόνο τότε θα μπορούσε να γράψει την ιστορία του, γιατί διάβαζε τα τετράδια εκθέσεών της κι ήταν σίγουρος πως κάποια στιγμή θα έπιανε σοβαρά την πέννα στο χέρι!
(…)
Αφού τελείωσε το μεγάλο γλέντι του γάμου, που κράτησε μέχρι αργά τη νύχτα και με τις ευχές όλων, δικών και ξένων, η Κιάρα κι εγώ, αποσυρθήκαμε από την παρέα μπήκαμε στην άμαξα που περίμενε και πήγαμε στη χώρα όπου ο πατέρας μου μας είχε χτίσει ένα πολύ ωραίο δίπατο σπίτι επιπλωμένο με γούστο και με όλα τα νοικοκυριά του, γιατί οι γονείς της Κιάρας τα μόνα προικιά που μπόρεσαν να της δώσουν ήταν τα ελάχιστα που είχαν απομείνει. Χειροποίητα, κεντημένα ασπρόρουχα της κοντέσας κάτι σερβίτσια και το νεανικό της γραφείο.
Φυσικά όλα αυτά δεν είχαν σημασία για μένα, εγώ την Κιάρα την είχα ερωτευτεί από παιδί, αλλά δεν τολμούσα ούτε να ονειρευτώ πως θα γινόταν γυναίκα μου! Νιώθαμε κάπως άβολα κι αδέξια κι οι δυο μας, γιατί μέχρι τότε δεν είχαμε και μεγάλη οικειότητα, αφού άλλα χρόνια εκείνα και ποτέ δεν μείναμε μόνοι μας.
Την πλησίασα δειλά, και προσπάθησα να της χαϊδέψω τα ωραία μακριά, κυματιστά μαλλιά της που έφταναν κάτω από την μέση της. Τραβήχτηκε απότομα και με κοίταξε με περιφρόνηση. Ποιος να το περίμενε, είπε, πως η Κοντεσίνα Κιάρα, το μοναχοπαίδι και χαϊδεμένη του μεγάλου Κόντε Λανώτη με το όνομα, θα ξέπεφτε τόσο, ώστε να παντρευτεί ένα γιατρουδάκι, εγγονό του λαδέμπορου, που στα νιάτα του ήταν σέμπρος του μακαρίτη του Νόνου μου!
Έμεινα αποσβολωμένος! Δεν πίστευα στα αυτιά μου! Δεν είπα λέξη… Πώς να αντιδράσεις σε τέτοια χοντρή προσβολή; Πήγα κι έστρωσα να κοιμηθώ στον ξενώνα, που έγινε και η μόνιμη κρεβατοκάμαρα μου όσο μείναμε στο νησί. Δεν είπα κουβέντα.
Την επόμενη Κυριακή, πήγαμε στους γονείς της που μας είχαν τραπέζι για τα παραδοσιακά «επιστρόφια». Εκεί, χωρίς να εκθέσω πολύ την Κιάρα, εξήγησα στους γονείς της, (ήμαστε οι τέσσερις μας μόνο) ότι ο γάμος μας έμεινε λευκός από επιλογή της Κιάρας. Ευχαρίστως θα της παραχωρούσα διαζύγιο, αναλαμβάνοντας όλη την ευθύνη και προσφέροντάς της γενναιόδωρη διατροφή δια βίου. Ο μόνος όρος που έθεσα, να μην ενημερωθούν ποτέ οι γονείς μου για τους λόγους του διαζυγίου και να μην μαθευτεί ποτέ στο νησί ότι χωρίσαμε ή ότι πήραμε διαζύγιο. Εξήγησα πως αποφάσισα, ναι μόνος μου χωρίς να συμβουλευτώ την Κιάρα, ότι θα αναχωρήσουμε μονίμως για Αθήνα, μικρός ο τόπος στην Ζάκυνθο, δύσκολο να κρυφτεί για πολύ η αλήθεια. Οι γονείς της στενοχωρήθηκαν πολύ και προσπάθησαν να νουθετήσουν την κόρη τους, αλλά τους εξήγησα πως μετά από τέτοια ταπείνωση και προσβολή, η απόφασή μου ήταν αμετάκλητη. Μπορεί οι γονείς μου κι εγώ να μην ανήκαμε στην αριστοκρατία και το όνομα μας να μην ήταν γραμμένο στο Λίμπρο Ντ' Όρο, αλλά είμαστε πολύ έντιμη οικογένεια και είχαμε αξιοπρέπεια και αρχές! Έτσι ζούσαμε και με έμαθαν να σέβομαι τον εαυτό μου και τον συνάνθρωπο. Να χαίρονται τον τίτλο τους, αλλά τέτοιοι τίτλοι με τέτοια ποταπή συμπεριφορά, ακάλυπτη επιταγή!
Ούτε οι γονείς της, αλλά ούτε και η Κιάρα δέχτηκαν να πάρουμε διαζύγιο. Εξήγησα, όμως, ότι θα ζούμε σε χωριστά σπίτια. Μεγάλη η Αθήνα κι εμείς άγνωστοι μεταξύ αγνώστων! Δεν χρειάζονταν εξηγήσεις σε κανέναν! Γεγονός κι οι γονείς μου στενοχωρήθηκαν πολύ που θα φεύγαμε από κοντά τους και δεν καταλάβαιναν τον λόγο, αφού είχαμε όλα τα καλά κι εγώ στρωμένη δουλειά και έχαιρα μεγάλης εκτίμησης από τον κόσμο, όπως και οι ίδιοι. Όμως, με βαριά καρδιά, αποδέχτηκαν την απόφασή μου!
Έτσι, φύγαμε για Αθήνα όπου χαθήκαμε μέσα στο ανώνυμο πλήθος. Κυλούσε ο χρόνος, κυλούσαν τα χρόνια. Είχαμε κρατήσει κάποια επικοινωνία με την Κιάρα και γνώριζε πως θα της στεκόμουν σε ό,τι της συνέβαινε από δω και πέρα. Της στάθηκα όλα τα χρόνια, μέχρι το θάνατό της. Τόσο εκείνη όσο κι εγώ, ζήσαμε μια μοναχική ζωή… κούτσουρα σκέτα!
Αυτή και μόνο είναι η αλήθεια! Είσαι η μόνη που την γνωρίζεις. Αλλά είσαι καλό και φρόνιμο κορίτσι και γνωρίζω πως θα τηρήσεις την συμφωνία μας.

Λίγα χρόνια μετά, έφυγε ήσυχα και αθόρυβα ο Λορέντζος, έτσι όπως έζησε την ζωή του. Γιατί του έλειπε ο τίτλος… Γιατί τόλμησε να σηκώσει τα μάτια σε μια ξεπεσμένη Ευγενή!
δ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: